Ορέστης Καρνέζης: “Θα ζούσα ή θα πέθαινα”

Στη μυθολογία οι Ερινύες καταδίωξαν τον Ορέστη. Στο ποδόσφαιρο έγινε ο ίδιος εκδίκηση. Από "ανέκδοτο" στο Καμπιονάτο. Από την απαξίωση στο τέρμα της Εθνικής. Αυτή όμως είναι η μοίρα του γκολκίπερ: ζει και πεθαίνει σε 90 λεπτά. Ο Καρνέζης έζησε.. Και τώρα περιγράφει στο Sport24.gr τη μαύρη εκείνη νύχτα, τα ανατριχιαστικά λόγια του Φερέιρα, το λάθος με τον Φάμπρι, το μαγικό Μουντιάλ, την απορία για τον Σάντος και την καταξίωση στην Ουντινέζε.
Τετάρτη των Θεοφανείων, ώρα Ιταλίας 12.30 μμ και στο γήπεδο της Ουντινέζε πριν ξεκινήσει η αναμέτρηση με την Αταλάντα, εκπρόσωποι των γηπεδούχων ετοιμάζονται να βραβεύσουν τον Ορέστη Καρνέζη. Και όχι με ένα απλό βραβείο, αλλά με εκείνο του καλύτερου παίκτη της ομάδας για τη σεζόν 2014-2015. Συγκέντρωσε περίπου το 80% των ψήφων των φίλων της ομάδας, ποσοστό αυτοδυναμίας που δεν έχει πιάσει ούτε καν ο μύθος του κλαμπ, Αντόνιο Ντι Νατάλε. Φοβερό.
Και το πιο φοβερό είναι πως αν του έλεγε κάποιος αρχές του 2011, όταν συστήθηκε κάπως βίαια στο ελληνικό ποδοσφαιρικό κοινό, πως στα επόμενα τέσσερα χρόνια – τόσο δεν κρατάει μία κυβέρνηση στην Ελλάδα καλά-καλά- θα έχει γίνει βασικός στον Παναθηναϊκό, θα γραφόταν το όνομα του για την Ίντερ και τη Ρόμα, θα έπαιζε βασικός με την Εθνική σε Μουντιάλ και θα ήταν ο καλύτερος παίκτης της Ουντινέζε στο απαιτητικό Καμπιονάτο, μπορεί και να του έλεγε τίποτα…βαριές κρητικές κουβέντες. Άντε Κερκυραϊκές, καθώς από εκεί κρατάει η σκούφια του.
Εδώ επιβάλλεται μία άνω τελεία, που λένε και στα πολιτικά πάνελς. Όχι για διαφημίσεις, αλλά για εξηγήσεις. Η περίπτωση του Καρνέζη είναι από αυτές που όταν τις βλέπεις σε ταινία, λες “Πάλι το ίδιο σενάριο; Τύπος που δεν του πάει τίποτα καλά, όλα στραβά και ανάποδα στο ξεκίνημα της καριέρας του, ατυχίες, κράξιμο, στο όριο να τα παρατήσει και να γυρίσει στο χωριό του και τελικά κάτι γίνεται και όλα φτιάχνουν. Τα έχουμε δει μωρέ”. Σωστά, τα έχουμε δει. Σε ταινίες. Γιατί στο ποδόσφαιρο και δη στο ελληνικό, δεν γνωρίζω πολλές περιπτώσεις παικτών, που να είχαν τόσο ανάποδο ξεκίνημα, τέτοια κατάρα και κατακραυγή και όχι μόνο δεν γύρισαν στο χωριό τους, αλλά γύρισαν όλο τον κόσμο (σε κάτι παραπάνω από 80 ημέρες) και γεύτηκαν επιτυχίες και εμπειρίες, που άλλοι με πιο…νορμάλ ξεκίνημα στην πορεία τους, δεν τις έχουν ονειρευτεί καν.
Του ζητήσαμε να ξετυλίξει το κουβάρι των αναμνήσεων και να κάνει ένα flash-back, για να θυμηθεί σημαντικές στιγμές, ανθρώπους που τον βοήθησαν και ματς – σταθμούς που τον έφεραν ως εδώ. Βασικό στην Εθνική Ελλάδος, καλύτερο παίκτη της Ουντινέζε σύμφωνα με τους οπαδούς της και πατέρα ενός αγοριού μόλις 7 μηνών. Αυτό και αν δεν το έβλεπε ούτε με κυάλια το 2011. Μέχρι και για τον Φάμπρι τον ρωτήσαμε. Ναι, μα το Θεό. Και δεν έφυγε από την συνέντευξη. Και τι δε ρωτήσαμε. Για τον Μέσι που έπαιξε αντίπαλος, το Μουντιάλ, τον Σισέ, τον Κατσουράνη, το γιατί έφυγε από τον Παναθηναϊκό. Τον Καρνέζη τον γνωρίζετε λίγο-πολύ. Ώρα να μάθετε και τον Ορέστη.
-Τι τύπος είσαι; Δείχνεις πολύ cool…
“Όχι δε νομίζω. Βράζει το αίμα μου. Απλώς προσπαθώ να μη χάνω το μέτρο. Ούτε πανηγυρίζω έξαλλα, ούτε απογοητεύομαι πολύ. Τόσο, όσο…”
-Καλά για την απογοήτευση το ξέρω. Άλλος στη θέση σου θα τα είχε παρατήσει. Αλλά πριν μιλήσουμε για αυτά, θέλω να γυρίσουμε το χρόνο πίσω. Να μας συστήσεις τον Ορέστη. Πως ξεκίνησες το ποδόσφαιρο και που;
“Ξεκίνησα στην Κέρκυρα στον Άγιο Ματθαίο, στον ΟΦΑΜ, παίζαμε σε τοπικά πρωταθλήματα, πήγα στη Μικτή Κέρκυρας Παίδων, με προπονητές τον Σάββα Σιδηρόπουλο και τον Θανάση Μαρτίνο. Σε αυτά τα ματς στην Άρτα, ήρθε να μας δει ο κύριος Γιάννης Πετράκης, νυν τεχνικός του ΠΑΣ Γιάννινα, τότε σκάουτερ στον ΟΦΗ. Περίπου το 2000-2001 αυτό. Με είδε, με βρήκε μετά το ματς, μου είπε πως για μια εβδομάδα ήθελε να πάω στις Ακαδημίες του ΟΦΗ ’94 να δοκιμαστώ. Μου ακούστηκε ως ωραία εμπειρία.
