ΑΕΚ: “Είμαι ο Μάρκο Νίκολιτς και είμαι ένας προπονητής που κερδίζει”

Πριν πέντε χρόνια, ο Μάρκο Νίκολιτς είχε προσδιοριστεί επαγγελματικά, ξεστομίζοντας απλώς και μόνο ότι είναι ένας προπονητής που κερδίζει. Τίτλους και τρόπαια. Νέτα σκέτα, χωρίς γαρνιτούρες, χωρίς εφετζίδικες αναλύσεις για διατάξεις, στιλ και τακτικές. Στην πρώτη του σεζόν στον πάγκο της ΑΕΚ το επιβεβαίωσε, οδηγώντας τη διαλυμένη πέρυσι Ένωση στην κατάκτηση του πρωταθλήματος.
Δυο μέρες απόμεναν για να βγει και ο Οκτώβριος. Τελευταία αγωνιστική υποχρέωση του δεύτερου μήνα του φθινοπώρου. Η ΑΕΚ με τα χίλια ζόρια, με γκολ στα χασομέρια, κατέβαλλε την (ημι)διαλυμένη Ηλιούπολη, ουραγό της Super League 2, διευρύνοντας τότε το απόλυτό της στη League Phase του Κυπέλλου Ελλάδας Betsson. H εικόνα δεν σήκωνε χαϊδολογήματα, ούτε φκιασίδια. Γι’ αυτό και οι δηλώσεις του Μάρκο Νίκολιτς αμέσως μετά το τέλος του παιχνιδιού ξένισαν.
Όχι επειδή παρουσίασε κάτι διαφορετικό από αυτό που έγινε – τουλάχιστον όχι τόσο – αλλά επειδή έδωσε την εντύπωση πως έψαχνε να βρει κάτι για να πιαστεί. Και να πείσει. Οι πατριώτες του έχουν μια φράση: jezik za zubima. Κυριολεκτικά σημαίνει “κράτα τη γλώσσα στα μάγουλα”. Κοινώς, πρόσεχε τι και πως το λες. Η αλήθεια είναι πως στα ξεκινήματα της επαγγελματικής προπονητικής καριέρας του, δεν το ‘χε.
Και του κόστισε. Δύο τίτλους. Έναν στην (αγαπημένη του μέχρι… φέτος) Παρτίζαν, στην πρώτη του θητεία εκεί και έναν άλλο στη Λιουμπλιάνα. Δεν κρύβονταν. Δεν συγκρατούσε συναισθήματα, δεν περιόριζε εκφράσεις. “Μιλούσε” ολόκληρος και όχι μόνο με τη γλώσσα, η οποία για κανέναν λόγο δεν έμενε στα μάγουλα. Κάπως έτσι, με λογιών λογιών συναισθηματισμούς – που ευκολότερα προκαλούν παρεξηγήσεις – δεν πανηγύρισε τα πρωταθλήματα με τους “γκρόμπαρι” και την Ολίμπια, φεύγοντας λίγο πριν το τέλος των αντίστοιχων σεζόν.
Του έμεινε. Το κράτησε. Προφανώς το δούλεψε. Προφανέστερα το δουλεύει ακόμη. Ο φακός τον έπιασε χτες, αμέσως μετά το γκολ – πρωτάθλημα του Ζοάο Μάριο – στα χασομέρια και δαύτο – κόντρα στον Παναθηναϊκό. Ολάκερη η Allwyn Arena πήγαινε, νοητά ή και κυριολεκτικά, στο σημαιάκι του κόρνερ, εκεί που άπαντες του πάγκου έτρεχαν να πανηγυρίσουν. Ο Σέρβος όμως έδειχνε, ήταν αταίριαστα, ως και απόκοσμα ατάραχος. Είχε μάλιστα γυρίσει την πλάτη του στον χαμό, λέγοντας κάτι σε όσους είχαν απομείνει δίπλα του. Καμία σύσπαση. Κανένα νεύρο. Κανένα συναίσθημα.
Και ας ούρλιαζε μέσα του.
