Το γκολ που κούνησε τη χώρα από τον άξονά της

Αν είναι εύκολο να το εξηγήσεις, τότε μάλλον ήταν και συνηθισμένο. Δεν ήταν ξεχωριστό, δεν θα μείνει αξέχαστο. Οι ξεχωριστές, οι ανεπανάληπτες στιγμές και βραδιές, τα αξέχαστα γεγονότα, έχουν ένα κοινό: δημιουργούν μια δυσκολία στην αφήγηση.
Θες να αρχίσεις τη διήγηση και τότε το νιώθεις. Διστάζεις, σταματάς, σκέφτεσαι. Προσπαθείς να βρεις τις κατάλληλες λέξεις, τη ροή των γεγονότων.
Δεν είναι απλό, δεν είναι εύκολο. Δεν εξηγείται εύκολα το ανεπανάληπτο, όσο καλά κι αν το θυμάσαι, όσο ανεξίτηλη κι αν είναι η ανάμνηση. Δεν είναι εύκολη υπόθεση να σου εξηγήσω εκείνο το βράδυ στο Ντραγκάο.
Ήταν Πέμπτη, 1η Ιουλίου 2004. Στο Πόρτο, η Ελλάδα έδινε τον μεγαλύτερο ποδοσφαιρικό αγώνα της ιστορίας της. Μέχρι τον επόμενο, αλλά το μυαλό μας δεν τολμούσε να πάει μπροστά.
Δεν σκεφτόμασταν τον τελικό, δεν φτάναμε μέχρι εκεί. Είχαμε πίσω μας το μεγαλύτερο θαύμα. Είχαμε δει την Ελλάδα να αποκλείει τη Γαλλία στον προημιτελικό. Τον Ζιντάν, τον Ανρί, τον Πιρέζ, τον Τρεζεγκέ, τον Μπαρτέζ.
Είχαμε μπροστά μας την πιθανότητα να δούμε τη χώρα μας να αγωνίζεται σε τελικό μεγάλης διοργάνωσης, να έχει πιθανότητες να κατακτήσει ένα τρόπαιο.
Αλλά εκείνο το βράδυ ήμασταν στο τώρα. Δεν υπήρχε ούτε ο θρίαμβος με τη Γαλλία, ούτε ο πιθανός τελικός την Κυριακή.
Υπήρχε μόνο η Τσεχία και η μάχη που είχαμε να δώσουμε στο Ντραγκάο. Με άγχος. Χωρίς η ομάδα να παίζει όσο καλά έπαιξε απέναντι στη Γαλλία. Υποφέραμε κατά διαστήματα. Οι Τσέχοι έχαναν ευκαιρίες, εμείς δεν ήμασταν απειλητικοί.
Ο ημιτελικός έμοιαζε με μάχη επιβίωσης. Ένας αγώνας απέναντι στο χρόνο: να φτάσουμε στα 90 λεπτά χωρίς να έχουμε αποκλειστεί. Στο 0-0. Ζωντανοί, στη μάχη, με ελπίδες.
Τα καταφέραμε. Η κανονική διάρκεια ολοκληρώθηκε χωρίς γκολ. Μια ανάσα και πάμε για την παράταση. Κι εκεί, σ’αυτήν την ανάσα, σ’αυτό το ξεφύσημα, έγινε κάτι μαγικό.
Έφυγε από πάνω μας όλο το άγχος. Συλλογικά, σε όλη την κερκίδα. Πάνω από δέκα χιλιάδες άνθρωποι αποφάσισαν όλοι μαζί ότι μέχρι εδώ ήταν το άγχος και τα φαγωμένα νύχια από την αγωνία.
Τέλος. Τώρα αρχίζει το πάρτι, το γλέντι. Θα αρχίσουμε να φωνάζουμε και να τραγουδάμε ασταμάτητα, λες και το ματς δεν είναι 0-0, λες και ο ημιτελικός είναι στο 3-0 και γιορτάζουμε την πρόκριση στον τελικό.
Αυτό έγινε. Άρχισε η παράταση και το γλέντι στήθηκε. Ένα ασταμάτητο, εορταστικό “Ελλάς ολέ, Ελλάς όλε”, που έμοιαζε να μην έχει σχέση με το ματς.
Και σιγά-σιγά, άρχισε να έχει σχέση. Όπως άλλαξε η εικόνα στην κερκίδα, ακριβώς έτσι άλλαξε και η εικόνα στο χορτάρι. Οι Τσέχοι σταμάτησαν να έχουν ευκαιρίες, αυτές πλέον έρχονταν από τα δικά μας πόδια.
Είχαμε κάνει αλλαγές, είχαμε πλέον στο γήπεδο τον Τσάρτα και τον Γιαννακόπουλο. Είχαμε θάρρος και επιθετικότητα, ενώ οι Τσέχοι είχαν αμηχανία και νεύρα.
Η κερκίδα άρχισε να γιορτάζει χωρίς λόγο και μέσα σε πέντε λεπτά ο λόγος εμφανίστηκε. “Ελλάς όλε” η κερκίδα, ευκαιρίες η ομάδα. Πιο έντονη η φωνή μας, πιο έντονες και οι ευκαιρίες μας.
Μια, δύο, τρεις. Στο τέλος, ξέρετε όλοι τι έγινε. Όσοι το ζήσαμε τότε, στο γήπεδο ή στις τηλεοράσεις, δεν θα το ξεχάσουμε ποτέ.
Το κόρνερ στη ρωγμή του χρόνου, στο 105’. Η κεφαλιά που μας έκοψε την ανάσα. Το μεγαλύτερο “ΓΚΟΟΟΛΛΛ” που έχει ακουστεί ποτέ στη χώρα.
Ναι, προφανώς και γνωρίζω πως τρεις μέρες μετά ήρθε η κεφαλιά του Χαριστέα, το γκολ που μας έκανε πρωταθλητές Ευρώπης.
Αλλά, όχι. Το γκολ που κούνησε τη χώρα από τον άξονά της είναι αυτό του Δέλλα στον ημιτελικό.
Το γκολ που ήρθε να δικαιώσει όχι μόνο την προσπάθεια και τον χαρακτήρα των παικτών, αλλά και την πιστή της πιο ωραίας κερκίδας που έχω ζήσει ποτέ.
Ο αθλητισμός σημαίνει σύνδεση. Σύνδεση με τους ανθρώπους στην εξέδρα, με τους αθλητές που δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό και μας χαρίζουν ιστορίες που θυμόμαστε μια ζωή και μας ενώνουν. Έτσι και η Telekom, σε μια περίοδο που τα πάντα αλλάζουν, είναι εδώ για να συνδέσει τον κόσμο μας με μια τεχνολογία που καταργεί τις αποστάσεις, εξελίσσεται και ανήκει σε όλους, προσφέροντας σιγουριά και αισιοδοξία στη νέα ψηφιακή εποχή.
Δείτε το video εδώ: