ΕΛΛΑΔΑ

Παρασκευάς Άντζας: Ο γίγαντας με τα γδαρμένα χέρια – Αφηγούνται Ματζουράκης, Στολτίδης, Μαυρογενίδης

24MEDIA CREATIVE TEAM - KONSTANTINOS BADOUNAS

Ο Παρασκευάς Άντζας δεν κυνήγησε τη δόξα αν και είχε ταλέντο για τα μεγαλύτερα γήπεδα της Ευρώπης. Ο Γιάννης Ματζουράκης, ο Δημήτρης Μαυρογενίδης και ο Ιεροκλής Στολτίδης μίλησαν στο SPORT 24 για τον αθόρυβο κι αδικημένο -ακόμα κι από τον ίδιο του τον εαυτό- παιχταρά.

Ο αποχαιρετισμός ενός 49χρονου, ενός νέου είναι η σταθερή απόδειξη για την πολλή αδικία που χωράει μέσα στη ζωή. Ένας άνθρωπος που έχει αγκαλιές να πάρει και να δώσει, παιδιά να καμαρώσει, φίλους να συναντήσει, ζωή να ζήσει. Αυτές οι ηλικίες δεν είναι για αντίο και ένα τέτοιο κείμενο πρέπει να μετατίθεται για δεκαετίες μετά.

Όμως ο θάνατος -ως κεραυνός εν αιθρία- έρχεται να υπενθυμίσει πόσο βαθιά σκληρός μπορεί να γίνει. Όπως έκανε και στην περίπτωση του Παρασκευά Άντζα. Δεν υπάρχει εξήγηση που να σε ανακουφίζει και αντί να βρίσκεις απαντήσεις, μεγαλώνει μόνο η αίσθηση του άδικου.

Λένε ότι δεν είναι σωστό να αναρωτιέσαι “γιατί σε εκείνον;” ή “γιατί σε μένα;”, επειδή εμμέσως υπονοείς ότι αυτό το φορτίο θα έπρεπε να το σηκώσει κάποιος άλλος. Κουραφέξαλα που έχουν καλή πρόθεση, αλλά δεν απαλύνουν κανέναν πόνο. Όταν ένας άνθρωπος φεύγει τόσο νωρίς, η καρδιά δεν λειτουργεί με λογική και τα “γιατί” δεν είναι “γιατί όχι κάποιος άλλος”, αλλά “γιατί να συμβεί σε έναν άνθρωπο που ήταν ακόμα τόσο νέος”. Χιλιάδες δίκαια “γιατί” για τον Παρασκευά που βασανίστηκε κι έφυγε, χωρίς ποτέ να διεκδικήσει όσα άξιζε. Ιδιαίτερα στην περίπτωσή του δεν σκέφτεσαι μόνο όσα έκανε, όσα δεν έζησε, αλλά και όσα θα μπορούσε να έχει υπάρξει.

Ήταν το παιδάκι που δεν ήθελε να αποχωριστεί το σπίτι του για καμία Εθνική ομάδα και του έκανε συνεχόμενα αλλεπάλληλα ψυχολογικά μασάζ ο ομοσπονδιακός προπονητής, Γιάννης Κόλλιας για να τον μεταπείσει. Έγινε ο ποδοσφαιριστής που μπορούσε να παίξει σχεδόν παντού όμως αδυνατούσε να φορέσει τα παπούτσια του περίστατου αστέρα. Όσοι τον γνώρισαν λένε με βεβαιότητα ότι δεν “καιγόταν” για όλα εκείνα που οι υπόλοιποι θεωρούσαν αυτονόητο στόχο: δόξα, χρήματα, καριέρα. Μπορούσε να τα αποκτήσει όλα στον υπερθετικό βαθμό κι όμως προτίμησε μόνο να περάσουν από τα χεριά του.

