ΕΛΛΑΔΑ

Ελλάδα – Ολλανδία: Ένα ημίχρονο από το μέλλον και ένα από το παρελθόν

Η Εθνική άγγιξε το ιδανικό για 45 λεπτά απέναντι στην Ολλανδία, αλλά στο δεύτερο ημίχρονο επέστρεψαν οι αδυναμίες που πρέπει να διορθώσει ο Ιβάν Γιοβάνοβιτς για να της δώσει διάρκεια στο υψηλότερο επίπεδο.

Αυτό της Τούμπας είναι ένα ματς-υπόδειγμα για τον Ιβάν Γιοβάνοβιτς, μια παράσταση που θα του δώσει την ευκαιρία να συνεννοηθεί ακόμη καλύτερα με τους ποδοσφαιριστές του σχετικά με το τι θέλει να κάνουν και τι να μην κάνουν στα παιχνίδια, ανάλογα με την κατάσταση που διαμορφώνεται. Διότι το πρώτο ημίχρονο είναι ένα από τα καλύτερα της Ελλάδας επί των ημερών του, στα όρια του αψεγάδιαστου. Και το δεύτερο έχει την επανεμφάνιση αρκετών αδυναμιών που έχει δείξει η Εθνική κατά τη διάρκεια της προκριματικής φάσης του Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Το σημαντικότερο για την Εθνική; Έδειξε, για ένα ολόκληρο ημίχρονο, ότι είναι μια ομάδα που ωριμάζει στο επίπεδο της ομαδικής λειτουργίας και ότι μαθαίνει από τα λάθη της και διορθώνει τις αδυναμίες της. Μια ομάδα τοποθετημένη για να αμυνθεί στο μεσαίο τρίτο και έτοιμη να γίνει απειλητική κάθε φορά που επανακτούσε την κατοχή της μπάλας. Έτοιμη να παίξει με άμεσες επιθέσεις, προκειμένου να μη δώσει στην Ολλανδία του Τσάβι την ευκαιρία να πιέσει και να πάρει την μπάλα από την Ελλάδα όσο η ομάδα του Γιοβάνοβιτς βρισκόταν στο δικό της μισό του τερέν.

Οι αριθμοί του πρώτου ημιχρόνου περιγράφουν με ακρίβεια πόσο καλά λειτούργησε αυτό το σχέδιο. Η Ολλανδία είχε 59% κατοχή και είχε συμπληρώσει 254 πάσες έναντι 118 της Ελλάδας, όμως η Εθνική είχε περισσότερες τελικές: 8 έναντι 5. Δηλαδή η κατοχή των Ολλανδών δεν μεταφραζόταν σε αντίστοιχη απειλή, ενώ η Ελλάδα χρειαζόταν πολύ λιγότερες κατοχές για να φτάσει στην αντίπαλη περιοχή. Ήταν μια ομάδα που διάβαζε καλά το παιχνίδι και ήταν έτοιμη να εκμεταλλευτεί ένα λάθος των αντιπάλων, όπως συνέβη στη φάση του δεύτερου γκολ.

Χάρη στο σχέδιο και την ετοιμότητα των ποδοσφαιριστών να το υπηρετήσουν, η Ελλάδα βγήκε από το τερέν στην ανάπαυλα με την αίσθηση ότι θα μπορούσε να έχει ακόμη μεγαλύτερο σκορ. Και θα το είχε, αν ο Καρέτσας γύριζε την μπάλα στον Παυλίδη ή αν ο Παυλίδης δεν είχε κινηθεί από θέση οφσάιντ στο γκολ που πέτυχε ο Τζόλης. Δεν ήταν, δηλαδή, ένα 2-0 που είχε προκύψει από δύο μεμονωμένες στιγμές αποτελεσματικότητας απέναντι σε έναν αντίπαλο που κυριαρχούσε. Η Ελλάδα είχε καταφέρει να μετατρέψει το παιχνίδι σε αυτό ακριβώς που ήθελε: λιγότερη μπάλα, αλλά μεγαλύτερη απειλή.