Εγώ δε μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου να κάνει κάτι άλλο. Βέβαια για επαγγελματίας και υψηλό επίπεδο δεν το σκεφτόμουν. Πήγα στον ΟΦΗ έκατσα μια εβδομάδα και ο κ. Πετράκης μου είπε ότι θα κινήσουν τις διαδικασίες για να με πάρουν. Μου ήρθε περίεργο πάντως αυτό, γιατί δεν είχα σκεφτεί ότι θα φύγω από το σπίτι μου. “Κύριε Γιάννη εντάξει να έρθω, αλλά να μιλήσω πρώτα με την οικογένεια μου”, του είπα μουδιασμένα. “Άστα όλα σε μένα μικρέ”, είπε ο Πετράκης.
Τότε ξεκίνησε ο Γολγοθάς (γελάει). Πώς να πείσει ο Πετράκης την οικογένεια μου να με αφήσει 15-16 ετών να πάω στην άλλη άκρη της Ελλάδας; Κάθε μέρα έπαιρνε τηλέφωνο τους γονείς μου ο άνθρωπος, μπας και τους πείσει, αλλά εκείνοι φυσικά δεν ήθελαν. Μα κάθε μέρα. Τους έλεγε ότι θα με προσέχει σαν παιδί του, ότι το σχολείο δεν θα το αφήσει, αν δεν πάει καλά στα μαθήματα θα γυρίσει στην Κέρκυρα. “Ο στόχος μας είναι σε δύο χρόνια να γίνει επαγγελματίας και να τελειώσει το Λύκειο, με εισαγωγή στην Γυμναστική Ακαδημία», τους είπε σχεδόν αποκαμωμένος ο κύριος Γιάννης . Με τα πολλά πείστηκαν οι δικοί μου. Εγώ δε σου κρύβω πως ένιωθα περίεργα γιατί δε μπορούσα ν καταλάβω γιατί ένας άνθρωπος πίστευε τόσο πολύ σε μένα και πήρε τέτοια ευθύνη. Στην πορεία κατάλαβα πόσο καλός και σοβαρός άνθρωπος ήταν. Του χρωστάω πολλά, το έχω πει και θα το λέω για πάντα, σε πολύ μεγάλο βαθμό η καριέρα μου οφείλεται σε εκείνον”.
-Πας στον ΟΦΗ σε ηλικία 15 ετών και;
“Στην αρχή ήμουν κάπως χαμένος. Όλη μέρα σχολείο, προπόνηση, φροντιστήρια, χαμός. Για ένα χρόνο έφευγα 6 το πρωί από το σπίτι και γυρνούσα στις 11 το βράδυ. Όλα όμως άξιζαν τελικά, γιατί και στη Γυμναστική Ακαδημία μπήκα, μέσω των επιτυχιών της ομάδας του σχολείου σε εθνικό επίπεδο και έγινα επαγγελματίας στον ΟΦΗ. Δικαίωση και για τον Πετράκη και για εμένα”.
-Γίνεσαι επαγγελματίας στον ΟΦΗ, αλλά δεν έπαιξες τελικά. Γιατί;
“Υπέγραψα το 2003 ως επαγγελματίας. Στην ομάδα τότε ήταν ο Χανιωτάκης, ο Σηφάκης και ο Δασκαλάκης. Με εξαίρεση τον πιο μεγάλο και έμπειρο Χανιωτάκη οι άλλοι δύο και εγώ θεωρούμασταν οι καλύτεροι τερματοφύλακες στις ηλικίες μας στην Ελλάδα. Αυτό ήταν καλό για την ομάδα, αλλά «κακό» για εμάς, καθώς κάποιος έπρεπε να ξεχωρίσει και κάποιος να μείνει πίσω. Ο Σηφάκης ήταν πιο έτοιμος τότε, πήρε περισσότερες ευκαιρίες, έπαιξε σε περισσότερα ματς και προχώρησε”.
-Η εμπειρία του ΟΦΗ τι σου έχει αφήσει;
“Πήρα τις βάσεις για όσα έκανα μετά. Ανδρώθηκα εκεί, έγινα επαγγελματίας, πήρα απίστευτες εμπειρίες. Θα το χαρακτήριζα ως σχολείο. Από τους σημαντικότερους σταθμούς της ζωής μου”.
Αν είναι να γίνει… θα γίνει
-Και χωρίς να παίξεις στον ΟΦΗ το 2007 πήρες μεταγραφή στον Παναθηναϊκό. Αυτό περνούσε από το μυαλό σου;
“Ήταν απρόσμενο. Κάποια στιγμή με πλησίασαν άνθρωποι του Παναθηναϊκού και μου είπαν ότι ίσως με αποκτήσουν το καλοκαίρι του 2007. Με ικανοποίησε αυτό, αλλά δεν πήραν τα μυαλά μου αέρα, πάντα ήμουν προσγειωμένος σαν χαρακτήρας. “Σκέφτηκα αν είναι να γίνει, θα γίνει. Δεν έχει νόημα να το σκέφτομαι κάθε μέρα”. Και πράγματι ανέβηκα στην Αθήνα εκείνο το καλοκαίρι, υπέγραψα συμβόλαιο με τον Παναθηναϊκό και αντί να πανηγυρίζω ήμουν πολύ μαζεμένος….”
-Γιατί;
“Γιατί κατάλαβα εκείνες τις ημέρες πως έπρεπε πλέον να δουλέψω πάρα πολύ, ακόμη περισσότερο για να πετύχω κάτι. Στόχος ήταν να μείνω για χρόνια, να γίνω βασικός. Το να πας στον Παναθηναϊκό είναι σίγουρα δύσκολο, αλλά πολύ πιο δύσκολο, πιστέψτε με, είναι να καθιερωθεί, να έχει διάρκεια”.
