ΕΛΛΑΔΑ

Εθνική Ελλάδας: Η Ελλάδα πρέπει να μάθει να γίνεται σκληρή με τον εαυτό της

Η νίκη στο Βελιγράδι επιβεβαίωσε το ταλέντο και την επιθετική ποιότητα της Εθνικής, αλλά έδειξε ότι για να αλλάξει πραγματικά τη μοίρα της πρέπει να γίνει πιο απαιτητική και πιο κυνική στις κρίσιμες στιγμές.

Στο 4ο λεπτό του αγώνα απέναντι στην Σερβία στο Stadion Rajko Mitić του Βελιγραδίου η Ελλάδα πλήρωνε την αργή αντίδρασή της στην δράση των Σέρβων και ήταν πίσω στο σκορ. Με άλλα λόγια η κατάσταση του παιχνιδιού έβαλε πολύ νωρίς στον Ιβάν Γιοβάνοβιτς και το γκρουπ των ποδοσφαιριστών την ερώτηση σχετικά με το αν έχουν ή όχι αποφασίσει να αλλάξουν την μοίρα τους στην Εθνική.

Μια μοίρα που έλεγε ότι στην προκριματική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου αυτή ήταν μια ομάδα που είχε το μυαλό της μόνο στην ποιότητα της επιθετικής ανάπτυξης, έχανε το μυαλό της όταν βρισκόταν στο δικό της μισό, με ή χωρίς την μπάλα, έχανε ένα μεγάλο αριθμό ευκαιριών και τελικά έχασε εύκολα την πρόκριση.

Η αντίδραση της Ελλάδας ήταν καλή – δηλαδή έδειξε ανθεκτικότητα. “Οι ποδοσφαιριστές υπέφεραν πιο πολύ από όλους μας με τον αποκλεισμό”, είπε μετά το ματς του Βελιγραδίου ο προπονητής. Η ουσιαστική ερώτηση είναι σχετική με το αν έμαθε ή όχι η Εθνική, ως γκρουπ, κάτι από όλο αυτό που της είχε συμβεί στα προκριματικά του Μουντιάλ. Το ματς με τη Σερβία απαντά ότι η Εθνική έδειξε λίγο πιο ισχυρό χαρακτήρα.

Άφησε πίσω το γκολ, έπαιξε, μετέφερε το παιχνίδι στο αντίπαλο μισό, δημιούργησε μεγάλο όγκο ευκαιριών και την ίδια ώρα πρόσεχε τη δομή της πίσω και γύρω από την μπάλα ώστε να μην επιτρέψει στους Σέρβους να επιτεθούν σε ανοιχτό γήπεδο. Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται και στους αριθμούς: η Ελλάδα ολοκλήρωσε το παιχνίδι με 26 τελικές έναντι 8 της Σερβίας και 2,51 xG, ενώ είχε 44 επαφές με την μπάλα στην αντίπαλη περιοχή.

Η ιστορία του πρώτου ημιχρόνου λέει ότι η Ελλάδα έκανε αρκετά πράγματα καλά. Μόνο που δεν αξιοποίησε τις ευκαιρίες για να ισοφαρίσει. Και κοντά σε αυτό έδωσε μια μεγάλη ευκαιρία στο 30’ λεπτό στον Γιόβιτς για να φτάσει το ματς στο 2-0 επειδή είχε μια πολύ αδύναμη αμυντική μετάβαση στο 29ο λεπτό, όταν ήταν ψηλά στο γήπεδο, με συνέπεια να δώσει στους Σέρβους την ευκαιρία να τρέξουν στο ανοιχτό γήπεδο και να φτιάξουν μια μεγάλη ευκαιρία.

Δύο Σέρβοι, ο Ζίβκοβιτς και ο Τσβέτσκοβιτς νίκησαν τέσσερις Έλληνες στην αρχή αυτής της αντεπίθεσης. Και μας θύμισαν ότι αυτή η ομάδα δεν γίνεται εύκολα κυνική. Δεν σταματά με ένα φάουλ μια αντεπίθεση. Δεν γίνεται απαιτητική από τον εαυτό της. Δεν θυμώνει με τα λάθη της.

Η ιστορία του δευτέρου ημιχρόνου λέει ότι η Ελλάδα πήρε την μπάλα (40%-60%), κατάφερε να επιβάλει τον ρυθμό της και να ελέγξει το ματς στην μεγαλύτερη διάρκεια, έκανε 12 τελικές προσπάθειες έναντι 4. Και δεν άλλαξε μυαλό όταν έφτασε στο 1-1.

Έπαιξε για να γυρίσει το ματς και να το κάνει όλο δικό της. Το ρίσκο αυτής της επιλογής ήταν σχετικό με την πιθανότητα να ξαναβρούν χώρο οι Σέρβοι για να εκδηλώσουν μια αντεπίθεση. Και αυτό συνέβη στο 89’ο λεπτό. Μια κακή επιλογή πάσας στον κεντρικό άξονα έφερε μια εύκολη απώλεια κατοχής για την Ελλάδα.

