Το παρασκήνιο των εκατομμυρίων στα deals Πουέρτα, Γκονσάλες, Αντίνο, Λιβάι Γκαρσία και η “ελληνική” διαμεσολάβηση

Ο κοινός διαμεσολαβητικός τόπος και το background στις ιστορικές λόγω οικονομικού αντιτίμου συμφωνίες για τους Γκουσάτβο Πουέρτα, Αρμάντο Γκονσάλες (Ολυμπιακός) και Σαντίνο Αντίνο, Λιβάι Γκαρσία (Παναθηναϊκός) συζητήθηκε στο Box2Box by Betsson.
Γνωστοί με διάφορα ονόματα. Ατζέντηδες, μάνατζερς, διαμεσολαβητές. Στη σύγχρονη football business δεν έχει σημασία τι λέει η ταυτότητά τους, αλλά τι μπορούν, τι καλούνται να κάνουν. Deals. Συμφωνίες. Μεταγραφές. Σε αυτό το πλαίσιο, η επιδραστικότητά τους, η λειτουργία τους, ο ρόλος τους έχει αποκτήσει μυθικές διαστάσεις. Χρεώνονται, πιστώνονται, θεωρείται πως η εμπλοκή τους είναι καταλυτική. Σε πολλές περιπτώσεις, αν όχι στις περισσότερες, ισχύει. Ειδικά με όσα συνηθίζεται να αποδίδονται σε συμφωνίες δεκάδων (και εκατοντάδων πλέον) εκατομμυρίων.
Μαθαίνουμε για ονόματα, για εταιρείες εκπροσώπησης, συνδέουμε και προδιαγράφουμε σχέσεις. Όχι αδικαιολόγητα. Όσο μεγαλύτερο το ποσό τόσο μεγαλύτερη και η διάσταση που αποδίδεται στους ατζέντηδες, μάνατζερς, διαμεσολαβητές. Σιγά σιγά, ή μάλλον όχι και τόσο σιγά, και στα μέρη μας, αυτή η επίδραση δεν φαίνεται απλώς, αλλά ολοένα και περισσότερο προβάλλεται, συζητιέται, αναδεικνύεται. Ειδικά εφόσον τα ποσά στα οποία ντιλάρουν οι ελληνικές ομάδες, συνεχώς αυξάνονται.
Το παράδειγμα των δύο τελευταίων μεταγραφικών περιόδων, ενδεικτικό. Ο Παναθηναϊκός έσπασε το ρεκόρ δαπάνης τον Ιανουάριο (μέχρι να έρθει τώρα ο Αζεντίν Ουναϊ) με την αγορά του Σαντίνο Αντίνο. Το καλοκαίρι, έχρισε, πριν πάντα την άφιξη του Μαροκινού, τον Λιβάι Γκαρσία ως τον πλέον ακριβοπληρωμένο στο ρόστερ του. Ο Ολυμπιακός καλοκαιριάτικα άγγιξε τα 30 εκατ. ευρώ σε δαπάνη για δύο αγορές, πρώτα του Αρμάντο Γκονσάλες και στη συνέχεια, με αυτήν του Γκουστάβο Πουέρτα.
Κοινός τόπος όλων των προαναφερθέντων συμφωνιών; Ένα γραφείο εκπροσώπησης που λειτουργεί στα μέρη μας και ήταν αυτό που πιστώνεται σημαντικό μέρος (ή εξ ολοκλήρου) της ολοκλήρωσης αυτών των συμφωνιών. Ο Βραζιλιάνος, μόνιμος κάτοικος Ελλάδας από τότε που έπαιζε ποδόσφαιρο στην Ελλάδα, Ταϊάναν Γουέλκερ, ή στο πιο γνωστό Τάι και ο πολύπειρος Κύπριος, παλιά καραβάνα στον χώρο, Ανδρέας Δημητρίου, οι οποίοι σύστησαν και ηγούνται της εταιρείας LA Football Consulting.
Χωρίς την παραμικρή διάθεση διαφήμισης και προμοταρίσματος, απλώς και μόνο πληροφοριακά, αφού το οικονομικό υπόβαθρο των εν λόγω συμφωνιών είναι ιστορικό για το ελληνικό ποδόσφαιρο, ακολουθεί το παρασκήνιο και το πλαίσιο των συμφωνιών που χειρίστηκαν.