-Και από μία ομάδα που έπαιζε την κατηγορία, σε μία ομάδα που έπαιζε για το πρωτάθλημα; Πως ήταν για σένα αυτή η μετάβαση;
“Άλλαξαν όλα. Άλλαξε ο τρόπος που αντιμετώπισα το ποδόσφαιρο, οι απαιτήσεις μεγάλωσαν απότομα, η ένταση στην προπόνηση είναι διαφορετική, η πίεση είναι σαφώς μεγαλύτερη, ξέρεις πως ένα λάθος κοστίζει και παίρνει τεράστιες διαστάσεις. Στον Παναθηναϊκό κατάλαβα 100% ότι πρέπει να αφοσιωθώ σωματικά και ψυχικά σε αυτό που κάνω ως επάγγελμα. Πρέπει να δίνεις τον καλύτερο σου εαυτό σε κάθε προπόνηση, η μεγάλη ομάδα δε συγχωρεί”.
H μαύρη νύχτα με την ΑΕΚ
Οι περισσότεροι παίκτες ονειρεύονται ένα ντεμπούτο σε τέτοιο ματς. Ντέρμπι, κρίνει πρόκριση στην επόμενη φάση του κυπέλλου, γεμάτο ΟΑΚΑ, όλο το πακέτο. Και ο 25χρονος τότε Καρνέζης προφανώς, παραμονές εκείνου του καταραμένου ματς με την ΑΕΚ, είχε την λογική αγωνία του παίκτη που θα μπει μέσα για να λάβει μέρος στο πρώτο του πραγματικά μεγάλο ματς.
-Περνάνε τα χρόνια, δεν παίζεις στον Παναθηναϊκό και φτάνουμε στον Φεβρουάριο του 2011. Έχεις συνειδητοποιήσει πως από μία οδυνηρή στιγμή, ένα γκολ στο ματς Κυπέλλου με την ΑΕΚ από τα 40 μέτρα, η καριέρα σου αντί να καταστραφεί, τελικά πήρε ανοδική πορεία. Όχι αμέσως, αλλά έτσι έγινε.
“Κοίτα, σίγουρα η πορεία μου δεν είναι παράδειγμα για τα νέα παιδιά (γελάει) . Είναι ψυχοφθόρα. Η ζωή με πήγε από τον δύσκολο δρόμο εμένα. Εύχομαι στα νέα παιδιά να μην τους τυχαίνουν τέτοιες αναποδιές, όπως συνέβησαν σε εμένα εκείνα τα χρόνια. Δεν ήταν καθόλου εύκολη περίοδος. Αλλιώς είναι να σε μαθαίνει ο κόσμος από τέτοια λάθη και αλλιώς μέσα από σπουδαίες εμφανίσεις. Κόστισε το γκολ έναν αποκλεισμό, μπορεί και ένα τρόπαιο του κυπέλλου. Έφταιγα εγώ ξεκάθαρα και ήταν βαρύ. Συν τοις άλλοις ο κόσμος με έβλεπε σαν ανέκδοτο. Το έβλεπα και στη συμπεριφορά των φιλάθλων ακόμη και στο δρόμο. Με κοιτούσαν κάπως περιφρονητικά, ότι δεν κάνω για το άθλημα. Μεγάλη απαξίωση από τον απλό κόσμο και από τον Τύπο. Λογικό ως ένα σημείο, αλλά και βαρύ για έναν νέο τερματοφύλακα”.
-Ήταν όμως ένα μάθημα για εσένα όλο αυτό. Καλύτερα που το πήρες στο ξεκίνημα της καριέρας σου;
“Δεν ξέρω. Ήταν τόσα πολλά τα μαθήματα εκείνο το βράδυ που ένιωσα σα να πήγα κατευθείαν από το δημοτικό στο πανεπιστήμιο (γέλια). Σοβαρά πάντως, τότε ήταν ένα οριακό σημείο, όπου θα ζούσα ή θα πέθαινα ποδοσφαιρικά. Αναλόγως πως θα το αντιμετώπιζες. Αν καθόμουν όλη μέρα σπίτι, έκλαιγα τη μοίρα μου, διάβαζα τα σχόλια που γράφονταν για εμένα, θα ήμουν ακόμη εκεί και δεν θα έβγαινα ούτε για καφέ. Ευτυχώς είχα δίπλα μου ανθρώπους που δεν σταμάτησαν ούτε λεπτό να πιστεύουν σε εμένα, με βοήθησαν, με στήριξαν, αποφορτίστηκα, ξεπέρασα με τον καιρό και τον τραυματισμό που αποκόμισα σε εκείνο το καταραμένο ματς με την ΑΕΚ και επανήλθα τη νέα σεζόν.
Πέραν των συγγενών και φίλων, ιδιαίτερη μνεία θα ήθελα να κάνω στον μάνατζερ μου Βασίλη Παναγιωτάκη. Μου φέρθηκε περισσότερο από μάνατζερ. Ήταν πραγματικό στήριγμα, με βοήθησε πολύ τότε και στη συνέχεια χάρη στις προσπάθειες του βρήκαμε την ομάδα που σήμερα απολαμβάνω να παίζω ποδόσφαιρο. Η συμβολή του στην καριέρα μου από την πρώτη ημέρα που γνωριστήκαμε ως και σήμερα, θεωρώ πως είναι κομβική”.
Ο Φερέιρα με έκανε να ανατριχιάσω
-Εκτός από τους ανθρώπους που είχες γύρω σου, είχες και έναν προπονητή που σε πίστεψε πολύ. Ο Φερέιρα σε στήριξε.
“Η αλήθεια είναι πως ο κύριος Φερέιρα και όλοι οι συνεργάτες του με βοήθησαν πολύ, εμπράκτως και καθημερινά”.