Ο Παρασκευάς Άντζας έφυγε αφήνοντας αναμνήσεις ενός αθλητή που δύσκολα περιγράφεται με λέξεις. Ήταν σαν τη σιωπή που ακολουθεί όταν αδειάζει ένα γήπεδο και για λίγα δευτερόλεπτα η παρουσία κάποιου μοιάζει να αιωρείται ακόμα πάνω από το χορτάρι.

Όπως παραδέχθηκε ο ποδοσφαιρικός πατέρας του, Γιάννης Ματζουράκης στο SPORT24, o Βούλης του δεν έμοιαζε να ανήκει στο θορυβώδες ποδόσφαιρο. Πάντα θα προτιμούσε μια ήσυχη βόλτα με άλογο στα βουνά της Δράμας, για να αδειάσει το μυαλό του.

Και όπως επιβεβαίωσαν οι συμπαίκτες του από την Εθνική Ελπίδων μέχρι τον Ολυμπιακό, Δημήτρης Μαυρογενίδης και Ιεροκλής Στολτίδης ποτέ δεν έδειχνε άνθρωπος που κυνηγούσε τη λάμψη. Περπατούσε παράλληλα στα φώτα, λίγο πιο ήσυχα, χωρίς όμως να μένει ποτέ πίσω πραγματικά.

ΑΝΤΖΑΣ ΑΝΑΤΟΛΑΚΗΣ ΓΚΟΓΚΙΤΣ KAI ΜΑΥΡΟΓΕΝΙΔΗΣ ΠΑΝΗΓΥΡΙΖΟΥΝ ΣΤΟ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ ΚΡΟΑΣΙΑ ΣΤΟ CHAMPIONS LEAGUE 1998 intime photo

Μεγάλωσε στη Δράμα. Ένα παιδί που αγαπούσε υπερβολικά τον τόπο του για να τον εγκαταλείψει εύκολα. “Ένας από τους καλύτερους αμυντικούς όλων των εποχών και σίγουρα ο πιο τεχνίτης από όλους, έφυγε τόσο πρόωρα, που το ακούς ή το διαβάζεις σαν είδηση και τρελαίνεσαι. Τον θυμάμαι ακόμη μικρό, 15χρονο, παιδάκι στην Εθνική Παίδων που δεν του επέτρεπε η μητέρα του να έρχεται στην Αθήνα για τις συγκεντρώσεις και τις προπονήσεις κι έπρεπε να κινητοποιηθεί όλη η ΕΠΟ και να εγγυηθεί την προστασία του, για να συμφωνήσει η μητέρα μέχρι την καταπληκτική Εθνική Νέων και την υπέροχη Εθνική Ελπίδων, την Ξάνθη και τον Ολυμπιακό που ξεχώριζε σαν τη μύγα μέσα στο γάλα με την τεχνική του και την αρχοντιά του”, έγραψε ο Χρήστος Υφαντής και μετέφερε τα λόγια του Γιάννη Κόλλια στο παρόν: “Ο Παρασκευάς είναι ο μόνος αμυντικός που ξέρω που δεν διώχνει την μπάλα ποτέ πλάγιο άουτ, τη δίνει πάντα“.

Η παρουσία του στις μικρές Εθνικές ομάδες συνδυάστηκε με τη μετακίνησή του από τη Δράμα και τον Πανδραμαϊκό στην Ξάνθη. Όταν τον ζήτησε η ακριτική ομάδα, δεν ήθελε να φύγει. Χρειάστηκε η προτροπή του πατέρα του, ενός ανθρώπου του μεροκάματου, για να κάνει εκείνο το βήμα. Έπαιζε ποδόσφαιρο πιστεύοντας πως έτσι μπορεί να προσφέρει κάτι στους δικούς του ανθρώπους.

Στην Ξάνθη βρήκε ανθρώπους που τον πίστεψαν. Αρχικά τον Βασίλη Δανιήλ που τον χρησιμοποίησε πρώτη φορά ως δεξί μπακ, μέχρι ο Γιάννης Ματζουράκης να του ζητήσει να περάσει κεντρικός αμυντικός, ώστε να αξιοποιήσει πλήρως τα πλούσια προσόντα του και το αστείρευτο ταλέντο του.

