OPINIONS

Αέρα με την… εθνική λογική του “μισό – μηδέν”

Ο Στέλιος Γρηγοριάδης αναφέρεται στις δύο “κατηγορίες” οπαδών της Εθνικής Ελλάδας και στο ποδόσφαιρο που η ομάδα παίζει επειδή μπορεί, αφού δεν μπορεί να παίξει αυτό που όλοι θέλουμε...

Ξέρω ότι λιγοστοί Ελληνες “τραβάνε” ζόρι για την ομάδα που λέγεται Εθνική. Ξέρω ότι η Εθνική δεν “πουλάει”. Ξέρω ότι ο μέσος φίλαθλος την υποστηρίζει με την ψυχή του μόνο όταν αγωνίζονται πολλοί παίκτες του αγαπημένου του συλλόγου. Ξέρω ότι οι περισσότεροι από εμάς… θυμόμαστε να αισθανθούμε Ελληνες οπαδοί μόνο όταν η Εθνική βρίσκεται στα πρόθυρα μιας μεγάλης επιτυχίας και συμμετέχουμε ευχαρίστως στα πανηγύρια, με ενθουσιασμό και πατριωτική έπαρση, όταν συμβεί να έρθει αυτή η επιτυχία.

Κορυφαίο παράδειγμα το EURO του 2004. Στην αρχή έκαναν κάποιοι τον κόπο να δουν τα ματς στην τηλεόραση, στην πορεία πολλαπλασιάστηκαν οι ένθερμοι υποστηρικτές και στο τέλος τρελαθήκαμε όλοι από τη χαρά μας και ξεχυθήκαμε στους δρόμους για να γλεντήσουμε το θαύμα, ανεμίζοντας τη γαλανόλευκη σημαία που έχουμε (αν έχουμε) καταχωνιασμένη στην αποθήκη.

Δεν έχει τη συνείδηση του οπαδού της Εθνικής Ελλάδας ο Ελληνας. Την αποκτά μόνο όταν συμφέρει. Μόνο στις ωραίες στιγμές. Γίνεται Ελληνας στο ποδόσφαιρο μόνο για να χαρεί και να πανηγυρίσει. Οταν η ομάδα αυτή αποτυγχάνει, είτε αδιαφορεί, είτε ειρωνεύεται και λοιδορεί. Φωτεινή εξαίρεση το πολύ ωραίο κοινό που είναι μονίμως παρόν στο “Γ. Καραισκάκης” και, βέβαια, οι φίλαθλοι που ακολουθούν την Εθνική σε όλα τα γήπεδα του κόσμου.

Σήμερα που η Ελλάδα ετοιμάζεται να διεκδικήσει μέσω μπαράζ την πρόκρισή της στους τελικούς του Μουντιάλ, η αντιμετώπισή της από τον Ελληνα φίλαθλο “αποτυπώνεται” σε ένα νόμισμα με δύο όψεις. Στη μία, θα δούμε αυτούς που ενδιαφέρονται ειλικρινά και προβληματίζονται για τις επιλογές του Σάντος και την απόδοση των παικτών. Στην άλλη, τους μόνιμους αμφισβητίες, τους μίζερους από συνήθεια, τους γκρινιάρηδες που δεν πρόκειται ποτέ να ικανοποιηθούν, μολονότι στην ουσία ελάχιστα τους ενδιαφέρει η Εθνική.

Η σφραγίδα του Σάντος

Αδιαφορώντας πλήρως για τη δεύτερη όψη του νομίσματος, μένουμε στην πρώτη, για να έχει ουσιαστικό νόημα η κατάθεση, ή και η αντιπαράθεση απόψεων. Αρχίζω από τον Φερνάντο Σάντος, έχοντας την αίσθηση ότι δεν πρέπει να έχουμε από αυτόν κανένα παράπονο. Από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε την ομάδα έβαλε τη δική του σφραγίδα στο αγωνιστικό στιλ της. Ο Πορτογάλος έκανε αυτό που ξέρει πολύ καλά να κάνει και αυτό για το οποίο προσλήφθηκε. Οποιες και να είναι οι επιλογές του σε παίκτες, παρουσιάζει πάντα ένα σύνολο το οποίο με δυσκολία κερδίζει, αλλά με ακόμη μεγαλύτερη δυσκολία χάνει.

Τέτοια ακριβώς ομάδα ήταν και ο ΠΑΟΚ του Σάντος, για να μείνω στο πιο πρόσφατο δείγμα γραφής του πριν αναλάβει την Εθνική. Εχοντας επίγνωση των ποιοτικών χαρακτηριστικών των ποδοσφαιριστών,επέβαλε τη δική του συντηρητική αγωνιστική φιλοσοφία, που πάντα αποσκοπεί στη νίκη με… μισό – μηδέν και, εναλλακτικά, στην αποφυγή της ήττας.

Λένε πολλοί ότι ο Σάντος παίζει για να μη χάσει και όχι για να κερδίσει. Και όντως αυτό φάνηκε και στον ΠΑΟΚ και στην Εθνική. Ωστόσο, είναι βέβαιο ότι αν ποτέ του δινόταν η ευκαιρία να κοουτσάρει την Μπάγερν, την Μπαρτσελόνα, την Εθνική Γερμανίας, ή την Εθνική Ισπανίας, θα ήταν εντελώς διαφορετικοί οι αγωνιστικοί προσανατολισμοί του.