-Σου είχε πει κάτι μετά το γκολ εκείνο και τον αποκλεισμό;
“Ναι, δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Μου είπε «κλείσε τα αυτιά σου, μην ακούς τίποτα, συμβαίνουν αυτά, τέτοιο γκολ δεν πρόκειται να δεχθείς ποτέ ξανά. Δεν θα γίνεις το θύμα εσύ. Για εμένα εξακολουθείς να είσαι ο καλύτερος, κοίτα να γίνεις καλά με το πόδι σου και θα παίξεις πάλι σύντομα. Απίστευτα λόγια, ένιωσα αμέσως καλύτερα και τον θυμάμαι ακόμη και σήμερα με μεγάλη γλύκα και ευχάριστα συναισθήματα”.
-Ναι ρε παιδί μου, αλλά εσύ το τερμάτισες στη γκαντεμιά που λένε και οι πιτσιρικάδες. Γυρίζεις μετά από 7-8 μήνες να παίξεις με τον Ατρόμητο στο Περιστέρι και αποβάλλεσαι στο δεύτερο λεπτό. Τι είχε γίνει τότε;
“Αγωνιστικά να σου πω τι είχε συμβεί. Μας είχε ζητήσει ο Φερέιρα σε όλη την προετοιμασία να παίζει πιο ψηλά η άμυνα. Και οι τέσσερις μπακ και ο τερματοφύλακας. Το δουλεύαμε πολύ αυτό όλο το καλοκαίρι. Αυτό έκανα και εκείνο το απόγευμα στο Περιστέρι. Μόνο που σε μία κάθετη μπαλιά από τους αντιπάλους, όπου εγώ έπρεπε να βγω να διώξω με τα πόδια και όχι να περιμένω στη γραμμή τέρματος, με πρόλαβε ο αντίπαλος, πήγε να περάσει τη μπάλα από πάνω μου και ενστικτωδώς έβαλα τα χέρια να διώξω. Παράβαση εκτός περιοχής, κόκκινη κάρτα στο δεύτερο λεπτό. Φοβερά πράγματα…”
-Εκεί τι σκέφτηκες;
“Εκείνη τη στιγμή δε σου κρύβω πως έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου. Λίγο πάγωσα. Μπήκα στα αποδυτήρια, κάθισα λίγο μόνος μου, κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και λέω «τώρα τι έγινε ρε Ορέστη;» Ήρθε μάλιστα ο Νεκτάριος ο φροντιστής, με αγκάλιασε, δάκρυσε λίγο το παιδί. Δυνατά συναισθήματα. Και όμως κάτι μέσα μου, μία εσωτερική δύναμη που δεν ξέρω από πού πήγαζε δε με άφησε να λυγίσω ούτε τότε. Δεν έπεσα ψυχολογικά, δεν σκέφτηκα ότι έκανα ένα ακόμη λάθος, ούτε ότι αυτή ήταν η ευκαιρία της ζωής μου και την έχασα. Προσπάθησα να το δω θετικά. Ίσως η κρυάδα που είχα πάρει μήνες πριν με όπλισε με δύναμη για το νέο χτύπημα”.
-Ο Φερέιρα έξαλλος αυτή τη φορά;
“Κάθε άλλο. Το ίδιο υποστηρικτικός. Και εγώ σκέφτηκα πως μετά το Περιστέρι θα ερχόταν να μου τα ψάλλει. Εκείνος όμως πολύ έμπειρος ήξερε ακριβώς τι να μου πει. “Μην αγχώνεσαι καθόλου. Συμβαίνουν αυτά. Παιχνίδια χρειάζεσαι, θέμα εμπειρίας ήταν αυτό σήμερα. Συνέχισε αυτό που κάνεις στις προπονήσεις, μη σταματάς να δουλεύεις και θα δεις που το καλοκαίρι του 2012 θα πας και στο Euro…”
-Σου είπε μετά την αποβολή στο Περιστέρι, χωρίς να έχεις παίξει ούτε ματς, πως το καλοκαίρι θα πας στο Euro;
“Ακριβώς. Ανατρίχιασα, συγκινήθηκα, παραλίγο να δακρύσω. Τον αγκάλιασα αυθόρμητα πολύ σφιχτά θυμάμαι, τον ευχαρίστησα και εκείνος μου είπε επίσης συγκινημένος πως “είσαι ο καλύτερος τερματοφύλακας στην Ελλάδα και σύντομα θα το δουν όλοι”. Όλα αυτά τα έλεγε όχι γιατί με αγαπούσε ή έκανε διακρίσεις. Απλώς πιστεύω πως έβλεπε στις προπονήσεις πόσο δούλευα και παρά τα όσα είχαν γίνει, εγώ άφηνα τα κόκκαλα μου στην προπόνηση”.
-Και μετά από ένα χρόνο απραξίας και χτυπημάτων, επανασυστήνεσαι στο κοινό τον Ιανουάριο του 2012 στο παγοδρόμιο των Ιωαννίνων. Σε ένα δύσκολο ματς, όπου δεν έπρεπε να γίνει καν λόγω ακαταλληλότητας του αγωνιστικού χώρου, εσύ έκανες το παιχνίδι της ζωής σου.
“Θα μου μείνει αξέχαστο εκείνο το παιχνίδι. Παίζαμε στα Γιάννινα βράδυ, τόσο κρύο δεν έχω νιώσει ξανά σε αγώνα, ήμασταν πρώτοι στη βαθμολογία, το γήπεδο παγωμένο, με τις τάπες ακουμπάγαμε κάτω και νομίζαμε πως ήταν άσφαλτος, κάθε πέσιμο που έκανα στο γήπεδο, πρέπει να άφηνα και κάποιο κόκκαλο (γέλια). Καθυστερήσαμε να ξεκινήσουμε, αφού γίνονταν διαβουλεύσεις για το αν ήταν σωστό να ξεκινήσει η αναμέτρηση. Μεταξύ μας δεν έπρεπε να γίνει, απορώ πως πήρε την απόφαση ο διαιτητής να το ξεκινήσει. Να’ ναι καλά ο άνθρωπος όμως, καθώς έμελλε να γίνει ματς-σταθμός για την καριέρα μου (γέλια). Για καλό μου έγινε. Νικήσαμε 1-0 και στο τέλος ήρθε πάλι ο Φερέιρα στα αποδυτήρια, μου έδωσε το χέρι και μου έκλεισε με νόημα το μάτι. Αυτή ήταν η καλύτερη ανταμοιβή για εμένα”.
