Παούνοβιτς: “Η Ελλάδα είναι μια εθνική ομάδα που θέλει να πρωταγωνιστεί και να παίζει καλό ποδόσφαιρο”

Ο Βέλικο Παούνοβιτς μίλησε με τα καλύτερα λόγια για το ρόστερ της Εθνικής Ελλάδας και τον Ιβάν Γιοβάνοβιτς ενόψει της πρεμιέρας του Nations League που βρίσκει την Σερβία να υποδέχεται την γαλανόλευκη (24/9, 21;45), με τον 49χρονο τεχνικό να στέλνει μήνυμα στους συμπατριώτες του να δώσουν δυναμικό παρών στο γήπεδο.
Η πρεμιέρα του Nations League αποτελεί μία μεγάλη πρόκληση για την εθνική Σερβίας αφού σε έναν όμιλο (1ο για την League A) που παίρνουν μέρος η Ολλανδία και η Γερμανία, εκείνη φιλοξενεί την Ελλάδα (24/9, 21:45, ALPHA, LIVE MATCHCENTER SPORT24) και καλείται να πάρει το τρίποντο για να αρχίσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την παρουσία της στη διοργάνωση.
Η αποστολή της πάντως μόνο εύκολη δεν είναι αν αναλογιστεί κανείς πως η γαλανόλευκη διαθέτει αυτή τη στιγμή ουκ ολίγους σπουδαίους παίκτες που διαπρέπουν στα κορυφαία πρωταθλήματα της Ευρώπης, με τον Βέλικο Παούνοβιτς να αναφέρεται στην πρόκληση που έχει μπροστά της η χώρα του και να ζητάει τη συμπαράσταση των συμπατριωτών του στο συγκεκριμένο ματς
Αναλυτικά όσα δήλωσε:
Για το αν θα παίξει με διάταξη 4-2-3-1 κόντρα στην Ελλάδα:
“Έχουμε 29 παίκτες στην αποστολή, γεγονός που μας παρέχει τακτική ευελιξία. Δεν αποκλείουμε τίποτα, στο ποδόσφαιρο δεν πρέπει ποτέ να είσαι άκαμπτος. Παράλληλα, ένας από τους λόγους για τους οποίους καλέσαμε τόσους παίκτες είναι ότι θα δώσουμε τέσσερα παιχνίδια, κάτι που δεν έχει συμβεί μέχρι τώρα. Θα δούμε πώς είναι καλύτερο να κατανείμουμε τις δυνάμεις μας για αυτές τις τέσσερις αναμετρήσεις, καθώς η διαδικασία θα είναι εξαιρετικά απαιτητική για τους παίκτες”.
Για το αν αποτελεί αβαντάζ για την Εθνική Ελλάδας η παρουσία του Ιβάν Γιοβάνοβιτς στον πάγκο της:
“Δεν γνωριζόμαστε προσωπικά, αλλά γνωρίζω τη δουλειά του, την καριέρα του και τις επιτυχίες του ως προπονητής. Υπό αυτή την έννοια, τον γνωρίζω πολύ καλά. Για μένα, αποτελεί ένα εξαιρετικό παράδειγμα συναδέλφου με μακρά και επιτυχημένη πορεία, ο οποίος έχει αφήσει το στίγμα του. Το αν αποτελεί πλεονέκτημα για τους Έλληνες το γεγονός ότι ο προπονητής είναι Σέρβος, είναι κάτι που μπορεί να το δει κάποιος και από τις δύο πλευρές. Θα είναι ασυνήθιστο για εκείνον να αντιμετωπίσει την εθνική ομάδα της χώρας του, αλλά είναι επαγγελματίας. Η Ελλάδα είναι μια εθνική ομάδα που θέλει να πρωταγωνιστεί σε κάθε παιχνίδι, να έχει την κατοχή της μπάλας και να παίζει καλό ποδόσφαιρο. Συνήθως αγωνίζεται με σχηματισμό 4-2-3-1, αλλά ίσως ετοιμάσουμε κάτι διαφορετικό για αύριο”.
Για τη δυναμική της Ελλάδας σε συλλογικό επίπεδο:
“Το πρωτάθλημά τους βρίσκεται στη 12η θέση της Ευρώπης βάσει χρηματιστηριακής αξίας, ενώ το δικό μας στην 29η. Επιπλέον, οι υποδομές, τα γήπεδα, ο ανταγωνισμός, το κοινό που παρακολουθεί τους αγώνες… Πιστεύω ότι η Ελλάδα έχει κάνει πολύ καλή δουλειά και οφείλουμε να σκοπεύσουμε και εμείς προς αυτή την κατεύθυνση, ανάλογα με τις δυνατότητές μας. Είδαμε πόσοι νεαροί παίκτες τους αγωνίζονται στα πέντε κορυφαία ευρωπαϊκά πρωταθλήματα, διαθέτουν ταλέντο και έχουν αναπτύξει ένα καλό σύστημα στις εθνικές τους ομάδες. Όλα αυτά αποτελούν μια διαδικασία. Όταν πήγα στην Ισπανία το 1995, δεν ήταν πρωταθλητές Ευρώπης και κόσμου. Με την πάροδο των ετών, αναζήτησαν διάφορα μοντέλα που θα τους οδηγούσαν στο σημερινό τους επίπεδο. Οι Ισπανοί είχαν πάντα προοπτικές, αλλά πλέον έχουν καταστεί σημείο αναφοράς για όλους”.
Για την ατμόσφαιρα που θα υπάρχει στο Ράικο Μίτιτς το βράδυ της Πέμπτης:
“Την τελευταία φορά που φόρεσα τη φανέλα της ομάδας ως παίκτης, κερδίσαμε τους Ρώσους με 4-3. Πριν από αυτό, είχα συμμετάσχει στο 100ό ντέρμπι ως παίκτης της Παρτιζάν, σε ηλικία 17 ετών. Περιμένω μια ωραία ατμόσφαιρα και να μας στηρίξει ο κόσμος μας. Η αγάπη δεν επιβάλλεται, κερδίζεται, και εμείς προσπαθούμε να παρουσιάσουμε μια τέτοια εικόνα στο γήπεδο ώστε το κοινό να στηρίζει την ομάδα. Τώρα βρισκόμαστε σε φάση ανασυγκρότησης και χρειαζόμαστε ακριβώς αυτό: η ομάδα και ο κόσμος στις κερκίδες να γίνουν ένα”.
Για την επιστροφή του Ντούσαν Τάντιτς στο αντιπροσωπευτικό συγκρότημα:
“Δεν πιστώνω ιδιαίτερα τον εαυτό μου για την επιστροφή του, ήταν κάτι βαθιά ριζωμένο μέσα του. Γνωρίζοντας τη δική του οπτική, δεν νομίζω ότι είχε κλείσει οριστικά αυτό το κεφάλαιο. Το ότι επέστρεψε είναι αποκλειστικά δικό του επίτευγμα, εγώ απλώς άνοιξα τη συζήτηση μαζί τους και χαίρομαι που βρίσκεται εδώ σήμερα. Μπορώ να πω ότι, από την πρώτη στιγμή που ήρθε, η ατμόσφαιρα είναι εντελώς διαφορετική. Η ηρεμία του, ο ευδιάθετος χαρακτήρας του, η ιδιοσυγκρασία και η αυτοπεποίθησή του –για να μην αναφέρω τα αγωνιστικά του προσόντα– είχαν άμεσο αντίκτυπο στην ομάδα και σε όλους εμάς που βρισκόμαστε γύρω από αυτήν”.