Για την επιλογή των διεθνών νομίζω ότι λίγα μπορούμε να πούμε, διότι, δυστυχώς, είναι ελάχιστοι οι Ελληνες ποδοσφαιριστές που δικαιούνται θέση στην Εθνική ομάδα. Οι ελληνικοί σύλλογοι “πλημμύρισαν” τα τελευταία χρόνια από ξένους παίκτες, οι θέσεις εργασίας λιγόστεψαν για τους Ελληνες, οπότε έτσι κι αλλιώς στένεψαν τα περιθώρια επιλογών. Αλλά κι από αυτούς που βγάζουν μεροκάματο παίζοντας στις βασικές ενδεκάδες των ομάδων τους, πόσοι αλήθεια αξίζουν και δεν τους έχει προσέξει ο Σάντος; Πολύ δύσκολα θα βρούμε να υποδείξουμε έστω δύο – τρία ονόματα…

Το εφικτό και όχι το επιθυμητό

Αν θελήσουμε να μιλήσουμε για τους παίκτες, η συζήτηση θα “απλωθεί” περισσότερο. Ναι, δεν παίζουν καλό ποδόσφαιρο. Βλέπεις την Εθνική και κουράζεσαι. Είναι αμφίβολο αν μπορεί να κερδίσει ακόμη και το Λιχτενστάιν. Ναι, δεν υπάρχει ματς χωρίς άγχος και αγωνία. Ναι, ελάχιστες φορές το θέαμα είναι ευχάριστο. Πώς, όμως, να παίξει ποδόσφαιρο ποιότητας αυτή η ομάδα; Οι ταχείς χαφ δεν υπάρχουν. Ο δεξιοτέχνης επιτελικός μέσος δεν υπάρχει. Οι ακραίοι επιθετικοί υψηλού επιπέδου δεν υπάρχουν. Δεν υπάρχει ποιότητα στο ελληνικό ποδόσφαιρο, γενικώς. Πώς μπορεί να είναι ποιοτική η Εθνική ομάδα;

Αν θέλουμε να είμαστε ρεαλιστές, πρέπει να δεχτούμε ότι παίζουμε το ποδόσφαιρο που μπορούμε και καλά κάνουμε που δεν προσπαθούμε να παίξουμε το ποδόσφαιρο που θα θέλαμε. Αυτή την αρχή υπηρέτησε πιστά και ο Οτο Ρεχάγκελ.

Στόχευσε στο εφικτό και όχι στο επιθυμητό. Και πέτυχε γιατί αφ’ ενός μεν ενέπνευσε τους διεθνείς, αφ’ ετέρου δε οι διεθνείς είχαν να του δώσουν αυτά που τους ζήτησε. Η “χημεία” εκείνης της φουρνιάς ήταν αριστουργηματική και συνδυάστηκε αρμονικά μια μια εύνοια της τύχης, που μόνο με μεταφυσικούς όρους θα μπορούσε να εξηγηθεί.

Δεν αρκεί μόνο το ταλέντο

Εδώ που τα λέμε, πάντως, με παίκτες περισσότερο δεξιοτέχνες, είχαμε λιγότερες διακρίσεις στο παρελθόν. Για παράδειγμα, η Εθνική του Δομάζου, του Δεληκάρη, του Κούδα και όλων των μεγάλων άσων της δεκαετίας του ’70, που μας χόρτασαν με θεαματικό ποδόσφαιρο, για το μόνο που μπορεί να υπερηφανευτεί είναι οι… άδοξοι αποκλεισμοί από τους τελικούς των μεγάλων διοργανώσεων. Με το πέρασμα των χρόνων αντιληφθήκαμε ότι το πηγαίο ταλέντο δεν είναι αρκετό.

Οτι χρειάζονται και πολλά άλλα. Συνείδηση Εθνικής ομάδας και πειθαρχία από τους παίκτες, σοβαρή οργάνωση από την ΕΠΟ, έξυπνη καθοδήγηση από τον προπονητή και συνδυασμός της προτροπής του αείμνηστου Αλκέτα Παναγούλια “γερά παιδιά, αέραααα, εμείς είμαστε Ελληνες και δεν καταλαβαίνουμε κανέναν”, με τη συγκεκριμένη, συνειδητά επιλεγμένη, “σφιχτή” αγωνιστική στρατηγική του αουτσάιντερ που ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία του Ελληνα ποδοσφαιριστή και των τεχνικών προδιαγραφών του.

Αυτά τα όπλα χρησιμοποιεί η Εθνική μας, με αφετηρία την εποχή Ρεχάγκελ. Και τα επιτεύγματά της είναι αξιέπαινα, καθώς έρχονται σε πλήρη αναντιστοιχία με τις παθογένειες του ποδοσφαίρου μας, που γίνονται πιο έντονες αντί να θεραπευτούν. Αν είναι ικανά να μας στείλουν στη Βραζιλία και αν αποδειχτούν αρκετά για να διακριθούμε εκεί, θα το δείξει το μέλλον…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