Έκλεισε ο κύκλος μου το 2013
-Μετά ήρθε η καθιέρωση, έγινες βασικός στον Παναθηναϊκό και στην Εθνική ομάδα μετά το Euro 2012, όπου τελικά δεν πήγες. Γιατί έφυγες το καλοκαίρι του 2013 από τους πράσινους;
“Μετά από 6 χρόνια στην ομάδα, τα 2 ως βασικός, έκλεισε ένας κύκλος για εμένα. Επίσης έπρεπε να μου ανανεώσουν το συμβόλαιο, αλλά δεν είχαν ή δεν έδιναν τα λεφτά που ζητούσα και ένιωσα έτοιμος για το μεγάλο άλμα στο εξωτερικό. Ήταν η στιγμή που λένε να φύγω. Ήταν το καλύτερο για όλους. Και η ομάδα έβγαλε χρήματα και εγώ μπόρεσα να εκπληρώσω τις φιλοδοξίες μου”.
-Ήταν όνειρο για σένα το εξωτερικό να υποθέσω;
“Ε, ναι ως ένα σημείο όλοι οι Έλληνες παίκτες σκεφτόμαστε τρία πράγματα. Να παίξουμε σε ένα μεγάλο ελληνικό σύλλογο, να παίξουμε Εθνική Ανδρών και να πάρουμε μεταγραφή σε μεγάλο πρωτάθλημα του εξωτερικού. Ήταν δέλεαρ για εμένα η προοπτική του εξωτερικού”.
-Ναι, αλλά πήγες από βασικός στον Παναθηναϊκό, αλλαγή στη Γρανάδα. Σοκ; Ερχόταν και Μουντιάλ το καλοκαίρι.
“Είχα την επιλογή να πάω στη Γουότφορντ ή στη Γρανάδα, ομάδες που ανήκουν στην Ουντινέζε. Αποφασίσαμε τη Γρανάδα γιατί ήταν στην πρώτη κατηγορία, ενώ οι Άγγλοι έδιναν μάχη για να ανέβουν στην Πρέμιερ Λιγκ. Η συμφωνία ήταν να πάω ένα χρόνο δανεικός στη Γρανάδα, να παίξω πολύ και μετά να γυρίσω στην Ουντινέζε. Στη Γρανάδα μου στοίχισε ότι πήγα αργά στην προετοιμασία, ο Ρομπέρτο ήταν πολύ καλός στα πρώτα ματς, πήρε την ευκαιρία και ως γνωστόν για έναν τερματοφύλακα είναι δύσκολο να παίξει αν πάει καλά ο βασικός”.
-Ο καιρός περνούσε και εσύ στον πάγκο. Άρχισες να πιστεύεις πως δε θα παίξεις στο Μουντιάλ;
“Ναι. Τον Δεκέμβριο ψάχτηκα λίγο να πάω σε άλλη ομάδα να παίξω, όμως δεν βρέθηκε κάτι καλό και έτσι έθεσα ως στόχο να πάρω όσα περισσότερα ματς ήταν εφικτό στο Κύπελλο και στο πρωτάθλημα, με στόχο να είμαι έτοιμος για το Μουντιάλ, αν με καλούσε ο Σάντος”.
Το βράδυ που σταμάτησε τον Μέσι
-Και φτάνουμε ακόμη σε ένα ματς σταθμό για εσένα. Αυτό με τη Μπαρτσελόνα στις 12/4/2014. Όπου σταμάτησες το Μέσι και την παρέα του. Το περίμενες ότι θα παίξεις;
“Όχι και τόσο, γιατί είχα έρθει Ελλάδα εκείνη την εβδομάδα για να μία βράβευση, έχασα και μία προπόνηση. Γύρισα Ισπανία, πήγα προπόνηση και είδα τον Ρομπέρτο, τον βασικό, να πονάει στο πόδι. Και τελικά μία ημέρα πριν μου είπε ο προπονητής ότι θα έπαιζα εγώ κόντρα στη Μπαρτσελόνα. Ξεκίνησε το ματς και με ένα μαγικό τρόπο, νικήσαμε, αν και η Μπάρτσα είχε 80% κατοχή και 20 ευκαιρίες. Μεγάλη νίκη, εγώ είχα αρκετές αποκρούσεις, μας βοήθησε το αποτέλεσμα στην παραμονή μας στην κατηγορία. Και παράλληλα στερήσαμε τον τίτλο από τους αντιπάλους μας. Παρά την ήττα τους όλοι οι παίκτες της Μπαρτσελόνα ήρθαν μας έδωσαν συγχαρητήρια. Άλλο επίπεδο”.
-Σε εκείνο το ματς υπάρχει ένα highlight για σένα, η απόκρουση σε ένα από τα γνωστά φάουλ του Μέσι. Ήταν η πιο σημαντική στην καριέρα σου.
(Σκέφτεται)… “Νομίζω πως ναι, γιατί μιλάμε για τον Μέσι, γιατί ήταν δύσκολο φάουλ και γιατί κρατήσαμε το μηδέν”.
-Εκείνο το βράδυ δεν την… είδες λίγο;
“Όχι, ποτέ. Μα ποτέ δεν πίστευα ότι είμαι ο Μπουφόν και ο Κασίγιας. Πάντα είχα την άποψη ότι είμαι ένας καλός τερματοφύλακας, που με πολλή δουλειά κάπου θα φτάσω. Και αυτό έγινε νομίζω”.
Ο Στραματσόνι με πίστεψε στην Ουντινέζε
-Και εκείνο το καλοκαίρι γύρισες στην Ουντινέζε. Παραλίγο όμως να πας Πορτογαλία, σωστά;
“Ναι, ισχύει. Με ζήτησε η Μπενφίκα. Πήγα στη Λισαβώνα, καθώς συμφωνούσε και η Ουντινέζε για δανεισμό ενός έτους, με οψιόν πώλησης. Καθίσαμε εκεί με τον μάνατζερ μου 2-3 ημέρες, τα βρήκαμε με την ομάδα, ωστόσο μια διαφωνία των δύο συλλόγων στο οικονομικό, καθυστέρησε και εν τέλει χάλασε τη μεταγραφή”.