Η πολύ απαιτητική μεταγραφή Αντίνο
Η πρώτη χρονικά, αυτή του Σαντίνο Αντίνο. Τον Αργεντινό εξτρέμ τον προσπαθούσε το περυσινό καλοκαίρι ο Ολυμπιακός. Οι “ερυθρόλευκοι” έφτασαν να προσφέρουν τότε στη Γοδόι Κρους 8 εκατ. ευρώ για το 90% των δικαιωμάτων του ποδοσφαιριστή. Δεν βρέθηκε άκρη.
Αμέσως μετά την παραμονή του τελικά στη Γοδόι, ο 21χρονος μεσοεπιθετικός αποφάσισε να αλλάξει ατζέντη, αφήνοντας τον πολύπειρο Ερνάν Μπέρμαν και συμφωνώντας με τη Roc Nation, μία ταχύτατα αναπτυσσόμενη τα τελευταία χρόνια εταιρία εκπροσώπησης, η οποία ως προμετωπίδα είχε (και έχει) τον Βινίσιους (σ.σ. ο αδερφός του επιθετικού της Ρεάλ, είναι μεταξύ των όσων δραστηριοποιούνται στην εταιρεία).
Ένας εκ των συνεργατών της, ενημέρωσε, αργότερα το φθινόπωρο τον Τάι τόσο για την προσθήκη του Αντίνο όσο και για τη διαθεσιμότητά του, σε ποσά μάλιστα που τότε υπήρχε η εκτίμηση πως ήταν αρκετά χαμηλότερα από τις προηγούμενες απαιτήσεις της Γοδόι (σημαντικό ρόλο σε αυτό έπαιξε και ο υποβιβασμός της).
Ο Τάι ενημερώσε σχετικά τον Στέφανο Κοτσόλη, ο οποίος μόλις ουσιαστικά είχε αναλάβει την τεχνική διεύθυνση του Παναθηναϊκού. Υπήρξε ανταπόκριση. Ενημερώθηκε για λόγους επαγγελματισμού και ο… προηγούμενος ενδιαφερόμενος, ο Ολυμπιακός, χωρίς όμως εκεί να υπάρξει ανάλογη απόκριση. Η αρχική ενημέρωση που είχαν οι “πράσινοι” ήταν πως η συμφωνία θα μπορούσε να κλείσει με ένα ποσό γύρω στα 4,5 εκατ. ευρώ.
Η προσπάθειά τους ξεκίνησε πιο χαμηλά, εκεί στα τέλη Νοεμβρίου, αρχές Δεκεμβρίου. Είχε ήδη γίνει η σχετική προεργασία με τον ίδιο τον Αντίνο και την οικογένειά του, κάτι που στην πορεία αποδείχτηκε κομβικό, αφού ο Αργεντινός από την πρώτη στιγμή ήταν απόλυτα θετικός στο να έρθει στον Παναθηναϊκό, καθώς δεν ήθελε να συνεχίσει στη δεύτερη κατηγορία της Αργεντινής.
Κομβικό, επειδή και αρνήθηκε τις προοπτικές που υπήρξαν από ομάδες της Βραζιλίας (Φλαμένγκο, Σάντος), αλλά και επειδή στην πορεία των διαπραγματεύσεων, πίεσε όσο μπορούσε προς την ολοκλήρωση της συμφωνίας. Συμφωνία πολύ δύσκολη, διαδικασία πολύ δύσκολη. (Ένα) Χαρακτηριστικό πως ο πρόεδρος της Γοδόι, ο Χοσέ Μανσούρ, είχε αρχικά σε μια μεταμεσονύχτια (εν Ελλάδι) επικοινωνία του με τον ομόλογό του στον Παναθηναϊκό, αλλά και παρουσία των εκπροσώπων και άλλων στελεχών, αποδεχτεί πρόταση 6 εκατ. ευρώ, παραπέμποντας μάλιστα και στους δικηγόρους των δύο συλλόγων για να ολοκληρώσουν τα διαδικαστικά.
Την ακριβώς επόμενη μέρα όμως, ανακάλεσε. Παρότι το ποσό είχε ήδη ξεπεράσει τις αρχικές εκτιμήσεις, ο Παναθηναϊκός, υπομονετικά και με επιμονή, συνέχισε ν’ ανεβάζει την προσφορά του, έχοντας – προφανώς με τη δουλειά που είχε γίνει από τους διαμεσολαβητές ατζέντηδες – “κλειδωμένο” τον ποδοσφαιριστή.
Και τελικά, έσπασε το ταβάνι για να γίνει η συμφωνία, με το αντίτιμο να φτάνει τα 10 εκατ. ευρώ (τα 2,5 που απομένουν για το 25% που έχει κρατήσει η Γοδόι είναι συμφωνημένο να πληρωθούν σε δόσεις, εφόσον ο Αντίνο δεν πωληθεί την επόμενη τριετία, συνεπώς, είναι και αυτά “κλειδωμένα”).