Μετά τον Νοέμβριο
Ως εκείνο το απόγευμα στο χωράφι του γηπέδου του Αιγάλεω, η ΑΕΚ είχε προλάβει να κάνει τρεις ήττες σε όλες τις διοργανώσεις, ήταν στο -4 από τον πρωτοπόρο ΠΑΟΚ στη Stoiximan Super League και μόλις μια εβδομάδα αργότερα θα δυσκόλευε ακόμη περισσότερο το αυτονόητο, τη συνέχειά της δηλαδή από τη League Phaσε του Conference League με την ισοπαλία στη Νέα Φιλαδέλφεια κόντρα στους Σάμροκ Ρόβερς.
Από εκείνο το απόγευμα και έκτοτε, η Ένωση, στους επόμενους 6,5 μήνες, μόνο άλλες τόσες ήττες έκανε, άλλες τρεις. Δύο εκτός συνόρων (η μία χωρίς να κοστίσει, στη ρεβάνς των 16 από την Τσέλιε) και μόνο μία εντός (που κόστισε τον αποκλεισμό στο Κύπελλο από τον ΟΦΗ). Στο πρωτάθλημα, άλλη καμία, φτάνοντας έτσι αφρενάριστη ως την επιβλητική και δικαιότατη κατάκτησή του.
Το ‘χε πει. Κρατώντας τη γλώσσα στα μάγουλα, πάντα, αλλά το ‘χε πει. Εκεί, κατακαλόκαιρο, λίγο μετά το τέλος του βασικού σταδίου της προετοιμασίας. «Για εμάς θα είναι ευκολότερο από τον Νοέμβριο και μετά». Χωρίς να έχει επιβιώσει καν από τη βάσανο του θέρους, των τριών διεθνών προκριματικών γύρων χωρίς το παραμικρό δίχτυ ασφαλείας ώστε να φτάσει να συνεχίσει στο ευρωπαϊκό παλκοσένικο και μετά. Το φθινόπωρο. Τον χειμώνα. Την άνοιξη.
Λόγια. Ρίσκο. Έχοντας αναλάβει μια ομάδα καταρρακωμένη. Με πληγές ολούθε, ανοιχτές. «Μπορούμε να λέμε ψέματα στους εαυτούς μας, αλλά στον αθλητισμό η αλήθεια είναι ωμή, αδυσώπητη». Αλλοτινή του ατάκα, πλήρως όμως ταιριαστή σε ό,τι δέχτηκε, τέτοια εποχή πάνω κάτω πέρυσι, να παραλάβει στην Ένωση. Και η αλήθεια της, εκείνη τη στιγμή, ήταν απόλυτα ωμή.
Γαλουχημένος, μεγαλωμένος σε πολέμους, δεν γίνονταν να φοβηθεί αυτόν που τον περίμενε στην Αθήνα. Δύο έζησε στην πατρίδα του στα μικρατά του. Έναν εμφύλιο και έναν επεκτατικό, άλλων. Τη βραδιά που είδε ζωντανά, έφηβος, μαζί με τους γονείς του, σε μια μικρή τηλεορασίτσα φορτισμένη με μπαταρίες, στο κατασκότεινο σπίτι του ελέω γενικευμένης διακοπής ρεύματος, τον νονό του να ψάχνει τον νεκρό πατέρα του στα συντρίμμια του βομβαρδισμένου τηλεοπτικού μεγάρου στο Βελιγράδι, δεν πρόκειται να την ξεχάσει ποτέ. 23 Απριλίου 1999.
Έζησε κι άλλον έναν, επαγγελματίας πια, μα και πατέρας ο ίδιος πλέον, στη Ρωσία, στο δεύτερο πέρασμά του εκεί στην ΤΣΚΑ Μόσχας. Τι να του πει μια τέταρτη θέση, έξι σερί ήττες σε play offs και -22 από τον περυσινό πρωταθλητή Ελλάδας; Εκεί, στη Ρωσία, γνώρισε τον Χαβιέρ Ριμπάλτα. Αντίπαλοι ήταν, στον πρώτο του σταθμό εκεί. Δαύτος στον πάγκο της Λοκομοτίβ, ο Σπανιόλος αφεντικό στη Ζενίτ. Τέτοια η εκτίμηση, τέτοια η αναγνώριση, που όπου, μα όπου έκτοτε πήγε ο Ίβηρας, προσπάθησε να τον πάρει μαζί του. To πέτυχε, με κόπο, με προσπάθεια, με πειθώ, στην ΑΕΚ.