Άλλαζε θέσεις και προσαρμοζόταν χωρίς φασαρία. Δεν μιλούσε πολύ και καταλάβαινε γρήγορα. Ύστερα ήρθε ο Ολυμπιακός. Η μεγάλη μεταγραφή. Δούλευε στο απόλυτο, αλλά όπως παρατηρούσαν οι συμπαίκτες του τον ενδιέφερε περισσότερο να αισθάνεται καλά, παρά να φτάσει ψηλότερα. Όταν έπαψε να νιώθει καλά, το 2003 αποτραβήχτηκε από τη μεγάλη σκηνή του ποδοσφαίρου. Ο ίδιος είχε πει ότι επηρεάστηκε από τον θάνατο του πατέρα του κι έπειτα του παππού του. Κανείς δεν μπορούσε να τον μεταπείσει. Ούτε ο Σωκράτης Κόκκαλης, ούτε και ο Ότο Ρεχάγκελ. Κλότσησε την ευκαιρία του EURO 2004 και δεν στέφθηκε πρωταθλητής Ευρώπης.

ΑΝΤΖΑΣ, ΤΖΟΡΤΖΕΒΙΤΣ ΚΑΙ ΜΑΥΡΟΓΕΝΙΔΗΣ ΣΤΟ ΦΙΛΙΚΟ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ - ΕΡΥΘΡΟΣ ΑΣΤΕΡΑΣ intime photo

Γιάννης Ματζουράκης: “Αυτά είναι για τους μάστορες. Βούλη μου, δεν είσαι χτίστης, είσαι φτιαγμένος για να παίζεις ποδόσφαιρο”

Έπαιξε έως το καλοκαίρι του 2004 δανεικός από τον Ολυμπιακό στη Δόξα Δράμας. Προτίμησε τη Γ’ Εθνική από τους τίτλους και την Ευρώπη. Ακολούθησε μία τριετία στην Ξάνθη. Αυτή την ιστορία τη γνωρίζει καλύτερα απ’ όλους ο Γιάννης Ματζουράκης και την περιγράφει στο SPORT24: “Το καλοκαίρι του 2004 τον είδα στη Δράμα. Είχε ένα πρόβλημα στο γόνατό του. Είχαμε πάει να παίξουμε με τον Πανδραμαϊκό αγώνα Κυπέλλου, εκεί. Είδα έναν γίγαντα να με πλησιάζει μετά το ματς. Ήταν ο Άντζας. Θυμάμαι ότι μου είχαν κάνει εντύπωση τα χέρια του. Πάνω στη χειραψία τον ρώτησα γιατί ήταν έτσι, σαν σκασμένα και γδαρμένα. Αν θυμάμαι καλά μού απάντησε ότι εκείνη την περίοδο έβαζε πλακάκια στο σπίτι του ή κάτι τέτοιο. Τόσο απλό και ταπεινό παιδί ήταν.

Του έβαλα ένα προβληματισμό. Του είπα ότι δεν είναι για τέτοιες δουλειές. “Αυτά είναι για τους μάστορες. Βούλη μου, δεν είσαι χτίστης, είσαι φτιαγμένος για να παίζεις ποδόσφαιρο”. Σ’ εκείνη την κουβέντα μου είπε ότι είχε μια πρόταση. Αν θυμάμαι καλά από τον Πανσερραϊκό και ότι σκεπτόταν να πάει. Του απάντησα: “Θέλω έναν Άντζα, ο οποίος θα έρθει στην Ξάνθη -όχι όμως με το μυαλό του να παίξει στην Ξάνθη- αλλά με το μυαλό του να επιστρέψει και πάλι στην Εθνική ομάδα και στον Ολυμπιακό. Εγώ θα σε περιμένω. Σκέψου το. Θα ενημερώσω και τον κ. Πανόπουλο”. Έτσι, επέστρεψε στην Ξάνθη τον Δεκέμβριο εκείνης της χρονιάς. “Η Ξάνθη ήταν γνώριμο περιβάλλον για εκείνον. Τον είχε φιλοξενήσει καλά και ήταν άνετα εκεί. Ένιωσε ασφαλής στην Ξάνθη, η οποία λειτουργούσε άψογα σε όλα τα επίπεδα και δεν είχε ας το πούμε τον ”θόρυβο” των μεγάλων ομάδων της Αθήνας. Αυτή τη λέξη χρησιμοποιώ εγώ, ας πούμε: “ο θόρυβος”. Εκείνη τη στιγμή ο θόρυβος ήταν εμπόδιο”.

