ΣΕΦ, το αθλητικό

Το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας συμπληρώνει 30 χρόνια από την κατασκευή του και το Sport24.gr σας παρουσιάζει όλη τη δραστηριότητα του φαληρικού σταδίου μέχρι σήμερα.
Δεκαέξι Φεβρουαρίου 1985-16 Φεβρουαρίου 2015: συμπληρώθηκαν 30 ολόκληρα χρόνια από την ημέρα που το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας συστήθηκε για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό. Έκτοτε, αποτέλεσε τη σκηνή πάνω στην οποία παρέλασαν μερικά από τα μεγαλύτερα αστέρια του αθλητισμού, χαρίζοντας στιγμές που έμελλαν να περάσουν στην ιστορία ως μοναδικές.
Τριάντα ολόκληρα χρόνια ( ΕΔΩ μπορείτε να δείτε όλη τη δράση του Σταδίου Ειρήνης αυτές τις τρεις δεκαετίες), τόσες μεγάλες στιγμές. Το κλειστό Στίβου το 1985, ο άθλος του ’87, οι χρυσές εποχές της εθνικής ομάδας βόλεϊ… Το πρώτο μεγάλο στάδιο της Αθήνας, το οποίο χωρούσε χιλιάδες θεατών και πολλές περισσότερες συγκινήσεις.
Δεν πέρασαν παρά ελάχιστες ημέρες μετά την ολοκλήρωση των έργων, προκειμένου το ΣΕΦ να υποδεχτεί την πρώτη μεγάλη διοργάνωση, η οποία μάλιστα ήταν Πανευρωπαϊκού βεληνεκούς: το Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Κλειστού Στίβου, το οποίο διεξήχθη τον Μάρτιο του 1985. Αυτή ήταν και η πρώτη μεγάλη διοργάνωση που φιλοξενήθηκε στο φαληρικό γήπεδο. Η πρώτη από τις πολλές που ακολούθησαν. Ήταν το “παλάτι” του βασιλιά των Ολυμπιακών αγώνων, το “σπίτι” του Πανελλήνιου Πρωταθλήματος Στίβου από το 1986 ως το 2002, αλλά και από το 2012 ως σήμερα.
Δύο χρόνια μετά τα εγκαίνια διοργανώθηκε το Eurobasket του 1987 και το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας εξελίχθηκε σε συνώνυμο της άνθησης του ελληνικού μπάσκετ. Στις 14 Ιουνίου του 1987 η Ελλάδα του Γκάλη, του Γιαννάκη, του Φασούλα, του Καμπούρη, του Χριστοδούλου και των άλλων “τιτάνων” του ελληνικού μπάσκετ έφτανε στην κορυφή, νικώντας μεγαθήρια όπως η Ιταλία, η Γιουγκοσλαβία και η Σοβιετική Ένωση, την οποία μάλιστα νίκησε για δεύτερη φορά στον αλησμόνητο τελικό που η τύχη της χώρας βρισκόταν στα “χέρια ενός τίμιου γίγαντα” όπως φώναζε ο Φίλιππος Συρίγος.
Το Eurobasket του 1987 ήταν, απλώς, η αφορμή. Η συνέχεια περιελάμβανε εξίσου λαμπρές αθλητικές διοργανώσεις. Αρχής γενομένης από τον μεγάλο τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων του 1989. Η Ρεάλ Μαδρίτης του αείμνηστου Ντράζεν Πέτροβιτς φιλοξένησε την ιταλική Καζέρτα, της οποίας ηγούνταν ένας από τους μεγαλύτερους σκόρερ των ευρωπαϊκών παρκέ, ο Όσκαρ Σμιντ. Ο “Μότσαρτ” σταμάτησε στους 62 πόντους, ενώ ο Βραζιλιάνος σκόρερ στους 44. Για την ιστορία, η Ρεάλ πήρε τη νίκη με 117-113 και έφτασε στην κατάκτηση του τροπαίου. Στην παρέα και ένας κοκκινομάλης με φονικό σουτ, που έμελλε να γράψει τη δική του ιστορία στα ελληνικά γήπεδα, φορώντας μάλιστα τη φανέλα τόσο του Ολυμπιακού, όσο και του Παναθηναϊκού. Το όνομα του; Τζόνι Ρότζερς.
