OPINIONS

Δεν παίζουν τίποτα τα κωλόπαιδα …

Ο Αντώνης Καρπετόπουλος σκιαγραφεί τον μέσο Έλληνα φίλαθλο, που όλοι τον έχουμε γνωρίσει δίπλα μας, να βγάζει συμπεράσματα από το πρώτο λεπτό. Ποιος είναι; Μπορεί κι ο ίδιος μας ο εαυτός

Δεν θυμάμαι ποια χρονιά ήταν: πιθανότατα το 1992 ίσως και το 1993. Την ιστορία μου την είχε διηγηθεί ο φίλος μου Δημήτρης Δριβαλιάρης, μόνιμος κάτοχος διαρκείας στο Καραϊσκάκη, παλιό και νέο.

Ο Ολυμπιακός έπαιζε με τον Αρη, το ματς γίνονταν Δευτέρα εξαιτίας μιας νεροποντής που δεν είχε επιτρέψει τη διεξαγωγή του την Κυριακή. Εγινε η σέντρα, ο Τσαλουχίδης την έδωσε στον Καραπιάλη κι αυτός τη γύρισε στο Χατζίδη. Ο συνολικός χρόνος από την έναρξη του ματς με δυσκολία έφτανε τα τέσσερα δευτερόλεπτα.

Και μια φωνή, βιβλική και στεντόρεια, πιθανότατα σαν του Θεού που δίνει εντολές στο Νώε, ακούστηκε στην παλιά θύρα 10 του Καραϊσκάκη: « δεν παίζουν τίποτα πάλι σήμερα τα κωλόπαιδα»! Εγινε ένας χαμός με τους παρευρισκόμενους να την πέφτουν στον παντογνώστη – αλλά αυτός, αγέρωχος, αμετάπειστος, μόνος εναντίον όλων επέμενε: « τίποτα δεν παίζουν, σας το λέω εγώ!».

Θυμήθηκα την ιστορία την Πέμπτη το βράδυ μετά το τέλος του ματς του Ολυμπιακού με τον ΠΑΟ στο ΣΕΦ. Τα τελευταία χρόνια με την υποχρέωση της παρουσίασης των κυριακάτικων εκπομπών και των εκπομπών του Τσάμπιονς λιγκ στη Νόβα, δυσκολεύομαι να βρω χρόνο να παρακολουθήσω τα ποδοσφαιρικά ματς ζωντανά και το πολύ πολύ τα Σάββατα να προλάβω να πεταχτώ στη Νέα Σμύρνη να δω τον Πανιώνιο και τον εκάστοτε αντίπαλο του, ή ακόμα σπανιότερα να βρεθώ στο Περιστέρι, αν ο Ατρόμητος υποδέχεται κάποιον από τους μεγάλους.

Επειδή η ατμόσφαιρα του γηπέδου μου άρεσε πάντα – δε μιλάω για τα πέταλα τους οργανωμένους και τους φανατισμούς τους, αλλά για τις άλλες περιοχές , εκείνες στις οποίες συχνάζουν οι μουρμούρηδες και οι προπονητές της εξέδρας – βρίσκω καταφύγιο στα ματς του μπάσκετ που ειδικά στοtop16 είναι και υπέροχα ανταγωνιστικά.

Κάτοχοι της μοναδικής αλήθειας

Με χαρά διαπιστώνω χρόνια τώρα ότι και ο Παναθηναϊκός και ο Ολυμπιακός έχουν δημιουργήσει ένα σημαντικό, πολυάριθμο και πιστό μπασκετικό κοινό, μικρότερο ίσως αλλά και σαφώς περισσότερο καταρτισμένο (και ήρεμο) από το αντίστοιχο του ποδοσφαίρου. Αλλά πάντα ελληνικό, δηλαδή υπερβολικό στις κρίσεις και στα συμπεράσματα του.

Δεν το λεω ως εστέτ που το παρακολουθεί εξ αποστάσεως, αλλά γιατί συμμετέχω στις οδύνες του και στις χαρές του. Ποιο είναι το χαρακτηριστικό αυτού του κοινού; Όχι τόσο η εφ αψηλού κριτική (οι Ιταλοί π.χ είναι σαφώς χειρότεροι…), ούτε φυσικά η πίστη του στην ομάδα (οι Αγγλοι και οι Γερμανοί σε αυτό είναι απλησίαστοι). Θα λεγα ότι εμείς περισσότερο από τους άλλους ειδικευόμαστε στα αξιωματικά συμπεράσματα: δεν βιαζόμαστε απλώς να καταλήξουμε σε ένα συμπέρασμα, αλλά σε αυτό δίνουμε τη βαρύτητα και (στο μυαλό μας) το κύρος που το κάνει αδιαπραγμάτευτο.

Είμαστε ως οπαδοί (και δυστυχώς συχνά και ως δημοσιογράφοι, αφού και οι δημοσιογράφοι αυτό τον οπαδισμό καταλήγουν να υπηρετούν, πλην φωτεινών εξαιρέσεων που χουν κέφι να τσακώνονται με τον κόσμο) κάτοχοι μιας μοναδικής αλήθειας στην οποία δεν επιτρέπονται ενστάσεις.

