Είναι-δεν είναι πέναλτι;

Ο Κώστας Καίσαρης κάνει μια αναδρομή στα τρία πέναλτι στα τελευταία ματς του Ολυμπιακού. Σ' αυτό που έδωσε ο Αρετόπουλος στο Βικελίδης και σε αυτά που δεν έδωσαν οι Αμπάρκιολης-Σιδηρόπουλος, καταλήγοντας στο συμπέρασμα "είναι-δεν είναι".
Το κανονικό ποδόσφαιρο είναι αυτό που βλέπει ο θεατής μέσα στο γήπεδο. Με τη μια, χωρίς ριπλέι. Θυμάμαι πιτσιρικάδες έτσι και έμπαινε το γκολ στο απέναντι τέρμα, στο άλλο πέταλο, φεύγαμε από το ματς χωρίς να ξέρουμε ποιος είχε σκοράρει. Ρωτάγαμε μετά στο καφενείο τους άλλους που καθόντουσαν σε καλύτερη θέση.
Έτσι και με τους διαιτητές και τις αμφισβητούμενες φάσεις. Ισχύει αυτό που βλέπει ο καθένας με τη μία. Στην τηλεόραση είναι εύκολο, αφού ξαναβλέπεις τη φάση για δεύτερη και για τρίτη φορά. Το δύσκολο είναι στο γήπεδο και με τη μία. Όταν σε κλάσματα δευτερολέπτου θα πρέπει να αποφασίσει ο διαιτητής: “είναι ή δεν είναι πέναλτι”.
Έχουμε και λέμε, λοιπόν, στα τρία τελευταία παιχνίδια του Ολυμπιακού. Με τον Άρη στο Βικελίδης, όταν η μπάλα βρίσκει μέσα στην περιοχή στον Πουλίδο, χωρίς κανείς να μπορεί να καταλάβει στη ζωντανή εξέλιξη της φάσης αν βρήκε στο χέρι ή στο σώμα: “Είναι ή δεν είναι πέναλτι”; Ο Αρετόπουλος λέει απερίφραστα είναι πέναλτι και τρέχει στην άσπρη βούλα. Ολυμπιακός-ΟΦΗ την επόμενη αγωνιστική στο Καραϊσκάκης: ο Μανιάτης μαρκάρει τον Κουτσιανικούλη, ο οποίος πέφτει στο έδαφος. “Είναι ή δεν είναι πέναλτι”; Ο Αμπάρκιολης λέει δεν είναι πέναλτι και δείχνει με τα χέρια “παίζεται”. Την Κυριακή στο ΟΑΚΑ στο γύρισμα του Κοντοέ η μπάλα βρίσκει στο απλωμένο χέρι του Χολέμπας μέσα στην περιοχή: “Είναι ή δεν είναι πέναλτι”; Σαφώς και είναι. Ο Σιδηρόπουλος που είναι δίπλα στη φάση λέει “δεν είναι”.
Έχουμε, λοιπόν, σ’ αυτό το “είναι δεν είναι” τρία στα τρία. Αν πρόκειται για ρουλέτα όχι τρεις και δεκατρείς φορές έχει συμβεί να πέφτει η μπίλια συνέχεια είτε στο μαύρο, είτε στο κόκκινο, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Δεν είναι το ίδιο, όμως, στο ποδόσφαιρο. Το τρία στα τρία στα κόκκινα κάτι δείχνει. Ο καθένας μπορεί να έχει την προσωπική του άποψη για κάθε φάση. Το ποδόσφαιρο, άλλωστε, αποτελεί τη μεγαλύτερη έκφραση της Δημοκρατίας. Πέρα, λοιπόν, από την κάθε μια υποκειμενική γνώμη, υπάρχει αυτό καθαυτό το “τρία στα τρία” που προαναφέραμε.
Προσωπικά δεν μπαίνω στη διαδικασία των θεωριών συνωμοσίας. Για όσα διαρρέουν σχετικά από υποκλοπές και για διαιτητές εργαλεία. Αυτό το “τρία στα τρία” είναι αρκετό. Για να επιβεβαιώσει για ακόμα μια φορά το θεμελιώδες αξίωμα του ελληνικού ποδοσφαίρου: όλοι πάνε με τον δυνατό. Και οι διαιτητές. Κι έχουν φροντίσει μάλιστα να συντηρούν και να επαυξάνουν τον μύθο του Μαρινάκη και οι αντίπαλοι του. Ο Μαρινάκης ελέγχει με τον Μόραλη τη Σούπερλιγκα, ο Σαρρής είναι εντολοδόχος του Μαρινάκη στην ΕΠΟ, ο Μαρινάκης κάνει ότι θέλει στη Διαιτησία. Οι διαιτητές ακόμα και αυτοί που δεν ανήκουν σε άρματα είναι φοβισμένα ανθρωπάκια. Τρέμουν ότι θα τους βγάλουν ενδεχόμενα από τον πίνακα, τρέμουν ότι δεν θα έχουν την εξέλιξη που θέλουν και δεν θα γίνουν διεθνείς.
Ανεξάρτητα, λοιπόν από όλα τα άλλα κι αν σε ποιο βαθμό η Διαιτησία είναι ελεγχόμενη στο “είναι δεν είναι” αυτόματα ο διαιτητής θα πάει με τον δυνατό. Που στην προκειμένη περίπτωση είναι πράγματι ο Μαρινάκης. Για να έχει το κεφάλι του ήσυχο. Θα τον οδηγήσει εκεί το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Ο Γιάννης Ιωαννίδης που σαν προπονητής ήταν σε τέτοιου είδους θέματα (όπως και σε αρκετά άλλα) “καθηγητής” είχε να το λέει: “Μην βγάζετε ανακοινώσεις, ότι ο αντίπαλος μας ελέγχει τη διαιτησία. Οι διαιτητές θα σφυρίζουν ακόμη περισσότερο υπέρ του”.