Με τον Γκάλη, τον Γιαννάκη και τα άλλα παιδιά
Ωστόσο η πρώτη “πορτοκαλί” εμπειρία στο φαληρικό γήπεδο είχε προηγηθεί του ’87. Δύο χρόνια μάλιστα. Ήταν το 1985 όταν διοργανώθηκε στην Αθήνα ο τελικός του Κυπέλλου Πρωταθλητριών. Με τον προβολέα να πέφτει διαρκώς πάνω στον μεγάλο πρωταγωνιστή, τον έναν και μοναδικό Ντράζεν Πέτροβιτς, που έδειξε λίγο από το ταλέντο του οδηγώντας την Τσιμπόνα στην κατάκτηση του τροπαίου με τη νίκη επί της Ρεάλ Μαδρίτης με 87-78.
Η συνέχεια, ωστόσο, ήταν εξίσου λαμπρή. Η επόμενη μεγάλη μπασκετική επιτυχία ήταν η ανάληψη του Final Four του Κυπέλλου Πρωταθλητριών του 1993, στο οποίο συμμετείχε και ο ΠΑΟΚ. Ο “δικέφαλος”, με τον Ντούσαν Ίβκοβιτς στον πάγκο του, βρέθηκε αντιμέτωπος με την Μπενετόν Τρεβίζο του Τόνι Κούκοτς, η οποία αποδείχθηκε ανυπέρβλητο εμπόδιο. Ακόμη και σήμερα αυτή η ομάδα θεωρείται η πληρέστερη που παρέταξε ποτέ η ομάδα της Θεσσαλονίκης. Στον ημιτελικό όμως το τρίποντο του Ραγκάτσι έβαλε το “καρφί στο φέρετρο” του ΠΑΟΚ, όπως έγραψε το “Τρίποντο”.
Τελευταία -μέχρι στιγμής- μεγάλη διοργάνωση ήταν το Mundobasket του 1998. Η Εθνική ομάδα ήταν οικοδέσποινα και με τον Παναγιώτη Γιαννάκη για πρώτη φορά στον πάγκο της έφτασε μέχρι την τέταρτη θέση της διοργάνωσης, χάνοντας από Γιουγκοσλαβία και Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, αντίστοιχα, την ευκαιρία για να κατακτήσει ένα μετάλλιο σε μεγάλη διοργάνωση. Ο ημιτελικός απέναντι στους “πλάβι” του Ζέλικο Ομπράντοβιτς έχει μείνει αξέχαστος, ως η μεγάλη μας ευκαιρία, σε ένα παιχνίδι που κρίθηκε από συνεχόμενες ελληνικές άστοχες βολές.
Ενδιάμεσα το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας είχε παραδώσει τα σκήπτρα ως το “μεγαλύτερο κλειστό γήπεδο της χώρας” στο ΟΑΚΑ που βρισκόταν αρκετά χιλιόμετρα μακριά στην Καλογρέζα. Το κλειστό των Ολυμπιακών Εγκαταστάσεων εγκαινιάστηκε το 1995 κι αυτό με μια πρωτιά για την Ελλάδα, το χρυσό μετάλλιο στο Παγκόσμιο Εφήβων από την τρομερή ομάδα των Ρεντζιά, Κακιούζη, Καράγκουτη, Χατζή και Καλαϊτζή.
Το ΟΑΚΑ με το πέρασμα των χρόνων έγινε το “σπίτι” του μπάσκετ και της εθνικής ομάδας, διοργάνωνε τα περισσότερα τουρνουά Ακρόπολις, αφήνοντας στο ΣΕΦ ως μοναδική απόχρωση πορτοκαλί χρώματος τον Ολυμπιακό. Το φαληρικό στάδιο αποτελεί από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 την έδρα του Ολυμπιακού. Συγκεκριμένα από το 1990 ως και το 2002, όταν δηλαδή η ομάδα του Πειραιά “μετακόμισε” στο Ρέντη λόγω των έργων ανακατασκευής για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Από τον Σεπτέμβριο εκείνου του έτους, ωστόσο, ο Ολυμπιακός επέστρεψε στο γήπεδο που αποτελεί ως τώρα την έδρα του.