-Γύρισες στην Ιταλία έχοντας χάσει αρκετό μέρος της προετοιμασίας. Πως έγινες βασικός τελικά, ενώ δεν σε είχε δει ούτε σε 5 προπονήσεις ο τεχνικός;
“Τεχνικός ο Στραματσόνι στην Ουντινέζε, μόλις είχε αναλάβει. Δεν ξέρω τι έγινε. Εγώ πήγα και του είπα ότι «μίστερ είμαι εδώ και θέλω να με υπολογίζεις» και εκείνος μετά από λίγες προπονήσεις, ήρθε και με ενημέρωσε πως εγώ θα είμαι ο βασικός τερματοφύλακας στο ξεκίνημα της σεζόν. Με πίστεψε. Πρώτο ματς με την Έμπολι, νικήσαμε 2-0 και τα υπόλοιπα είναι γνωστά”.
-Περίμενες ότι θα παίξεις 37 ματς στο Καμπιονάτο;
“Είχα μεγάλη θέληση, όρεξη και επιθυμία να αποδείξω ξανά πράγματα. Με βοήθησε και το τιμ του Στραματσόνι να προπονηθώ καλά και να έχω την απαιτούμενη προετοιμασία και ψυχολογία”.
-Νιώθεις δικαιωμένος για την επιλογή σου να φύγεις από την Ελλάδα και να μείνεις στην Ουντινέζε;
“Ναι, νιώθω πολύ δικαιωμένος. Παρά τις προτάσεις που υπήρχαν, ήθελα να μείνω. Μου πάει το κλαμπ, η νοοτροπία του. Κατάφερα ως τώρα να σταθώ σε ένα απαιτητικό πρωτάθλημα παρά τις αντιξοότητες και το πώς μας βλέπουν στο εξωτερικό”.
-Τι εννοείς;
“Δεν μας υπολογίζουν φίλε. Τον Έλληνα παίκτη τον βλέπουν με καχυποψία, δεν έχει την αντιμετώπιση που πιστεύει κάποιος και ας ήταν βασικός και πρώτο όνομα που λένε στην Ελλάδα. Ότι και αν έχεις κάνει εντός συνόρων, στο εξωτερικό σε μεγάλο πρωτάθλημα, ξεκινάς από την αρχή. Πρέπει να κερδίσεις την εμπιστοσύνη τους, γιατί δεν έχουν σε υπόληψη το πρωτάθλημα μας. Μόνο τα επιτεύγματα στην Εθνική κοιτάζουν”.
-Πάντως πολλοί Έλληνες παίζουν στην Ιταλία και μάλιστα με επιτυχία. Γιατί συμβαίνει αυτό;
“Για δύο λόγους. Οι παίκτες που αναφέρεις είναι πολύ αξιόλογοι και σπουδαία ταλέντα και επειδή είμαστε κοντά σε νοοτροπία με τους Ιταλούς”.
-Στην Ιταλία δεν υπάρχει μεγάλη πίεση από τον Τύπο;
“Ναι, αλλά στην Ελλάδα χάνουμε το μέτρο. Άλλο η κριτική, άλλο η ισοπέδωση. Και εδώ γράφουν σκληρά πράγματα, ωστόσο τα προσεγγίζουν πιο ποδοσφαιρικά και δεν γράφουν εύκολα ότι “αυτός ο παίκτης δεν κάνει”. Αυτό συνιστά απαξίωση. Γενικά έχουμε τεράστια διαφορά σε θέμα προσέγγισης του αθλήματος και φυσικά στην οργάνωση.
– Εσύ επηρεάζεσαι από όσα γράφουν οι δημοσιογράφοι;
“Όχι ιδιαίτερα. Τα παρακολουθώ, όμως δεν τρελαίνομαι κιόλας. Όταν υπάρχει κριτική με μέτρο και με λόγο, τη διαβάζω προσεκτικά. Όταν υπάρχει από ΜΜΕ και οπαδούς, ισοπέδωση και σχόλια υποτιμητικά χωρίς μέτρο, δεν με απασχολούν καθόλου. Το καλύτερο για έναν επαγγελματία παίκτη, είναι να ασχολείται λιγότερο με τα γραφόμενα στα ΜΜΕ και περισσότερο με τη δουλειά του”.
-Οι ξένοι παίκτες στην Ελλάδα επηρεάζονταν από τα γραφόμενα των δημοσιογράφων;
“Μπα, καθόλου. Άσε που τους ξένους συνήθως τους αποθεώνουμε (χαμογελάει με νόημα)”.
-Αλλού το πας τώρα…
“Μα στην Ελλάδα αποθεώνουμε πολύ εύκολα τους ξένους παίκτες, ακόμη και αν δεν είναι καλύτεροι από τους δικούς μας. Κάτι που στο εξωτερικό λειτουργεί ακριβώς αντίστροφα. Στην Ιταλία για παράδειγμα ο ξένος παίκτης πρέπει να φτύσει αίμα για να κερδίσει την εμπιστοσύνη όλων. Δύσκολα παίρνεις καλή κουβέντα από Ιταλό για ξένο παίκτη. Δυστυχώς στη χώρα μου, σκεφτόμαστε αλλιώς. Αυτοί που αξίζουν, ναι, να αποθεωθούν. Όχι όμως και οι αμφιβόλου αξίας και προέλευσης”.
Λάθος ο Φάμπρι, πρωτάθλημα με τον Λέτο
-Μιας και λέμε για ξένους, για Ιταλία, Ισπανία, θέλω να σε ρωτήσω για έναν Ισπανό προπονητή που είχες στον Παναθηναϊκό. Τον Φάμπρι.
“Που τον θυμήθηκες τον Φάμπρι”; (γελάει).
