OPINIONS

Εν ζωή δεν τιμάται κανείς (στην Ελλάδα)

Ο Κώστας Καίσαρης με αφορμή το φιλικό Λίβερπουλ-Ολυμπιακός προς τιμή του Στίβεν Τζέραρντ σχολιάζει την "τσιγκουνιά" των Ελλήνων παραγόντων, που δεν τιμούν τους ποδοσφαιριστές επειδή ενδεχομένως τους ζηλεύουν, επειδή τους παίρνουν τη δόξα.

Για ποιο λόγο μία ομάδα να τιμήσει έναν ποδοσφαιριστή της; Και “εν ζωή” μάλιστα. Όταν, δηλαδή, παίζει μπάλα. Είναι εν ενεργεία.

Δουλειά είναι το ποδόσφαιρο. Και από τις πλέον καλοπληρωμένες μάλιστα. Ούτε για τον κόσμο, ούτε για την ψυχή της μάνας τους. Επαγγελματίες είναι. Και ιδιαίτερα σε ό,τι έχει να κάνει με τις απολαβές τους.

Τη δουλειά του κάνει όλα αυτά τα χρόνια ο Στίβεν Τζέραρντ στη Λίβερπουλ. Δεν τους κάνει χάρη κάθε φορά που ιδρώνει τη φανέλα. Η δουλειά του είναι να σκοράρει όπως σ’ αυτό το σημαδιακό ματς Λίβερπουλ-Ολυμπιακός 3-1 στις 8 Δεκεμβρίου του 2004 στο “Άνφιλντ”. Το τρίτο γκολ στο 86′ που έδωσε την πρόκριση στη Λίβερπουλ και της άνοιξε τον δρόμο για τον τελικό της Κωνσταντινούπολης και την κατάκτηση του Τσάμπιονς Λιγκ τον Μάιο του 2005. Γι’ αυτό κι ο ίδιος διάλεξε τον Ολυμπιακό σαν αντίπαλο στο παιχνίδι που έγινε προς τιμή του. Στα 33 του, ύστερα από 15 χρόνια επαγγελματικής καριέρας στη Λίβερπουλ, στην οποία βρίσκεται από τα εννιά του.

Η άλλη άποψη των Εγγλέζων

Ιδού, λοιπόν, που κάποιοι και ειδικότερα οι Εγγλέζοι έχουν διαφορετική άποψη για τη σχέση ομάδας-ποδοσφαιριστή, την οποία σε καμία περίπτωση δεν περιορίζουν σε στενά επαγγελματικά πλαίσια. Σε όλες τις ομάδες του πλανήτη κάθε χρόνο πάνε κι έρχονται αμέτρητοι ποδοσφαιριστές. Σε ένα επάγγελμα πλέον που κυριαρχεί το “όπου γης και πατρίς”. Όταν, όμως, ένας ποδοσφαιριστής φοράει μία και μοναδική φανέλα στην καριέρα του, όταν ο ίδιος με τη συμπεριφορά του μέσα κι έξω από το γήπεδο τιμάει αυτή τη φανέλα και τη σέβεται, τότε αυτή η αμοιβαία σχέση στην ποία πλέον συνυπάρχει και ο κόσμος είναι παραπάνω από επαγγελματική. Ο ποδοσφαιριστής μετατρέπεται σε σύμβολο, σε πρότυπο. Και η ομάδα του, πολύ καλά κάνει να τον τιμήσει. Και “εν ζωή”, μάλιστα, όπως έγινε με τον Στίβεν Τζέραρντ.

Έχουμε να θυμηθούμε ανάλογο προηγούμενο στην Ελλάδα; Έστω κι εκ των υστέρων. Όταν ο ποδοσφαιριστής έχει σταματήσει την ενεργό δράση; Τίμησε ο Ολυμπιακός τον Νίκο Αναστόπουλο; Τον Πρέντραγκ Τζόρτζεβιτς;

Τίμησε ο Παναθηναϊκός με κάτι παραπάνω από μία πλακέτα πριν από το φιλικό παιχνίδι με τη Σαραγόσα τον Δημήτρη Σραβάκο; Τιμήθηκε όπως του άξιζε ο Κριστόφ Βαζέχα; Μία πλακέτα ήταν η προσφορά της ΑΕΚ στον Θωμά Μαύρο. Στον Στέλιο Μανωλά, που δε φόρεσε άλλη φανέλα, απολύτως τίποτα.

Ο Ντούσαν Μπάγιεβιτς είναι “προδότης” κι ο Τόνι Σαβέβσκι Σκοπιανός. Στο ελληνικό ποδόσφαιρο όταν είναι να αποδώσουν φόρους τιμής όλοι σχεδόν είναι οι μεγαλύτεροι τσιγκούνηδες. Κι αν γίνεται που και που κάποιο φιλικό ματς έχει να κάνει στις περισσότερες περιπτώσεις με φιλανθρωπικούς λόγους, που είναι ό,τι χειρότερο. Σε περιπτώσεις για να αντιμετωπιστούν ιατρικά έσοδα ή να ενισχυθούν οικονομικά αναξιοπαθούντες βετεράνοι.

Μόνο το ματς για τον Κούδα

Προσωπικά τις τελευταίες δεκαετίες θυμάμαι ένα παιχνίδι στην Τούμπα προς τιμή του Γιώργου Κούδα και κάποια ματς στην Αθήνα για σπουδαίο παλαίμαχο ποδοσφαιριστή που είχε καταστραφεί οικονομικά. Για να πάρει δηλαδή τις εισπράξεις και να γλιτώσει στην κυριολεξία τη φυλακή για χρέη στην Εφορία και το ΙΚΑ.

Στην Ελλάδα αυτή η σχέση λατρείας απέναντι στον ποδοσφαιριστή δεν υπάρχει. Ο κόσμος είναι έτοιμος να αποδοκιμάσει και να γιουχάρει με το παραμικρό. Ο Τύπος και ειδικότερα ο οπαδικός είναι και του ύψους και του βάθους. Εύκολα μπορεί να θυμηθεί κανείς πως αποδομήθηκε μία γενιά σπουδαίων ποδοσφαιριστών του Παναθηναϊκού στους οποίους χρεώθηκε η “ντροπή της Ριζούπολης”!

Οι παράγοντες από τη μία βγάζουν φωτογραφίες με τα σπουδαία μεταγραφικά αποκτήματα για να εξασφαλίσουν την πρωτοσέλιδη λεζάντα κι από την άλλη συμπεριφέρονται σα να ζηλεύουν τους ποδοσφαιριστές επειδή τους παίρνουν τη δόξα.

Στην Ελλάδα, άλλωστε, όλοι και πρώτοι και καλύτεροι οι δημοσιογράφοι μετράνε τους τίτλους των προέδρων και των ποδοσφαιριστών. Πόσα πρωταθλήματα είχε πάρει ο Νταϊφάς. Τα ίδια που είχε πάρει και ο Βαρδινογιάνης. Τα τρία μαζεμένα που είχανε πάρει Μελισσανίδης-Καρράς. Τα δώδεκα που πήρε ο Κόκκαλης, το ένα του Πατέρα και τα τρία που έχει ο Μαρινάκης.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