Ένα γήπεδο συνδεδεμένο με την ιστορία του ελληνικού μπάσκετ
Στο ΣΕΦ ο Γιώργος Σιγάλας πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας του, κυνηγώντας τον καλύτερο περιφερειακό της αντίπαλης ομάδας. Σκόραρε αμέτρητους πόντους, πανηγύρισε τίτλους, έζησε μεγάλες στιγμές, με τον Ολυμπιακό και την Εθνική. Το κισμέτ, όμως, τον έφερε ξανά στον ίδιο χώρο. Από άλλο πόστο, με άλλες ευθύνες, αλλά με κοινό παρανομαστή. Εδώ και δύο χρόνια είναι υπεύθυνος του γηπέδου που “τα τελευταία δύο χρόνια έχει αφεθεί, αλλά δουλεύουμε προς αυτή την κατεύθυνση. Θέλουμε να δώσουμε πνοή σ’ αυτό το δημιούργημα που έχει βραβευτεί σε αρχιτεκτονικό επίπεδο”.
Ο “Ράμπο” γύρισε πίσω το βιβλίο της ιστορίας αναφέροντας ότι “αυτό το γήπεδο φτιάχτηκε για τους Πανευρωπαϊκούς του στίβου το 1984. Έχει φιλοξενήσει μεγάλες αθλητικές εκδηλώσεις, συναυλίες και όχι μόνο. Μέχρι να φτιαχτούν και άλλα μεγάλα γήπεδα στην Αττική, ήταν ουσιαστικά ο μοναδικός χώρος που μπορούσε να φιλοξενήσει μεγάλες εκδηλώσεις. Είναι ο βασικός οικοδεσπότης του στίβου και του Ολυμπιακού. Την άλλη εβδομάδα έχουμε πανελλήνιο πρωτάθλημα κλειστού στίβου το οποίο φιλοξενείται κάθε χρόνο, ενώ φιλοξενούνται και εκθέσεις και παρά τα φορητά κτίρια που αφαιρέθηκαν και έδιναν επιπλέον έσοδα, συνεχίζει να προσφέρει”.
Στόχος, πλέον, είναι “να καταθέσουμε τις προτάσεις μας και να χαράξουμε με τη νέα ηγεσία του Υφυπουργείου Αθλητισμού νέα πορεία. Να δούμε τι νέο θα μπορούσε να προσφέρει αυτό το στάδιο”.
Το ερέθισμα που έκανε τον Γιώργο Σιγάλα – και χιλιάδες άλλα παιδιά – να ασχοληθεί με το μπάσκετ δεν ήταν άλλο από το 1987, τον άθλο που έκανε το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας να δονείται από ιαχές και να ποτίζεται από δάκρυα χαράς και σαμπάνια. Στο κέντρο οι “12 Θεοί” του μπασκετικού Ολύμπου. Ο Γκάλης, ο Γιαννάκης και φυσικά ο Παναγιώτης Φασούλας, που έμελλε να γίνει παίκτης-σύμβολο για τον Ολυμπιακό, αλλά και εν συνεχεία Δήμαρχος του γειτονικού Πειραιά.
“Το γήπεδο αυτό είναι συνδεδεμένο με την ιστορία του ελληνικού μπάσκετ” εξηγεί η “Αράχνη” και συνεχίζει: “Από τη στιγμή που χτίστηκε το 1984 αυτό το στάδιο και ήρθαν αγώνες πραγματοποιήθηκε μια εποποιία. Με την κατασκευή του απέδειξε πως οι υποδομές όταν αξιοποιούνται ανεβάζουν τη χώρα, εν αντιθέσει με τις υποδομές του 2004 που έμειναν στάσιμες”.
Όσο για τις αναμνήσεις; “Τι να πρωτοθυμηθώ; Από το Eurobasket του 1987 μέχρι τους αγώνες σε Ολυμπιακό και ΠΑΟΚ, το γήπεδο αυτό είναι συνδεδεμένο με τους καλύτερους αγώνες της ζωής μου. Ακόμα και για αθλητές στίβου ισχύει αυτό, καθώς πρόκειται για το μοναδικό στάδιο, πλέον, του φιλοξενεί αγώνες κλειστού στίβου”.