Ο Γιάννης Ματζουράκης δεν είχε πληροφορηθεί ότι ο Άντζας αντιμετώπιζε μια ανίατη ασθένεια.

Δεν το ήξερα ότι το παιδί είχε πρόβλημα υγείας. Το πρωί του θανάτου του που με πήραν τηλέφωνο το έμαθα και κλονίστηκα. Τον είχα στην Ξάνθη από μικρό. Ήταν ένα εκπληκτικό παιδί. Δυο μέτρα παλικάρι. Γι’ αυτό του άλλαξα θέση στην Ξάνθη. Έπαιζε στα πλάγια και του είπα ότι είναι πολύ ψηλός, γι’ αυτό και θα τον βάλω στο κέντρο της άμυνας. Πολυθεσίτης παίκτης. Μπορούσε να παίξει με άνεση σε όλον τον άξονα.

Όλοι μας φταίμε για τον Βούλη. Όλοι -και εγώ- για το ένα λεπτό νωρίτερα που δεν του δώσαμε μια σωστή συμβουλή. Όλοι έπρεπε να ασχοληθούμε για να κάνει την καριέρα που του άξιζε. Λίγοι μπορούσαν και μπορούν να κάνουν τέτοια καριέρα. Έπρεπε να παίξει σ’ ένα από τα οκτώ καλύτερα κλαμπ της Ευρώπης με αυτό το ταλέντο και αυτό το ποδοσφαιρικό μυαλό. Άπλωνε το μυαλό του σε όλο το γήπεδο. Είχε απλή σκέψη και όλα τα προσόντα. Τη φωνή του δεν την άκουγα αν δεν τον ρωτούσα κάτι ή αν δεν του μιλούσα εγώ πρώτος. Τον άκουγα μόνο όταν μου απαντούσε. Ήσυχος και συνεπής στην προπόνηση. Δεν προκαλούσε προβλήματα. Ήταν ο αθλητής που χρειάζεται κάθε προπονητής. Έκανε την προπόνηση του και τον έβλεπα να εκτελεί τα πάντα και να είναι προσεκτικός στις παρατηρήσεις μου. Πολύ πειθαρχημένος στη δουλειά του. Δεν ενοχλούσε κανέναν. Αθόρυβος γίγαντας με φοβερά προσόντα και συνέπεια.

Ήρεμος, άριστος τεχνίτης. Έκοβε, μοίραζε έφτιαχνε παιχνίδι και με πολύ καλή ταχύτητα για το ύψος του. Καλός στο ψηλό παιχνίδι και στο χαμηλό. Με παίκτες γύρω του είχε την ψυχραιμία να φέρει την μπάλα στο στήθος, να την κατεβάσει κάτω και να της δώσει προορισμό. Έχει παίξει, λίμπερο, αμυντικό χαφ, σε όλο τον κεντρικό άξονα. Όπου και να τον έβαζαν ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις της θέσης. Τα είχε όλα και σταθερότητα. Μεγάλη προίκα είχε”.

Δημήτρης Μαυρογενίδης: “Ήταν πολύ μπροστά για την εποχή του και θα ήταν σύγχρονος ακόμα και τώρα”

Ο Δημήτρης Μαυρογενίδης τον γνώρισε πολύ μικρό και παρόλο που είχε πληροφορηθεί την ασθένειά του δεν μπορούσε να δεχθεί ότι έφυγε από τη ζωή.