-Είχαν γίνει πολλά τότε, ήταν πολύ τεταμένη περίοδος για την ομάδα. Πες μου τι τύπος ήταν;
“Κοίτα ό,τι και να πω θα είναι λίγο. Ήταν μία δύσκολη περίοδος για την ομάδα. Είχαμε προπονητή τον Ρότσα μετά τον Φερέιρα. Η ομάδα κάπως είχε ηρεμήσει και μετά από μία ήττα στη Βέροια, η διοίκηση έφερε τον Φάμπρι. Προπονητή που δεν γνωρίζαμε καθόλου. Πολύ ιδιαίτερος ως χαρακτήρας. Νομίζω ήταν πολύ ατυχής επιλογή ο Φάμπρι. Δεν ταίριαξε καθόλου στην ομάδα, από την πρώτη ημέρα το καταλάβαμε όλοι ότι ήταν εκτός τόπου και χρόνου.
Δε βοήθησε καθόλου και δημιούργησε περισσότερα προβλήματα, από όσα έλυσε. Αν έλυσε κανένα… Κάποια στιγμή όλοι οι παίκτες εξερράγησαν. Μέχρι και εγώ αντιμίλησα σε προπονητή, που δεν το είχα κάνει ποτέ αυτό. Αλλά δεν πήγαινε άλλο. Είχε βγει σε μία συνέντευξη Τύπου μετά από ματς και μας έκραξε αναίτια. Πριν μία εβδομάδα μας είχε αποθεώσει και μετά από λίγες ημέρες μας διέσυρε. Θα μπορούσε να έρθει στα αποδυτήρια και να πει ότι είχε στο μυαλό του, έστω και με το δικό του άκομψο τρόπο”.
-Θέλω να σε ρωτήσω τη γνώμη σου για κάποιους πρώην συμπαίκτες σου από τον Παναθηναϊκό και την Εθνική ομάδα, εκτός αν έχει πρόβλημα να μιλάς για συναδέλφους σου.
“Οκ, ρώτησε ότι θες”
-Γιώργος Καραγκούνης;
“Ένας από τους παίκτες που έχουν γραφτεί στην ιστορία με χρυσά γράμματα. Ζει και αναπνέει για το ποδόσφαιρο. Απλό παιδί, έκανε σαν μικρό παιδί για να παίξει μπάλα. Ότι βλέπεις στην τηλεόραση, ακριβώς το ίδιο αντικρίζεις και στην προπόνηση”.
-Κώστας Κατσουράνης;
“Από τους καλύτερους συμπαίκτες που είχα ποτέ. Τις γνώσεις του για το άθλημα και τον τρόπο που πρέπει να αγωνίζεται μία ομάδα τις θαυμάζω. Μου αρέσουν πολύ οι απόψεις του. Σκέφτεται πάντα την ομάδα, νομίζω πως είναι ο πιο χαρισματικός παίκτης των τελευταίων 15 ετών στο ελληνικό ποδόσφαιρο”.
-Και ο πιο παρεξηγημένος;
“Είναι αληθινός ο Κώστας. Αν δε σε γουστάρει θα στο πει στα μούτρα. Για κάποιους αυτό είναι πρόβλημα. Εμένα με έχει βοηθήσει πολύ και πήρα αρκετά πράγματα πάνω στο ποδόσφαιρο από τον Κατσουράνη. Όταν δεν έχουμε έναν ηγέτη τύπου Κατσουράνη σε μία ομάδα λένε όλοι «λείπει ο ηγέτης να βάλει κανόνες στα αποδυτήρια». Όταν τον είχαμε λέγαμε “ποιος νομίζει ότι είναι και μιλάει συνέχεια”; Δεν βγάζεις άκρη”.
-Ζιλμπέρτο Σίλβα;
“Τεράστιο όνομα. Δε θα ξεχάσω ποτέ στον Παναθηναϊκό, κάθε ημέρα επί τρία χρόνια, έδινε το χέρι του σε όλους, μας χαιρετούσε ξεχωριστά πριν την προπόνηση με χαμόγελο. Πάντα απλός και προσιτός. Καθόλου τουπέ και ύφος”…
-Τζιμπρίλ Σισέ;
“Πολύ δυνατή φυσιογνωμία. Ήρθε με μεγάλη δίψα και θέληση, βοήθησε πολύ την ομάδα και η ομάδα εκείνον. Στην προπόνηση πάντως δε δημιουργούσε προβλήματα, ασχέτως τι πίστευαν αρκετοί λόγω της εκρηκτικής εικόνας που έβγαζε στο γήπεδο”.
-Σεμπάστιαν Λέτο;
“Ο Λέτο είναι από τα μεγαλύτερα ταλέντα που πέρασαν από την Ελλάδα. Το πιστεύω πραγματικά πως αν δεν είχε τραυματιστεί στο δεύτερο μισό της σεζόν 2011-2012, θα είχαμε πάρει το πρωτάθλημα. Χωρίς Λέτο δεν γινόταν. Παρορμητικό παιδί βέβαια ως χαρακτήρας. Αν δεν τραυματιζόταν θα έκανε ακόμη μεγαλύτερη καριέρα”.
Στεναχωρήθηκα που έφυγε ο Σάντος
-Εθνική ομάδα, μεγάλο κεφάλαιο για εσένα και μεγάλη διοργάνωση το Μουντιάλ όπου έλαβες μέρος. Τι ήταν για εσένα η συμμετοχή στο Παγκόσμιο Κύπελλο;
“Μία πολύ ευχάριστη παρένθεση. Τεράστια εμπειρία από όλες τις απόψεις. Αν και υπήρχαν και δύσκολες στιγμές, δεν ήταν όλα ρόδινα. Για παράδειγμα η Βραζιλία ως χώρα δεν φημίζεται για τη οργάνωση της. Αυτό σε συνδυασμό με τις υψηλές θερμοκρασίες και την υγρασία, μας δημιούργησε προβλήματα στις προπονήσεις. Από τη ζέστη δεν παίρναμε ανάσα μετά από 15 λεπτά στην προπόνηση. Θεωρώ πως αν τα συνυπολογίσεις όλα και βέβαια το επίπεδο της διοργάνωσης, πετύχαμε ένα μικρό θαύμα με την πρόκριση μας στους 16”.