Ξεπερνά τα όρια ενός αθλητικού χώρου
Το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας ήταν χώρος ο οποίος πληρούσε τις προϋποθέσεις για να διεξαχθούν όλες οι μεγάλες διοργανώσεις, όχι μόνο αυτές του μπάσκετ. Έτσι, η παγκόσμια ομοσπονδία βόλεϊ δεν μπορούσε να μείνει ασυγκίνητη κι είναι χαρακτηριστικό το γεγονός πως από το 1992 μέχρι το 1996 έλαβαν χώρα εκδηλώσεις που σχετίζονταν με το βόλεϊ. Από τα Final Four των Κυπέλλων Πρωταθλητριών και Κυπελλούχων (1992-1993-1996), μέχρι Ευρωπαϊκά και Παγκόσμια Πρωταθλήματα (1994-1995). Μερικοί από τους μεγαλύτερους παίκτες του κόσμου, εκείνης της περιόδου, παρέλασαν για τα μάτια του αθηναϊκού κοινού.
Η ανακατασκευή του κλειστού για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας είχε άμεση σχέση με τους αγώνες βόλεϊ. Αυτό γιατί στο φαληρικό γήπεδο φιλοξενήθηκαν οι αγώνες της Εθνικής ομάδας, αλλά και όλη η τελική φάση, στην οποία η Βραζιλία, έχοντας μερικούς παίκτες-θρύλους στη σύνθεσή της (Μαρσελίνιο, Ντάντε, Τζίμπα) έφτασε στην κατάκτηση του χρυσού μεταλλίου, επικρατώντας της Ιταλίας.
Στο γήπεδο αυτό, όμως, γράφτηκε μία από τις πιο “χρυσές” σελίδες της ιστορίας του τμήματος βόλεϊ του Ολυμπιακού. Οι “ερυθρόλευκοι” με τους Τσακιρόπουλο, Γκιούρδα, Χριστοφιδέλη, Κουρνέτα, Μιλίνκοβιτς, μεταξύ άλλων, στο ρόστερ τους, επικρατούσαν της Ορτέκ Νεσελάντε με 3-0 σετ και έφταναν στην κατάκτηση του Top Teams Cup της σεζόν 2004-05.
Ο Στέλιος Προσαλίκας, ο προπονητής της Εθνικής ομάδας βόλεϊ που αγωνίστηκε στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 στο ΣΕΦ, μίλησε και για το ΣΕΦ επεκτείνοντας τα όρια της κεντρικής σάλας. “Το γήπεδο αυτό είναι ένα καταπληκτικό αθλητικό αρχιτεχνούργημα, το οποίο τόσο εξωτερικά με την πρωτοποριακή αρχιτεκτονική του, όσο και εσωτερικά, δημιουργεί σε αθλητές και θεατές μια περηφάνια. Ειδικά σε μένα, που έζησα όλα τα παιχνίδια της Εθνικής Ανδρών, ήταν μεγάλη η συγκίνηση να βλέπεις κατάμεστο το Ειρήνης και Φιλίας, κάθε φορά που το βλέπαμε έτσι είναι μια μνήμη την οποία δεν πρόκειται να ξεχάσει κανείς.
Αυτό το γήπεδο έχει μεγάλη αξία και στους κρυμμένους χώρους του. Τα προπονητικά γήπεδα που διαθέτει είναι υψηλού επιπέδου, με υψηλής τεχνολογίας όργανα, με πάρα πολλές αίθουσες διαλέξεων, που έχουμε κάνει δεκάδες σεμινάρια. Συγκεκριμένα για το βόλεϊ λειτουργούσαν συγχρόνως δύο προπονητικά γήπεδα, με δική τους αίθουσα βαρών και εξέδρες, όπου μπορούν να φιλοξενηθούν τοπικές συναντήσεις και φιλικοί αγώνες.