Απ’ όποια πλευρά και να το δεις είναι βαρύ και δεν το δικαιολογεί ο ανθρώπινος νους, επειδή η ιατρική έχει προοδεύσει τόσο πολύ. Είχαμε πληροφορηθεί ότι δίνει μεγάλο αγώνα και ότι προσπαθεί πολύ. Με τον Παρασκευά ήμασταν μαζί από την προπαίδων, δηλαδή από τότε που δεν μπορείς να φανταστείς πώς θα εξελιχθεί η καριέρα σου. Δεν ξέρεις αν θα κάνεις καριέρα.

Η ποδοσφαιρική του αξία ήταν πολύ μεγάλη, ήταν θαυμάσιο παιδί και ένας πολύ καλός οικογενειάρχης. Αυτό ήταν έντονο χαρακτηριστικό του. Αγαπούσε να είναι με την οικογένειά του από τότε που ήταν μικρός σε τέτοιο βαθμό που σε μικρότερες ηλικίες δυσκολευόταν να αφήσει το σπίτι του για την Εθνική ομάδα. Δεν ήθελε να απομακρυνθεί και γι’ αυτό ο προπονητής μας, ο Γιάννης Κόλλιας του μιλούσε αρκετά, για να του εξηγήσει πόσο πολύ θα τον βοηθήσει η παρουσία του στην Εθνική ομάδα. Μπορεί να ήταν ένα συνεσταλμένο παιδί, αλλά δεν ήταν καθόλου μοναχικό. Ήταν της παρέας. Συμμετείχε στην παρέα και είχε πολύ χιούμορ. Ξεχώριζε ο καλός και πολύς δίκαιος χαρακτήρας του χωρίς να το επιδεικνύει ή να κάνει υπερβολές. Όπως ήταν ως ποδοσφαιριστής.

Ήταν τόσο πλούσιο το ταλέντο του που φαινόταν χωρίς να προσπαθεί να το δείξει. Του έβγαινε εύκολα, χωρίς κόπο και δεν είχε αυτό το πάθος ή το άγχος. Αυτό στην πραγματικότητα τον βοήθησε στο παιχνίδι του, επειδή έμπαινε ήρεμος στα παιχνίδια. Σε αγωνιστικό επίπεδο ήταν πολύ μπροστά για την εποχή του και θα ήταν σύγχρονος ακόμα και τώρα. Όχι, μόνο σύγχρονος, αλλά και δυσεύρετος! Ήμουν κατά κάποιο τρόπο αυτός που τον υποδέχθηκε στον Ολυμπιακό, επειδή ήδη με γνώριζε από τις Εθνικές ομάδες, αν και δεν είχε θέματα προσαρμογής. Πριν από ένα δυο χρονιά τον είδα για τελευταία φορά από κοντά, σ’ ένα reunion της Εθνικής Ελπίδων του 1998 και παίξαμε έναν αγώνα για τον προπονητή μας Γιάννη Κόλλια. Εγώ είδα έναν παλίκαρο να παίζει μπάλα και να μην έχει κανένα πρόβλημα. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα”.

Άντζας και Στολτίδης πανηγυρίζουν το γκολ απέναντι στη Βέρντερ Βρέμης στο Champions League intime photo

Ιεροκλής Στολτίδης: “Είχε τα κότσια να μην τον νοιάζουν τα χρήματα, η καριέρα, η δόξα”

Ο Ιεροκλής Στολτίδης μονολόγησε “Δεν μπορώ να καταλάβω τι συμβαίνει. Φεύγουν τα καλύτερα παιδιά. Ήταν πολύ συναισθηματικό παιδί και επηρεαζόταν βαθιά από καταστάσεις”. Τον γνώρισε σ’ εκείνη τη θαυμαστή Εθνική Ελπίδων και συνυπήρξαν και στον Ολυμπιακό.

“Ημουν στην Ελπίδων όταν ήρθε. Ήταν δυο χρόνια μικρότερος. Ένα παιδί χαμηλών τόνων, εντελώς μετριόφρων παρά τα τεράστια προσόντα του και ταυτόχρονα ευχάριστος στην παρέα. Ήρεμος και δεν εκνευριζόταν ακόμα και όταν τον προκαλούσαν. Ακόμα και η φάση με τον Κυργιάκο ήταν κάτι οξύμωρο για τον χαρακτήρα του, αλλά τα ντέρμπι και το πώς τα βιώνεις είναι μια άλλη ιστορία”, τόνισε ο “Ιέρο” και εξήγησε τους λόγους για τους οποίους θαύμαζε τον Άντζα. “Αν ο Πάρης είχε το πάθος για καριέρα, δόξα και χρήματα θα έκανε κάτι πάρα πολύ μεγάλο στο prime του. Είχε όλα τα προσόντα για κάτι τέτοιο. Αλλά τίποτε απ’ όλα αυτά δεν ήταν προτεραιότητά του.

ΣΤΟΛΤΙΔΗΣ KAI ΑΝΤΖΑΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΥ ΣΤΟ ΖΕΕΦΕΛΝΤ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΣ intime photo

Τον θαύμαζα πολύ γι’ αυτό. Είχε τα κότσια να μην τον νοιάζουν όλα αυτά. Από την άλλη λάτρευε τα παιδιά του. Όλοι αγαπούν τα παιδιά τους, αλλά ο Άντζας ήταν το κάτι άλλο. Γούσταρα που έβλεπα έναν τέτοιο άνθρωπο, παρόλο που δεν εξάντλησε όλο το ταλέντο του στο ποδόσφαιρο. Εγώ τον παραδεχόμουν.

Βλέπαμε όλους όσοι ήθελαν μια μεγάλη καριέρα να κάνουν focus σε αυτή. Ο Παρασκευάς ενώ δούλευε στο 100% δεν καιγόταν για τη μεγάλη καριέρα. Ήθελε πρώτα να νιώθει καλά όπου βρίσκεται. Όλοι τρελαίνονταν για να παίξουν στην Εθνική και εκείνος έλεγε στον Κόλλια να μην τον καλέσει την επόμενη φορά. Μας έκανε εντύπωση. Βέβαια, ο Κόλλιας σωστά επέμενε και του άλλαζε το μυαλό”.

ΣΤΟΛΤΙΔΗΣ KAI ΑΝΤΖΑΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΥ ΣΤΟ ΖΕΕΦΕΛΝΤ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΣ intime photo

Γιατί η ALS σχετίστηκε με το ποδόσφαιρο και σε τι διαφέρει από τη νόσο των πυγμάχων

Ο Παρασκευάς Άντζας έφυγε από κάτι ανίκητο μέχρι σήμερα, την ασθένεια ALS και σωστά απορεί ο Δημήτρης Μαυρογενίδης. Το 2026 με τέτοια εξέλιξη στην ιατρική κι όμως υπάρχουν ακόμα ανίατες ασθένειες. Το ALS δεν πλήττει το ποδόσφαιρο όπως λανθασμένα και εντελώς τρομακτικά αποδίδεται, αλλά φαίνεται έχει μια μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης στους ποδοσφαιριστές.

Ο συσχετισμός ποδοσφαίρου και ALS άρχισε στα τέλη της δεκαετίας του 1990 στην Ιταλία, όταν ο δικαστής Ραφαέλε Γκουαρινιέλο ερευνώντας υποθέσεις ανακάλυψε έναν ασυνήθιστα υψηλό αριθμό θανάτων από ALS μεταξύ πρώην ποδοσφαιριστών. Το φαινόμενο ονομάστηκε “Σύνδρομο Serie A” και πυροδότησε μια σειρά από έρευνες.

Η πρώτη μελέτη δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Brain από την ομάδα του καθηγητή Αντριάνο Τσιο με δείγμα 7.325 Ιταλούς ποδοσφαιριστές (8 κρούσματα). Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι οι επαγγελματίες είχαν μεγαλύτερο κίνδυνο να εμφανίσουν ALS σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό, με τις πιθανότητες να αυξάνονται για όσους είχαν καριέρα μεγαλύτερη των 5 ετών.

Σε αντίστοιχα δείγματα μπασκετμπολιστών και ποδηλατών δεν βρέθηκε κανένα κρούσμα, απομονώνοντας το ποδόσφαιρο, αλλά και το αμερικάνικο ποδόσφαιρο ως παράγοντα κινδύνου. Το 2020, μια άλλη μελέτη 60 ετών σε 24.644 παίκτες (επίσης από την ομάδα του Τσιο) επιβεβαίωσε ότι οι ποδοσφαιριστές νοσούν κατά μέσο όρο στα 45 τους χρόνια. Πιο πρόσφατα, τον Ιούνιο του 2025, έρευνα στο Journal of the Neurological Sciences επεσήμανε ότι οι ποδοσφαιριστές αντιμετωπίζουν 3,07 φορές αυξημένο κίνδυνο σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό, επιβεβαιώνοντας τη σταθερότητα του φαινομένου, παρά την πτωτική τάση του.

Οι επιστήμονες ξεκαθαρίζουν ότι η ALS δεν προσβάλλει τους μυς, αλλά τους κινητικούς νευρώνες. Σαν να λέμε τα “καλώδια” που μεταφέρουν τις εντολές του εγκεφάλου. Η επικρατούσα θεωρία προς το παρόν εστιάζει στα επαναλαμβανόμενα μικροτραύματα, όπως οι πολλές κεφαλιές και οι κραδασμοί στον αυχένα. Φθείρουν τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και οδηγούν σε συσσώρευση της τοξικής πρωτεΐνης TDP-43.

Τι είναι αυτή η πρωτεΐνη και τι σημαίνει το παραπάνω; Στον εγκέφαλο των ανθρώπων που έχουν υποστεί επανειλημμένα μικρά χτυπήματα στο κεφάλι, οι επιστήμονες εντοπίζουν μια πρωτεΐνη που ονομάζεται TDP-43. Όταν αυτή η πρωτεΐνη συσσωρεύεται και μπλοκάρει τον νωτιαίο μυελό και προκαλεί τη νέκρωση των κινητικών νευρώνων, δηλαδή την ALS.

Με πιο απλά λόγια αυτή η χρόνια φλεγμονή, σε συνδυασμό με το οξειδωτικό στρες της εξαντλητικής άσκησης και την κατάχρηση αντιφλεγμονωδών φαρμάκων “πυροδοτεί” τη νόσο κυρίως σε άτομα με συγκεκριμένη γενετική προδιάθεση.

Το ερώτημα εν προκειμένω είναι: Γιατί δεν παθαίνουν κάτι τέτοιο και οι πυγμάχοι που δέχονται ακόμα πιο δυνατά χτυπήματα στο κεφάλι; Δυστυχώς νοσούν και οι πυγμάχοι, αλλά από κάτι διαφορετικό. Στο μποξ, η κύρια απειλή για τον εγκέφαλο ονομάζεται Χρόνια Τραυματική Εγκεφαλοπάθεια και σχετίζεται με τη σφοδρότητα των χτυπημάτων και όχι με τους επαναλαμβανόμενους μικρούς κραδασμούς στο κεφάλι και τον αυχένα που προκαλούν την ALS.

Τη δεκαετία του 1920, η πάθηση αυτή ονομάστηκε “πυγμαχική άνοια” και αντί για παράλυση των μυών, οι μποξέρ εμφανίζουν απώλεια μνήμης, κατάθλιψη, έντονη επιθετικότητα, συναισθηματική αστάθεια και τρέμουλο παρόμοιο με τη νόσο Πάρκινσον.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