Και πώς συνέβη να αλλάξει εντελώς το σκηνικό και η κατάσταση του αγώνα στο δεύτερο ημίχρονο; Επειδή είναι ποδόσφαιρο, πρέπει να λάβουμε υπόψη και το τι έκανε ο αντίπαλος. Ο Τσάβι έκανε τρεις αλλαγές παικτών, αλλά άλλαξε και το επιθετικό πλάνο. Έπαψε να ψάχνει να χτίσει τις επιθέσεις από τη δεξιά πλευρά της επιθετικής ανάπτυξης και επιδίωξε να βρει τον τρόπο να δημιουργήσει συνθήκες υπεροχής στον κεντρικό άξονα.

Η Ελλάδα δεν προσαρμόστηκε σε αυτή την αλλαγή, ούτε όταν δεν είχε την μπάλα και αμυνόταν αλλά ούτε και όταν επιχειρούσε να κυκλοφορήσει την μπάλα στο αμυντικό μισό του τερέν. Και εδώ η μεταβολή των αριθμών είναι εντυπωσιακή. Από τις 8 τελικές του πρώτου ημιχρόνου η Ελλάδα έφτασε σε μόλις μία σε ολόκληρο το δεύτερο. Η Ολλανδία, αντίθετα, από τις 5 πήγε στις 13. Οι επιθέσεις στο πρώτο μέρος ήταν 10-11. Στο δεύτερο έγιναν 7-33. Πρόκειται ουσιαστικά για αριθμητική αποτύπωση της μεταφοράς του παιχνιδιού από το μεσαίο τρίτο, όπου ήθελε να το κρατήσει η Ελλάδα, μπροστά από την περιοχή της.

Το ίδιο φαίνεται και μέσα από την κυκλοφορία της μπάλας. Στο πρώτο ημίχρονο η Ελλάδα είχε 118 ολοκληρωμένες πάσες και η Ολλανδία 254. Στο δεύτερο η Ελλάδα έπεσε στις 74, ενώ η Ολλανδία ανέβηκε στις 271. Η Εθνική δεν έχασε απλώς την κατοχή – έχασε τη δυνατότητα να κρατήσει την μπάλα για αρκετό χρόνο ώστε να μετακινήσει το παιχνίδι μακριά από την περιοχή της και να ανασάνει.

Και εκεί εμφανίστηκαν οι “περσινές” αδυναμίες. Λάθος επιλογές με την μπάλα κατά το πρώτο στάδιο της επιθετικής ανάπτυξης, λάθη στην άμυνα σε στατικές φάσεις, και ένα μεγάλο ατομικό λάθος από τον Ρέτσο που έφυγε ατιμώρητο επειδή ο σκόρερ Ντούμφρις ήταν σε θέση οφσάιντ.

Υπάρχει ακόμη ένας αριθμός που περιγράφει πολύ καλά την αλλαγή της φυσιογνωμίας του αγώνα: οι επαφές στην αντίπαλη περιοχή τελείωσαν 13-37 και οι είσοδοι στο τελευταίο τρίτο 34-80 υπέρ της Ολλανδίας. Ακόμη πιο χαρακτηριστικά, η Ελλάδα ολοκλήρωσε μόλις 32 πάσες στο τελευταίο τρίτο, ενώ η Ολλανδία 163. Το ματς είχε πια εγκατασταθεί στο ελληνικό μισό.

Ο Γιοβάνοβιτς χρειάστηκε πολύ χρόνο αφενός για να κάνει αλλαγές προσώπων και αφετέρου για να συνεννοηθεί καλύτερα με τους ποδοσφαιριστές του σχετικά με το πώς μπορούσαν να αντιμετωπίσουν την κατάσταση. Μετά το 75ο λεπτό η Ελλάδα άρχισε να καταφέρνει να πιεστεί λιγότερο. Αλλά η σωματική και πνευματική φθορά που είχε συσσωρευτεί από τα σερί απαιτητικά παιχνίδια έκανε παθητική την ελληνική άμυνα.