Αυτό, λοιπόν, ξεπερνάει τα όρια ενός αθλητικού χώρου, ο οποίος θα πρέπει να συντηρείται καλά, εφόσον τον θεωρούμε ως έναρξη του μεγάλου ονείρου της Αττικής, που είναι το παραλιακό μέτωπο, το οποίο θα ξεκινάει από το ΣΕΦ και θα φτάνει, τουλάχιστον, μέχρι τη Γλυφάδα-Βούλα και το έργο αυτό εκτός από το τουριστικό ενδιαφέρον θα ανεβάσει και όλη την αθλητικότητα της πόλης”.
Ο Θανάσης Μπελιγράτης έζησε την πορεία του ελληνικού βόλεϊ από ένα διαφορετικό πόστο αυτό του παράγοντα. Ήμουν πρόεδρος από το 1993 μέχρι το 2001. Κατά τη διάρκεια της θητεία μου έγιναν πολλές αθλητικές εκδηλώσεις παγκόσμια πρωταθλήματα, Ευρωπαϊκά κλπ. Είναι ένα στάδιο με τεράστια αθλητική δραστηριότητα συν τα βοηθητικά γήπεδα που τα αφιερώναμε στις αναπτυξιακές ομάδες.. Ήταν αθλητικό κέντρο, όμως κατορθώσαμε δίχως να υπάρχει εμπόδιο από αθλητικές διοργανώσεις να γίνει εκθεσιακό κέντρο τόσο εντός όσο και εκτός, όπως είχαμε κάνει και εκθεσιακό κέντρο δίπλα από το ΣΕΦ.
Επί δικής μου διοίκησης παραδώσαμε στο 84% τα έσαδα του προϋπολογισμού. Το κράτος δεν επιχορηγούσε πολλά χρήματα παρά μόνο λειτουργικά. Κι αυτό έγινε μεγάλο αφιέρωμα από το European Business με το πως ένα αθλητικό κέντρο μπορεί να εξοικονομεί και πόρους
Οι ευχάριστες αναμνήσεις ήταν αθλητικές διοργανώσεις και κυρίως το παγκόσμιο πρωτάθλημα του βόλεϊ. Περάσαμε μεγάλες αναμνήσεις. Αυτή η οκταετία που έζησα στο ΣΕΦ ήταν ένα από τα καλύτερα της αθλητικής μου καριέρας που ξεπερνάει τα 50 χρόνια”.
Συναισθήματα που δεν χωρούν ούτε στην εξέδρα των 15.000 θέσεων έχουν γεννηθεί στην κεντρική αρένα του Σταδίου, όπως πιστοποιεί ο Κώστας Χριστοφιδέλης, που δεν ξεχνάει τον πρώτο τίτλο που κατέκτησε με τον Ολυμπιακό το 1996. “Σχετικά με τη δική μου περίπτωση είναι ένα γήπεδο με το οποίο έχω δεθεί συναισθηματικά. Εκεί κατέκτησα τον πρώτο μου τίτλο ως επαγγελματίας, με τον Ολυμπιακό το 1996. Ο τίτλο αυτός μάλιστα ήταν και ευρωπαϊκός, οπότε αποκτά μεγαλύτερη αξία. Οι αναμνήσεις μόνο ευχάριστες και θετικές είναι αυτό το συγκεκριμένο γήπεδο. Εύχομαι στο μέλλον να γευτούμε και να πανηγυρίσουμε ανάλογες επιτυχίες σε συλλογικό αλλά και εθνικό επίπεδο”.
Βγάζει ένα συναίσθημα αγωνιστικότητας
Κοιτώντας πίσω οι περισσότεροι αθλητές κρατούν μόνο τις ευχάριστες στιγμές, που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι πολλές. Όπως αυτές που κρύβει στην καρδιά του ο Άκης Χατζηαντωνίου: “Είναι ένα καταπληκτικό γήπεδο βόλεϊ. Βγάζει ένα συναίσθημα αγωνιστικότητας και έκανε πιο ανταγωνιστικό το άθλημα Έχουν συμβεί μεγάλα αθλητικά γεγονότα τόσο στο βόλεϊ όσο και στο μπάσκετ που όταν περνάς απ’ έξω και το κοιτάς σε πιάνει δέος. Οι αναμνήσεις από το γήπεδο αυτό είναι πολλές και είναι πάρα πολύ όμορφες. Υπήρχαν και μερικές άσχημες, αλλά εγώ έχω κρατήσει μόνο τις ευχάριστες, οι οποίες είναι αρκετές!”