-Είχατε συνειδητοποιήσει τι πετύχατε εκείνες τις ημέρες;
“Ναι ως ένα σημείο. Θυμάμαι μόλις ακούστηκε το σφύριγμα του διαιτητή στο ματς με την Ακτή Ελεφαντοστού, ξεκίνησε ένα πάρτι στη Βραζιλία και μιλώντας με τους συγγενείς μας στην Ελλάδα νιώθαμε ότι την ίδια χαρά και υπερηφάνεια πήραν εκατομμύρια Έλληνες”.
-Εσύ σε εκείνο το ματς τραυματίστηκες. Το πέναλτι του Σαμαρά από πού το είδες;
“Από τα αποδυτήρια. Ήμουν με τον Κονέ και εκείνος είχε γίνει αλλαγή. Από την τηλεόραση των αποδυτηρίων είδα το υπόλοιπο του αγώνα και φυσικά το πέναλτι. Δε θυμάμαι να είχα μεγαλύτερη αγωνία και άγχος σε άλλο ματς στη ζωή μου. Καλύτερα να έπαιζα. Ο Γιώργος πάντως ήμουν βέβαιος πως θα το βάλει, γιατί μιλάμε για τον πιο ψύχραιμο άνθρωπο στον κόσμο”.
-Το γκρουπ των παικτών πριν ξεκινήσει το Μουντιάλ, πως ήταν; Είχατε προβλήματα μεταξύ σας; Γιατί όλοι ξέρουμε τα περιστατικά Κατσουράνη-Μανιάτη και Μανιάτη-Τζαβέλλα. Σας επηρέασε επίσης ότι ξέρατε πως θα φύγει ο Σάντος μετά τη διοργάνωση; Ήσασταν πιο χαλαροί και απείθαρχοι;
“Αυτό δε μπορώ να στο απαντήσω με σιγουριά γιατί ήμουν τόσο συγκεντρωμένος στα ματς, στις προπονήσεις, στο πως θα είμαι εγώ καλά προετοιμασμένος και έκλεινα μάτια και αυτιά σε άλλα πράγματα. Ακόμη και σε μικρο-εντάσεις μεταξύ συμπαικτών μου. Δε με αφορούσαν. Πάντα γίνονται εντάσεις στις προπονήσεις, μερικές δεν βγαίνουν και προς τα έξω. Σαν γκρουπ ήμασταν εντάξει. Και δεν εξέλαβα τέτοια νοοτροπία. Ότι δηλαδή θα φύγει ο Σάντος, οπότε δε δίνουμε σημασία στις οδηγίες του. Προσωπικά αφού ρωτάς, ήμουν στεναχωρημένος που θα έφευγε ο Σάντος και ήθελα να κάνω το κάτι παραπάνω για εκείνον. Ομολογώ ότι δεν ξέρω αν κάποιος συμπαίκτης μου το έβλεπε αλλιώς. Αν ναι, ήταν λάθος, πρώτα για τον ίδιο τον παίκτη και μετά με τον προπονητή”.
Το 1-0 δεν μας άρεσε;
-Και πως φτάσαμε από την εποχή των επιτυχιών στο σήμερα, όπου η ομάδα απέτυχε και παρουσιάζει κάκιστη εικόνα;
“Μας έχει στεναχωρήσει αυτή η κατάσταση. Δεν μας τιμάει κιόλας να έχουμε τόσα πολλά παιχνίδια χωρίς νίκη. Πρώτα δεν κάνει καλό σε εμάς τους παίκτες. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα έγιναν πολλές αλλαγές και αυτό δεν το άντεξε η ομάδα. Επίσης ο προπονητής που πηγαίνει σε μία Εθνική ομάδα πρέπει να ξέρει καλά τη νοοτροπία της χώρας και των παικτών. Πιο πολύ για να είναι προετοιμασμένος και να δουλέψει καλύτερα. Χάσαμε την ταυτότητα μας, σε πολλούς δεν άρεσε ο τρόπος που παίζαμε και ότι κερδίζαμε με 1-0. Αυτό δεν το καταλαβαίνω. Γιατί έπρεπε να το αλλάξουμε; Αφού ήταν επιτυχής η συνταγή. Χάσαμε και τη συνοχή μας μετά τα πρώτα 2 ματς που δεν πήγαμε καλά και μας πήρε η κάτω βόλτα στα προκριματικά”.
-Φταίει ο Ρανιέρι;
“Όχι μόνο αυτός. Δεν του καταλογίζω όλη την ευθύνη, με τίποτα. Γενικά μετά το Μουντιάλ η ομάδα παρουσιάστηκε χωρίς ενέργεια, με πολλά νέα πρόσωπα σε τεχνικό επιτελείο και σε παίκτες. Χάθηκε ο κορμός μας, η χημεία και δεν ήμασταν έτοιμοι για το ματς με τη Ρουμανία στο άδειο “Καραϊσκάκης”.
-Γυρίζει τώρα η κατάσταση;
“Χμ, ναι. Πήραμε όλοι ένα μεγάλο μάθημα. Δε βάλαμε όλοι την ομάδα πάνω από τους εαυτούς μας και αυτό στοίχισε. Δεχθήκαμε εύκολα γκολ, αμυντικά ήμασταν αγνώριστοι. Και το πληρώσαμε. Αν πήραμε το μάθημα μας και δουλέψουμε να βελτιώσουμε τις αδυναμίες μας σε όλα τα επίπεδα, θα επιστρέψουμε στις επιτυχίες”.
-Κάνεις σχέδια για το μέλλον;
“Πιο πολύ κοιτάζω το σήμερα. Με έχει μάθει η ζωή να μην κάνω όνειρα και σχέδια πολύ μελλοντικά. Να βοηθάω την ομάδα μου και τα υπόλοιπα θα έρθουν”.
-Τι σου λείπει από την Ελλάδα;
“Η οικογένεια μου, οι φίλοι μου. Αυτά. Το ποδόσφαιρο όχι αν ετοιμάζεσαι να το ρωτήσεις”.
-Δηλαδή δε θα γύριζες να παίξεις ξανά σε ελληνική ομάδα;
“Ποτέ δεν ξέρεις τι θα σου φέρει η ζωή, ωστόσο δεν είναι στους άμεσους στόχους μου. Είμαι καλά εδώ, με σέβονται, με εκτιμούν και νιώθω πολύ καλά”.