Ταυτότητα οι νίκες
Η αλήθεια είναι πως προκάλεσε απορία. Το ίδιο είχε συμβεί και μετά την απόφασή του να φύγει ύστερα από τη θριαμβευτική επάνοδό του στην Παρτιζάν. Από τότε, από την επιλογή δηλαδή της Βίντι, οι αποφάσεις του δεν λαμβάνονταν μόνο συναισθηματικά, μόνο βιοποριστικά ή μόνο καιροσκοπικά. Πάντα (ισχυρίζονταν πως) υποστήριζε, πως διάλεγε, πρότζεκτς.
Και από τη στιγμή που μάθαινε να συγκρατεί και να συγκρατείται, τα υποστήριζε με ένα μόνο τρόπο: να κερδίζει. Είτε για την «άγραφη» (παρά τις πλάτες του μέχρι πρότινος πανίσχυρου Ούγγρου πρωθυπουργού, Βίκτορ Όρμπαν) Βίντι, είτε για τον τριτο-τέταρτο – στην καλύτερη – πόλο του ρωσικού πρωταθλήματος, τη Λοκομοτίβ, είτε για την Σαμπάμπ Αλ Αχλί στα Εμιράτα, είτε για την χωρίς πρωτάθλημα (όταν πήγε) επτά χρόνια ΤΣΚΑ Μόσχας.
Και πάντα, φεύγοντας, ανεξαρτήτως πότε, πως και για που, το δικαιολογούσε. Παντού κέρδισε. Κάτι. Η επιρροή του, αλλά ακόμη ακόμη και η διορατικότητά του αποδεικνύεται από το τι ακολούθησε τα κατά τόπους φευγιά του. Η Παρτίζαν μαζί του κατέκτησε το τελευταίο πρωτάθλημα (2017) Σερβίας, το ίδιο και η Βίντι στην Ουγγαρία, η «Λόκο» μετά το Κύπελλο Ρωσίας του ’21 κάτι άλλο δεν προσέθεσε στην τροπαιοθήκη της, όπως και η ΤΣΚΑ μετά το αντίστοιχο του ’23.
«Ja sam trener koji osvaja». «Είμαι ένας προπονητής που κερδίζει», είχε δημοσίως ξεστομίσει πριν πέντε χρόνια σε μια από τις συνεντεύξεις (θαρρείς) εκθέσεις προόδου που ανά διαστήματα παραχωρεί σε συγκεκριμένη σέρβικη ιστοσελίδα. Κερδίζει. Ανεξαρτήτως συστημάτων, τακτικών, διατάξεων και όλων αυτών των (μάλλον) υπερτιμημένων για την ταυτότητα ενός προπονητή και σίγουρα παρεξηγημένων για την αποτελεσματικότητα και τη μεθοδολογία του.
Με αυτά τα συμβατικά και ξεπερασμένα μέτρα, σταθμά και κριτήρια, ο προπονητής Νίκολιτς της Βίντι δεν έχει καμία σχέση με τον προπονητή Νίκολιτς της Παρτιζάν. Ο προπονητής Νίκολιτς της Λοκομοτίβ δεν έχει καμία σχέση με αυτόν της ΤΣΚΑ. Και ο προπονητής Νίκολιτς της ΤΣΚΑ δεδομένα δεν έχει καμία σχέση με αυτόν της ΑΕΚ. Όπως και η γλώσσα (του), έτσι και το επαγγελματικό του dna, αλλάζει. Ή μήπως όχι;
“Ja sam trener koji osvaja”.
Αυτό, όχι, δεν αλλάζει.
Σέρβος, Σλάβος και Βαλκάνιος
Αναλλοίωτος παραμένει και ο εθισμός του στην πίεση. «Αν δεν μπορείς να τη διαχειριστείς, τότε άλλαξε επάγγελμα». Αλλιώς, δεν (θα μπορούσε να) γίνεται, δεν θα μπορούσε να το κάνει. Την ήττα, όπως κάθε φιλόδοξος επαγγελματίας, όπως κάθε παίκτης σε οποιοδήποτε παιχνίδι, την αποστρέφεται. Κάποτε, δεν μπορούσε καν να τη διαχειριστεί. Δεν τον χώραγε ο τόπος.