Αθλητισμός δεν είναι μόνο τα ομαδικά αθλήματα. Είναι και τα ατομικά. Και όσοι έχουν περάσει από το φαληρικό γήπεδο το γνωρίζουν πολύ καλά. Εκεί, άλλωστε, έχουν φιλοξενηθεί αθλητικές εκδηλώσεις υψηλού επιπέδου. Μερικές εξ αυτών στην πάλη. Το 1986 και 1988, αντίστοιχα, φιλοξενήθηκαν οι αγώνες του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Ελληνορωμαϊκής και Ελευθέρας Πάλης, καθώς και το Παγκόσμιο Κύπελλο Ελευθέρας Πάλης.
Στο στάδιο αυτό, όμως, φιλοξενήθηκαν και αγώνες ενόργανης γυμναστικής. Το 1990 πραγματοποιήθηκε το Πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα ενόργανης γυμναστικής γυναικών, ενώ έναν χρόνο αργότερα, το 1991, έλαβε χώρα το παγκόσμιο πρωτάθλημα ρυθμικής γυμναστικής, στο οποίο έλαμψε το άστρο της Αλεξάντρα Τιμοσένκο.
Για τη Γεωργία Κοκλώνη, την κορυφαία Ελληνίδα σπρίντερ της σύγχρονης εποχής, το ΣΕΦ είναι το “αγαπημένο μου στάδιο”, διότι “είναι ό,τι πρέπει για αγώνες στίβου. Όλα τα ρεκόρ μου τα έχω κάνει εκεί, οπότε δεν γίνεται να μην μου αρέσει ιδιαιτέρως.Όσο γα τις αναμνήσεις, σε αυτό το γήπεδο έχω αγωνιστεί σε Βαλκανικά πρωταθλήματα, Πανελλήνια, έχω προκρίσεις σε Ευρωπαϊκά και Παγκόσμια. Οι αναμνήσεις είναι πολλές, αλλά και ευχάριστες. Χαίρομαι που γύρισαν πάλι οι αγώνες σε αυτό το όμορφο στάδιο”.
Η πραγματική Dream Team του ΣΕΦ ήταν η ομάδα της Άρσης Βαρών
Ξεχωριστή αναφορά αξίζει το παγκόσμιο Πρωτάθλημα Άρσης Βαρών του 1999. Η “dream team” του Χρήστου Ιακώβου, αποτελούμενοι -μεταξύ άλλων- από τους Πύρρο Δήμα, Κάχι Καχιασβίλι, Βαλέριο Λεωνίδη, Λεωνίδα Σαμπάνη προετοιμαζόταν για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σίδνεϊ και πραγματοποίησε μία μεγάλη παράσταση μπροστά στο ελληνικό κοινό, με τον Πύρρο Δήμα να καταγράφει παγκόσμιο ρεκόρ στο αρασέ, στην κατηγορία των 85 κιλών, σηκώνοντας 180,5. Ήταν η εποχή που η άρση βαρών είχε μπει για τα καλά στα σπίτια των Ελλήνων, σε ένα παγκόσμιο πρωτάθλημα, στο οποίο η χώρα μας πανηγύρισε 7 μετάλλια.
Το “πως μπορώ να ξεχάσω” του Παπάζογλου ντύνεται για τον Χρήστο Ιακώβου με εικόνες από το 1999. “Αυτό έχει μείνει στη μνήμη μου από τότε. Το στάδιο ήταν γεμάτο, ενώ υπήρχε κι άλλος τόσος κόσμος έξω από αυτό. Ήταν σταθμός στην καριέρα μου. Όλοι οι Έλληνες είδαν τους αθλητές της χώρας να κερδίζουν μετάλλια, ενώ όλο το γήπεδο φώναζε ‘’Ιακώβου, Ιακώβου’’ και αυτό ήταν κάτι πολύ σπουδαίο. Μακάρι να υπάρχουν κι άλλες τέτοιες στιγμές στον ελληνικό αθλητισμό”.
Μακάρι…