Ο Αργεντινός πήγε από τις 3 χιλιάδες δολάρια μηνιαίως (30.000 ευρώ τον χρόνο δηλαδή), μεσοσταθμικά στο 1,2 εκατ. ευρώ στους “πράσινους”, βρέθηκε ομάδα και για τον αδερφό του, τον Μάρκο Αντίνο (πέρυσι αγωνίστηκε στη Μαρκό, φέτος μετακόμισε στην Ελλάς Σύρου), ενώ η LA Football Consulting απ’ όλη την αποτελεσματική εμπλοκή της, αποκόμισε και μέρος των δικαιωμάτων του ποδοσφαιριστή (πέραν προφανώς των προβλεπόμενων προμηθειών).
Οι ανοιχτοί δίαυλοι και η αγορά του Γκονσάλες
Κάπως έτσι, εδραιώθηκε και η συνεργασία των Τάι – Δημητρίου με τη Roc Nation. Και οι καρποί της φάνηκαν πολύ γρήγορα, στην αμέσως επόμενη μεταγραφική περίοδο, οπότε και βγήκε στην αγορά ο Αρμάντο Γκονσάλες. Το timing έπαιξε εδώ τον καίριο ρόλο. Η Τσίβας είχε έντονο ενδιαφέρον από την Τουλούζ. Δεν ευοδώθηκε, καθώς ο Μεξικανός θεωρήθηκε ακριβός για τον γαλλικό σύλλογο. Ο Ολυμπιακός αναζητούσε επιθετικό, έπεσε στο τραπέζι των “ερυθρόλευκων” και ο νιόφερτος στο οργανόγραμμα του συλλόγου, Ζοφρέ Μονκαντά κέντραρε αμέσως.
Τον γνώριζε. Στη χειμερινή μεταγραφική περίοδο είχε κάνει ως και ραντεβού στο Μιλάνο με τους εκπροσώπους της Roc Nation, αναζητώντας φόρμουλα για να τον πάρει στη Μίλαν, όπου και τότε εργάζονταν ως αθλητικός διευθυντής. Τότε δεν προχώρησε, το καλοκαίρι όμως, από τη στιγμή που και ο ίδιος ο 23χρονος στράικερ ήταν απολύτως θετικός στην προοπτική των “ερυθρόλευκων” και του ελληνικού πρωταθλήματος, τα πάντα… τροχοδρόμησαν.
Εδώ, η διαπραγμάτευση με τη μεσολάβηση των Τάι – Δημητρίου (γνωστοί έτσι κι αλλιώς στον Ολυμπιακό, με επιτυχημένη εμπλοκή τους σε διάφορα deals όπως των Σκάρπα, Μπρνιτς αλλά και τις παραχωρήσεις των Ρέαμπτσιουκ, Πέπε, Ραμόν, Κανέ), ήταν σαφώς πιο βατή και σίγουρα πιο γρήγορη. Κοινή συνισταμένη υπήρχε εξ αρχής. Η Τσίβας ήθελε να πουλήσει, ο ποδοσφαιριστής ήθελε να φύγει, επιλέγοντας Ολυμπιακό, ο Ολυμπιακός ήθελε τον Γκονσάλες, οπότε ήταν θέμα καθαρά συμφωνίας σε οικονομικό επίπεδο.
Ο μεξικάνικος σύλλογος “μαλάκωσε” γρήγορα – αποδεχόμενοι εκεί και την επιθυμία του ποδοσφαιριστή, αλλά και του πατέρα του, παλιού θρύλου της ομάδας – ρίχνοντας τις απαιτήσεις του από τη ρήτρα αποδέσμευσης (13 εκατ. ευρώ) και φτάνοντας τελικά, μέσα σε διάστημα μιας εβδομάδας, δέκα το πολύ ημερών συζητήσεων, στα 8,5 εκατ. ευρώ συν μπόνους 3 εκατομμυρίων, με τον Γκονσάλες να αυξάνει και ο ίδιος τις απολαβές του από τα 1,2 εκατ. ευρώ στα 1,4 εκατ. που προβλέπονται στο πενταετές συμβόλαιο που υπέγραψε με τον Ολυμπιακό.