Πλέον, έχοντας εδώ και κάποια χρόνια φτιάξει τη δική του (κρατώντας την επιμελώς μακριά από οποιαδήποτε κοινή θέα) η οικογένειά είναι το καταφύγιο του. Δεν την είχε μαζί του στη Μόσχα. Η «ζημιά» που του έκανε ο πόλεμος εκεί ήταν πως περιόρισε τις καθημερινές πτήσεις από/προς το Βελιγράδι.
Εδώ, στην Αθήνα, είναι αλλιώς. Δίπλα του (σχεδόν) πάντα. Η αγαπημένη του λέξη είναι η οικογένεια. Ο αγαπημένος του ήχος η φωνή της κόρης του. Πρώτα και πάνω απ’ όλα βάζει την υγεία και την ευτυχία των δικών του και μετά, ένα σκαλί πιο κάτω, την προσωπική, επαγγελματική επιτυχία του. Εδώ, στην Αθήνα, (μπορεί να) τα ταυτίζει.
Λάτρεψε τη Μόσχα, σκοπεύει – δηλωμένα – να αγοράσει σπίτι στη Βουδαπέστη, έχει ξεχωριστή σχέση με τη γενέτειρά του, δηλώνει Σλάβος και Βαλκάνιος, ανεπηρέαστος από όσα εθνοκτόνα ανά τακτά διαστήματα φυτιλιάζουν τη πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης. Αυτός ουσιαστικά άφησε προπονητική «προίκα» στη Λοκομοτίβ, όταν αποφάσισε να κρεμάσει τα εξάταπα, τον Κροάτη Βέντραν Τσόρλουκα. Αυτός, τρία χρόνια αργότερα έπεισε τον μουσουλμάνο Βόσνιο Μίραλεμ Πιάνιτς να ενταχθεί στην ΤΣΚΑ.
Η πειθώ, η διαχείριση και ο λογαριασμός
Ανοίγει παρένθεση. Έπεισε. Άλλο και δαύτο. Απότοκο μάλλον των αρχικών (αλλά μακροχρόνων σε κάθε περίπτωση) προπονητικών βημάτων στη Ραντ και στη Νέων της Σερβίας. Εμπλέκεται, θέλει να εμπλέκεται, στην τελική διαδικασία της πειθούς για κάθε παίκτη που υπογράφει σε ομάδα του. Και ο θρύλος θέλει (υπερβολικός ναι, αλλά γι’ αυτό και θρυλείται), να μην χάνει ποτέ, κανέναν. Ανεξαρτήτως ηλικίας.
Τον Δημήτρη Καλοσκάμη τον έπεισε σε μια βιντεοκλήση, ενόσω ο Έλληνας μέσος ήταν σ’ έναν γάμο. Και σε αυτήν, του έδειξε πόσο καλά τον γνωρίζει. Έτσι, στο φτερό. Άλλο κεφάλαιο, άλλο level o Λούκα Γιόβιτς. Ήταν, έγινε, αποδείχτηκε, ο… Πιάνιτς της ΑΕΚ, του περασμένου καλοκαιριού.
Όση καλή προεργασία και αν έκανε το alter ego του Νίκολιτς στον σχεδιασμό και στο πλανάρισμα της Ένωσης (Ριμπάλτα), η δική του συμβολή, η δική του εγγύηση έπεισε. Και τον συμπατριώτη του και την ιδιοκτησία του club για την επένδυση που απαιτούνταν (ειδικά έχοντας κατά νου το τι, την προηγούμενη κιόλας χρονιά είχε προηγηθεί σε ανάλογες. Και τι είχε πληρωθεί).
Κλείνει η παρένθεση.
Στην ΑΕΚ διαχειρίστηκε το πιο πολυεθνικό ανθρώπινο μωσαϊκό που είχε ποτέ στην καριέρα του. Αποδυτήρια στελεχωμένα από δεκαέξι (16) διαφορετικές εθνικότητες μέχρι τα μέσα της σεζόν, οπότε και προστέθηκαν άλλες δύο. Ο Μαγυάρος (και προσωπική του επιθυμία, καψούρα, από τα χρόνια που τον είχε αντίπαλο στην Ουγγαρία) Μπάρναμπας Βάργκα και ο Αφρικανός (από τη Ρουάντα) Χακίμ Σαχαμπό.
Ο Βάργκα έγινε ο τέταρτος ουσιαστικά που προσέθεσε στο rotation του αγωνιστικού κορμού που παρέλαβε. Ένας σε κάθε γραμμή. Μόνο. Ρέλβας, Μάριν, Γιόβιτς οι προηγούμενοι τρεις. Ενδεικτικό (και αυτό) της αλλαγής που συντελέστηκε. Με τα ίδια, ουσιαστικά, υλικά και την απαιτούμενη γαρνιτούρα, το πιάτο που σερβιρίστηκε αποδείχτηκε και νόστιμο, μα κυρίως, θρεπτικό για να χορτάσει, να ικανοποιήσει την «πείνα». Τη δική του, αλλά και όλων του οργανισμού της ΑΕΚ.
Και ας την έκρυβε. Παραμονές Χριστουγέννων, (υπενθυμίζεται πως) έθετε ως στόχο μια θέση στην τριάδα. «Στάδιο της διαδικασίας», το δικαιολογούσε. Σαφές, ευδιάκριτο, ξεκάθαρο πια, πως είτε το πίστευε όντως, είτε κρατούσε τη γλώσσα του – και πάλι – στα μάγουλα, δεν το επιδίωκε. Το ποδόσφαιρο, κατά δήλωσή του, εκθέτει τις ψευδαισθήσεις. Ο πίνακας, ποτέ δεν ψεύδεται. Τότε, πριν τις γιορτές, η ΑΕΚ ήταν πρώτη. Ποιες ψευδαισθήσεις; Και ποια τριάδα;
Δομή της διαχείρισης, η πειθαρχία. Δεν διαφημίστηκε. Εφαρμόστηκε. «Το ταλέντο είναι σύνηθες. Η πειθαρχία σπανίζει». Πειθαρχία όχι με μαστίγιο και βούρδουλα, αλλά με παράδειγμα. Το περιστατικό της αποπομπής του επί χρόνια βοηθού του, του Αλεξάνταρ Ρόγκιτς τον Φεβρουάριο (του ίδιου δηλαδή που τον Νοέμβριο, ο Νίκολιτς είχε συστήσει στον τότε νέο εκλέκτορα της Σερβίας, Βέλικο Παούνοβιτς για να τον πάρει, έστω προσωρινά, στο επιτελείο του, όπως και έγινε), μόνο και μόνο επειδή μια προφανώς αβλεψία του (να παρακολουθήσει, χωρίς πρότερα να ενημερώσει, αγώνα μπάσκετ του Ολυμπιακού μαζί με – διάολε – τον Νόβακ Τζόκοβιτς), ενδεικτικό.
Όπως και ο τρόπος που όλοι αυτοί στα πολυεθνικά αποδυτήρια της πρωταθλήτριας πλέον ΑΕΚ, τον αντιμετωπίζουν, ανεξαρτήτως αγωνιστικού στάτους και χρόνου συμμετοχής. Η σύγκριση με το (πολύ) πρόσφατο παρελθόν, ακόμη περισσότερο ενδεικτική. Απεχθάνεται τον ήχο που κάνει το πιρούνι στο άδειο πιάτο. Το δικό του, της ΑΕΚ, του κόσμου της, φρόντισε να το γεμίσει στην πρώτη κιόλας χρονιά του. Χωρίς κανείς να το περιμένει, χωρίς καν να έχει όχι την απαίτηση, έστω την προσδοκία.
Κανείς; Ε, όχι δα. “Το κοινό μπορεί να συζητά για τακτικές, αλλά τα τρόπαια και οι τίτλοι είναι αυτά που μένουν για πάντa”.
Γράψτε, από χτες το βράδυ, έναν ακόμη στο λογαριασμό του Μάρκο Νίκολιτς.