Αυτό είναι διασκεδαστικό όταν το βλέπεις, μετά τα μεγάλα ματς, όπου ο νικητής είναι Θεός και ο χαμένος σταυρώνεται, αλλά είναι κι αληθινά υπέροχο στην υπερβολή του, όταν το ζεις στη διάρκεια των αγώνων. Στο ΣΕΦ την Πέμπτη πριν αρχίσει το ματς ο ΠΑΟ ήταν χαμένος από χέρι « αν ο Μαυροκεφαλίδης έπαιζε δέκα λεπτά στη θέση του κάπως ανέτοιμου Λάσμε» . Στο ημίχρονο ο Ολυμπιακός είχε χάσει, χρειάζονταν περισσότερο από προπονητή ψυχίατρο, ο Σπανούλης δεν έπρεπε να ξαναχρησιμοποιηθεί, όλα είχαν τελειώσει. Κι ας είναι ο Ολυμπιακός η κατεξοχήν ομάδα των ανατροπών και των μεγάλων ξεσπασμάτων.

Και το παραλήρημα στα social media

Στο γήπεδο όλα ξεχνιούνται, ισοπεδώνονται, διαλύονται για να ξαναγεννηθούν στο επόμενο πεντάλεπτο. Παραδόξως το ίδιο συμβαίνει και σταsocialmedia– ειδικά στοtwitterτην ώρα του αγώνα. Οι γνώμες που κατατίθενται, ένας συνδυασμός εξυπνάδας, παραληρηματικής απόγνωσης και ειρωνείας που καμιά φορά φτάνει στη χυδαιότητα , είναι πρώτης τάξεως υλικό για κοινωνιολογική έρευνα: ταsocialmediaείναι το μεγάλο καφενείο του καιρού μας – ο χώρος που επιτρέπεται στον καθένα να ξεσπάσει με τη σιγουριά ότι μιλάει εξ ονόματος πολλών.

Ολος αυτός ο αχταρμάς μηνυμάτων, που περιέχουν από κατάρες μέχρι συμβουλές σε προπονητές, νουθεσίες σε παίκτες, μπηχτές για αντιπάλους και σχεδόν πάντα αξιωματικά συμπεράσματα («τελειώσαμε», «τελειώσατε» κτλ) δεν μπορεί φυσικά να θεωρηθεί κριτική: είναι η φωτογραφία μιας στιγμής και τίποτα άλλο. Όταν αλλάζει η στιγμή, αλλάζει και η φωτογραφία της.

Την Πέμπτη στο ΣΕΦ η πλειοψηφία των παρευρισκόμενων είχε αποδώσει ευθύνες για την ήττα του Ολυμπιακού, είχε κάτι να προτείνει ως λύση για το πρόβλημα, είχε βγάλει την τελική ετυμηγορία για το τι χρειάζεται ν αλλάξει. Ο Σπανούλης, ο πιο έμπειρος και ο πιο ψημένος από τους παίκτες του Ολυμπιακού όλες αυτές τις ετυμηγορίες τις άκουγε ακόμα κι αν δεν κάθονταν στην εξέδρα – το τριπλό «δεν ακούω» που φωνάζει στο τέλος είναι η δική του βεβαιότητα ότι άλλαξε την ετυμηγορία κι έγινε από υπόδικος, ήρωας και από αποδιοπομπαίος τράγος ξανά αρχηγός.

Είναι πολύ ενδιαφέρον πως έχει μια τόσο καλή εικόνα της συμπεριφοράς του κοινού: πιθανότατα ξέρει τον κόσμο καλύτερα από όσο το κοινό γνωρίζει τη δική του ψυχοσύνθεση. Από την άλλη θέλω να πω πως, εγώ τουλάχιστον, προτιμώ χίλιες φορές αυτό το κοινό που μουρμουράει και ξεχνάει και που μετά αποθεώνει παίρνοντας πίσω όσα έλεγε, από το φανατισμένο κοινό των φονταμενταλιστών πιστών που άκριτα τσιρίζουν και ουρλιάζουν σαν η υποστήριξη μιας ομάδας να είναι ένα είδος στρατιωτικής υποχρέωσης.

“Φίλε δε με ξεγελάνε εμένα”

Η μουρμούρα και η απαίτηση για κάτι παραπάνω μπορεί και να βοηθάνε μια ομάδα ή ένα παίκτη: στο φινάλε αν ο Σπανούλης, η οποιοσδήποτε άλλος θέλει ν ακούει τον κόσμο να φωνάζει τ όνομά του από αυτόν εξαρτάται.

Οι προπονητές και οι παίκτες νοιώθουν σε όλες τις ομάδες πάντα λίγο αδικημένοι. Κατά τη γνώμη τους κόσμος ξεχνά τις χαρές που του χουν δώσει, δεν δικαιολογεί, σπανίως καταλαβαίνει το είδος των εσωτερικών προβλημάτων που μπορεί να έχει μια ομάδα. Όταν παίκτες και προπονητές μου το λένε πάντα μ αρέσει να απαντάω πως ο κόσμος δεν είναι ότι δεν καταλαβαίνει: είναι ότι πολλές φορές εκτιμά τις ομάδες πολύ περισσότερο από όσο οι ίδιες τις δυνατότητές τους.

Ο κόσμος έχει το δικαίωμα να φαντασιώνεται και να απαιτεί ακριβώς γιατί αγαπάει: δεν μπορούμε να κακίζουμε κάποιον για την αγάπη του, ακόμα κι αν τη δείχνει καμιά φορά λίγο παράξενα. Για την αλήθεια του πράγματος εκείνο το ματς του Ολυμπιακού με τον Αρη είχε λήξει 1-1. «Φίλε έχω δει πολύ Ολυμπιακό και δε με ξεγελάνε εμένα» είχε πει φεύγοντας ο τύπος που μετά από τέσσερα δευτερόλεπτα είχε βγάλει το συμπέρασμα. Ας του το αναγνωρίσουμε…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