Ο… λαβύρινθος με τον Πουέρτα και ο πανάκριβος μίτος
Η αποτελεσματική διαχείριση, εμπλοκή και συμβολή του “ελληνικού” διδύμου στην υπόθεση Γκονσάλες, ήταν αυτή που ουσιαστικά τους έβαλε στο παιχνίδι και για τον μεγάλο καλοκαιρινό στόχο του Ολυμπιακού από την αρχή του καλοκαιριού, τον Γκουστάβο Πουέρτα. Τότε, η προοπτική του ελληνικού πρωταθλήματος δεν συγκινούσε τον Κολομβιανό. Ούτε και τους εκπροσώπους του. Κάτι που δεν μπόρεσαν να διαφοροποιήσουν στην πρώτη προσέγγιση των “ερυθρόλευκων” ούτε οι αρχικοί, Έλληνες, διαμεσολαβητές.
Και έτσι “πάγωσαν” οι πρώτες επαφές. Αφού λοιπόν τελεσφόρησε η μεταγραφή Γκονσάλες, τότε πήραν τη σκυτάλη – πάντα με υπόδειξη και έγκριση του Ολυμπιακού – οι Τάι και Δημητρίου. Ο 23χρονος μέσος άλλαξε άποψη, συμφώνησε, και “δέθηκε” μάλιστα από την ελληνική ομάδα. Το εμπόδιο και αρχικά ανυπέρβλητο ήταν η Ρασίνγκ Σανταντέρ. Σε διάφορα επίπεδα, ανεξαρτήτως επικοινωνίας.
Προσωποποίηση της δυσκολίας, ο αθλητικός διευθυντής του ισπανικού club, Τσέμα Αραγκόν. Old school, δυσεύρετος, χωρίς διάθεση επικοινωνίας. Χαρακτηριστικό πως μετά την πρώτη πρόταση του Ολυμπιακού, ύψους 10 εκατ. ευρώ, σε τηλεδιάσκεψη μαζί του – συμφωνημένη με χίλια ζόρια – ήταν ανένδοτος, με αδιανόητους χαρακτηρισμούς προς τους συνομιλητές του, αποχωρώντας μάλιστα χωρίς εξηγήσεις από την εν λόγω σύσκεψη και δείχνοντας έτσι έμπρακτα πως δεν επιθυμούσε διάλογο αν δεν ικανοποιούνταν όσα ζητούσε.
Ξαναμπήκε “πάγος” στις συζητήσεις, χωρίς όμως ο Ολυμπιακός να παρατήσει την υπόθεση τελείως. Κάθε άλλο. Όταν όμως άνοιξε εκ νεου κάποια χαραμάδα με τη Ρασίνγκ, στο κόλπο για τον ποδοσφαιριστή είχε μπει (σοβαρότερα όλων) η Μπενφίκα, αλλά και (δευτερευόντως) η Γιουβέντους. Οπότε το βάρος της προσοχής έπεσε ξανά στον ίδιο τον Πουέρτα και στην “επικράτηση” του σοβαρού ανταγωνισμού.
Πολύς κόπος, πολλή προσπάθεια – και με τους εκπροσώπους του αυτονόητα –, πολλή πειθώ και δουλειά και, εννοείται πολλά χρήματα. Από τη στιγμή που εξασφαλίστηκε η συναίνεσή του διεθνή Κολομβιανού, προφανώς και με τη συμβολή των εδώ μεσολαβητών, αλλά ξεκάθαρα και με την προοπτική της Νότιγχαμ Φόρεστ στο κάδρο, η συνέχεια, για να μην υπάρχει περαιτέρω εμπλοκή ήταν μονόδρομος.
Η καταβολή της ρήτρας αποδέσμευσης, σε μια πληρωμή, ρήτρας που στον Ολυμπιακό είχαν… διπλοτσεκάρει (και μέσω της προηγούμενης ομάδας του Πουέρτα, της Λεβερκούζεν, η οποία βάσει της δικής της συμφωνίας είχε λαμβάνει 50% του αντιτίμου από ενδεχόμενη πώληση του λατινοαμερικάνου μέσου) πως ήταν 16 εκατ. ευρώ και όχι όσα εντέχνως, διέρρεε ως και την τελευταία στιγμή η Σανταντέρ.
Χρήματα που καταβλήθηκαν και έτσι συντελέστηκε η ακριβότερη μεταγραφή στην ιστορία των “ερυθρόλευκων”, με τον Πουέρτα να υπογράφει τετραετές (ιδιαίτερα πλουσιοπάροχο, συμπεριλαμβανόμενων και των πριμ υπογραφής) συμβόλαιο.
Ο δανεισμός Λιβάι και η ανοιχτή πόρτα για του χρόνου
Για κατακλείδα, η περίπτωση του Λιβάι Γκαρσία. Το δίδυμο Τάι – Δημητρίου ήταν αυτό που είχε χειριστεί τη μεταγραφή του 29χρονου από τη Μπεϊτάρ στην ΑΕΚ. Αυτοί είχαν μεσολαβήσει για την πρόταση της Λανς στην Ένωση, όχι όμως και τη μεταγραφή του στη Σπαρτάκ Μόσχας.
Η ενημέρωση στο τέλος της περασμένης σεζόν ήταν ξεκάθαρη. Ο Λιβάι δεν ήθελε να παραμείνει άλλο στη Μόσχα. Η Σπαρτάκ συζητούσε τα πάντα. Το εμπόδιο ήταν ο τεράστιος μισθός του επιθετικού από το Τρινιντάντ: 3,5 εκατ. ευρώ έχοντας συμβόλαιο εκεί για άλλα δύο χρόνια.
Η περίπτωση του όμως, αυτονόητα δελεαστική για να προσπεραστεί. Ο Ολλανδός ατζέντης του ποδοσφαιριστή εξουσιοδότησε το δίδυμο για να τον προτείνουν σε όλες τις ελληνικές ομάδες, πλην φυσικά της ΑΕΚ. Εκεί δεν “χρειάζονταν” εξουσιοδότηση. Ενημερώθηκαν άπασες για τα δεδομένα και την προοπτική. Ο Ολυμπιακός δεν ασχολήθηκε, ο ΠΑΟΚ το έκανε.
Μόλις όμως οι επιτελείς του “δικεφάλου” πληροφορήθηκαν τα οικονομικά δεδομένα, αποσύρθηκαν. Και έτσι, έμεινε μόνος ο Παναθηναϊκός, ο οποίος επίσης είχε δείξει “ζεστό” ενδιαφέρον. Η διαπραγμάτευση με τον Λιβάι, αποδείχτηκε εύκολη, δεδομένης και της επιθυμίας του να φύγει από τη Σπαρτάκ, αλλά (κυρίως) να επιστρέψει στην Αθήνα. Ενδεικτικό (όπως άλλωστε έχει σημειωθεί) πως δέχτηκε να κόψει 1 εκατ. ευρώ από τον μισθό του ώστε να ενταχθεί στους “πράσινους”, οι οποίοι και του καταβάλλουν τα υπόλοιπα 2,5 εκατ.
Στη Σπαρτάκ δόθηκε loan fee 1,2 εκατ. ευρώ και παρά τα εμπόδια που έβαλαν οι Μοσχοβίτες ως και το φινάλε, η συμφωνία ολοκληρώθηκε. Το τελευταίο όλων ήταν η απαίτησή τους να ανέβει η option αγοράς στα 15 εκατ. ευρώ (από τα 12 που είχε συμφωνηθεί).
Εκεί που είχαν φτάσει όμως τα πράγματα, δεν γίνονταν αυτό και μόνο να σταθεί εμπόδιο. Οι μεσολαβητές ενημέρωσαν πως ακόμη και έτσι, ο Λιβάι δεν υπήρχε περίπτωση να επιστρέψει στη Σπαρτάκ του χρόνου, πως η Σπαρτάκ θα ήταν έτσι κι αλλιώς υποχρεωμένη να συζητήσει τότε την πώλησή του επειδή ο διεθνής επιθετικός θα έμπαινε στον τελευταίο χρόνο του συμβολαίου του και πως οποιαδήποτε ρήτρα συμφωνούνταν, ουσιαστικά δεν θα είχε αντίκρισμα, καθώς αν ο Παναθηναϊκός επιθυμούσε την αγορά του Λιβάι, τότε θα μπορεί να διαπραγματευτεί με τελείως διαφορετικούς, σαφώς πιο ρεαλιστικούς και κυρίως προσιτούς όρους (έχοντας φυσικά και σύμμαχο τον ίδιο τον ποδοσφαιριστή).
Κάπως έτσι έγινε δεκτή και αυτή η ύστατη προσαρμογή που ζήτησε η Σπαρτάκ και για ό,τι προαναφέρθηκε – με την επενδυτική δηλαδή προσδοκία μιας διαφορετικής διαπραγμάτευσης εφόσον όλα έχουν κυλήσει επιθυμητά για Λιβάι και Παναθηναϊκό στη σεζόν – χωρίς το συγκεκριμένο buy out (15 εκατ. τελικά) να μετατρέπεται σε υποχρεωτικό, με κανέναν όρο, είτε επίτευξης ομαδικών είτε ατομικών στόχων.