Η εικόνα αυτής της παθητικότητας βρίσκεται επίσης στα δεδομένα. Η Ελλάδα χρειάστηκε να κάνει 10 blocks και 32 απομακρύνσεις συνολικά. Στο ημίχρονο είχε μόλις μία καταγεγραμμένη απόκρουση σουτ και 10 απομακρύνσεις: συνεπώς οι 9 από τις 10 αποκρούσεις και οι 22 από τις 32 απομακρύνσεις ήρθαν μετά την ανάπαυλα. Η άμυνα πλέον δεν έλεγχε τον χώρο – προσπαθούσε διαρκώς να προστατεύσει την περιοχή.

Και όσο περνούσε ο χρόνος, η πίεση άρχισε να έρχεται όλο και περισσότερο και από τα άκρα. Στο πρώτο ημίχρονο η Ολλανδία είχε επιχειρήσει 9 σέντρες και είχε βρει συμπαίκτη μόνο στη μία. Τελείωσε το παιχνίδι με 32 σέντρες και 8 επιτυχημένες. Αυτό σημαίνει 23 σέντρες μόνο στο δεύτερο ημίχρονο, από τις οποίες οι 7 βρήκαν στόχο. Η ελληνική άμυνα επέτρεψε πλέον τις ανεμπόδιστες σέντρες των Ολλανδών, ειδικά από τον Λανγκ από την αριστερή πλευρά ανάπτυξης της ομάδας του Τσάβι, και τελικά ήρθε το γκολ της ισοφάρισης.

Και εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη λεπτομέρεια της συνολικής εικόνας. Η Ολλανδία τελείωσε με 19 τελικές, 37 επαφές στην περιοχή και 80 εισόδους στο τελευταίο τρίτο, αλλά το συνολικό xG της ήταν μόλις 1,16. Δηλαδή η Ελλάδα, ακόμη και όταν υποχώρησε υπερβολικά και δέχθηκε τεράστιο όγκο πίεσης, δεν επέτρεψε αντίστοιχο όγκο πολύ μεγάλων ευκαιριών. Το πρόβλημα δεν ήταν ότι διαλύθηκε αμυντικά. Ήταν ότι δεν μπορούσε πλέον να βγει από την πίεση και αναγκαζόταν να αμύνεται ξανά και ξανά. Και όταν αυτό συμβαίνει επί τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα απέναντι σε μια ομάδα αυτού του επιπέδου, αυξάνονται οι πιθανότητες να έρθει τελικά η φάση που δεν θα μπορέσεις να υπερασπιστείς.

Ο πραγματικός στόχος όλης αυτής της διαδικασίας, μέσα από το Nations League, είναι να ωριμάσει η Εθνική και να συρρικνώσει τις αδυναμίες του παιχνιδιού της. Αν εξετάσεις υπό αυτό το πρίσμα το ματς της Τούμπας, συνειδητοποιείς ότι απέναντι στην —κατά τεκμήριο ισχυρότερη αντίπαλο του γκρουπ— Ολλανδία η Ελλάδα έκανε για 45 λεπτά το καλύτερο και, κυρίως, πιο ολοκληρωμένο παιχνίδι της.

Το 2-2, συνεπώς, μπορεί να είναι πολύ πιο χρήσιμο για την εξέλιξη αυτής της ομάδας από όσο δείχνει το αποτέλεσμα. Το πρώτο ημίχρονο της δείχνει πού μπορεί να φτάσει. Το δεύτερο της δείχνει τι εξακολουθεί να πρέπει να διορθώσει.

Και ακριβώς αυτό είναι το ζητούμενο: στα επόμενα παιχνίδια της διοργάνωσης να καταφέρει να δώσει διάρκεια σε αυτό το σχεδόν αψεγάδιαστο 45λεπτο. Αν το καταφέρει αυτό η Εθνική, θα έχει κάνει ένα πολύ σημαντικό βήμα προς την τελική φάση του επόμενου Euro και θα έχει αυξήσει σημαντικά τις πιθανότητές της να επιστρέψει σε μια μεγάλη διοργάνωση.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