Κι ύστερα έλειψε πάλι το τακτικό φάουλ που θα σταματούσε αυτή την αντεπίθεση, η οποία έφερε το δοκάρι και την εκτέλεση του Γιόβελιτς στο 90’ και την επίδειξη αντανακλαστικών υψηλής ποιότητας από τον Τζολάκη.

Τα καλά νέα είναι σχετικά με τη νοοτροπία. Μια ομάδα που ζήτησε από τον εαυτό της να δικαιωθεί για την διαφορά ποιότητας που έβγαλε στην ατομική και ομαδική λειτουργία κατά την επιθετική ανάπτυξη και έφτιαξε μεγάλο όγκο ευκαιριών κατάφερε να βγει νικήτρια από το τερέν.

Και για αυτή την άρνησή της να αφήσει στο Βελιγράδι τη νίκη παίρνει ως αντάλλαγμα την ισχυρή τόνωση της αυτοπεποίθησής της. Πολύ καλό νέο είναι φυσικά και το γεγονός ότι αυτό το γκρουπ των ποδοσφαιριστών επιβεβαίωσε την φήμη που έχει δημιουργήσει στην Ευρώπη σχετικά με την ποιότητα του ταλέντου. Και συγχρόνως ψυχαγώγησε τους Έλληνες ποδοσφαιρόφιλους με το παιχνίδι της.

Υπάρχει όμως και το “αλλά”. Και αυτό το “αλλά” είναι που μας άφησε εκτός Μουντιάλ. Για ακόμη μια φορά η Ελλάδα δεν έδειξε απαιτητική από τον εαυτό της και κυνική στο αμυντικό κομμάτι. Τούτη τη φορά δεν έκανε πολλά λάθη με την μπάλα στο δικό της μισό, αλλά της κόστισε το ότι δεν σταμάτησε νωρίς τις δύο επιθέσεις χώρου της Σερβίας ενώ είχε την ευκαιρία.

Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση του παιχνιδιού: η Σερβία περιορίστηκε σε μόλις 8 τελικές απέναντι στις 26 της Ελλάδας, αλλά οι λίγες φορές που βρήκε χώρο ήταν αρκετές για να δημιουργήσει απειλή υψηλής ποιότητας — το συνολικό της xG έφτασε στο 1,42.

Η ιστορία των τελευταίων δέκα λεπτών του παιχνιδιού δείχνει μια ομάδα που ήθελε να νικήσει, και ρίσκαρε για αυτό, αλλά δεν το έκανε με τη νοοτροπία μιας ομάδας που θα χρησιμοποιήσει όλα της τα εργαλεία και θα γίνει πρακτική ώστε να μην επιτρέψει αντεπιθέσεις που θα την πληγώσουν.

Με άλλα λόγια, ενώ αποφάσισε να μη γίνει κυνική και να “κρατήσει” την ισοπαλία που θα της επέτρεπε να κρατήσει το πλεονέκτημα έναντι της Σερβίας για την 3η θέση, πήρε την επιλογή να παίξει με ρίσκο χωρίς να είναι προετοιμασμένη να το ελαχιστοποιήσει.

Αυτό είναι ένα ματς για να χαρείς, για το ταλέντο και τη νίκη. Αλλά δεν είναι ένα ματς που σου δείχνει ότι η Ελλάδα του Γιοβάνοβιτς “πήρε το μάθημα”. Και το κακό είναι ότι τα ματς με τη Γερμανία και την Ολλανδία δεν θα μας δώσουν την ευκαιρία να γίνουμε σοφότεροι σχετικά με αυτό.

Διότι η κρίσιμη ερώτηση – αυτή που θα μας απαντήσει αν αυτή η ομάδα θα ωριμάσει επαρκώς για να φτάσει στο επόμενο Euro, κρύβεται στα “μεσαία” ματς και όχι σε αυτά απέναντι στους μεγάλους αντιπάλους.

Το ταλέντο στις περισσότερες θέσεις περισσεύει. Όπως και οι ιδέες του προπονητή για την επιθετική λειτουργία. Για να αλλάξει τη μοίρα της όμως, αυτή η Εθνική πρέπει να πιεστεί ώστε να γίνει πιο απαιτητική από τον εαυτό της. Πιο απαιτητική όταν βρίσκεται μπροστά από την αντίπαλη εστία, όταν κυκλοφορεί την μπάλα στο δικό της μισό, όταν χάνει την μπάλα ενώ είναι ψηλά τοποθετημένη – δηλαδή σε όλες τις φάσεις και τις καταστάσεις παιχνιδιού.

Με άλλα λόγια, για να πετύχει, η Ελλάδα πρέπει να γίνει πιο σκληρή με τον εαυτό της.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