Ολυμπιακός, Ιμανόλ Αλγκουαθίλ: Η κληρονομιά του χαμόγελου και τα γονίδια της πάλης

Ένας άνθρωπος με “μπλε και λευκό” αίμα, μεγαλωμένος στη Ρεάλ, νοτισμένος στη βασκική νοοτροπία και την ποδοσφαιρική κουλτούρα από τη φτιαξιά της οποίας είναι καμωμένοι οι κορυφαίοι προπονητές του πλανήτη, ο Ιμανόλ Αλγκουαθίλ έφτασε ως εδώ, όντας πλέον στα ηνία του Ολυμπιακού, με ξεκάθαρη και ευανάγνωστη φιλοσοφία.
Ιεροτελεστία. Ο θρύλος τη θέλει για να ενημερώνονται όλα καΐκια στον κόλπο που πλέουν στον Βισκαϊκό κόλπο για την εξέλιξη των παιχνιδιών της Ρεάλ Σοσιεδάδ.
Ένα πυροτέχνημα ανάβει για κάθε γκολ φιλοξενούμενης ομάδας.
Δύο, για κάθε ένα των Txuriurdin.
Τελετουργικό που ακολουθούνταν σε κάθε εντός έδρας παιχνίδι των Βάσκων στο παλιό τους γήπεδο, το “Ατότσα”, μα και ύστερα από μια μικρή διακοπή κατόπιν της μετακόμισης στο “Ανοέτα”, στο άλλο άκρο του Σαν Σεμπαστιάν, που δεν “βλέπει” τη θάλασσα, διατηρείται, περνώντας από γενιά σε γενιά, από υπεύθυνο σε υπεύθυνο γι’ αυτό το άναμμα, που όλη η πόλη καταλαβαίνει τι σημαίνει.
Το Όριο, ένα ψαροχώρι έξι χιλιάδων κατοίκων, απέχει ένα τσιγάρο δρόμο από την πόλη Εκεί γεννήθηκε ο Ιμανόλ Αλγκουαθίλ. Τρίτος μεγαλύτερος μεταξύ επτά αδερφών.
Οι οικογενειακές καταβολές στον άλλο ποδοσφαιρικό πυλώνα της Χώρας των Βάσκων στρέφονταν, στη Μπιλμπάο.
Αυτός, το μπλε και το λευκό ξεχώρισε. Αυτό, μέχρι και σήμερα, λέει πως είναι το χρώμα του αίματός του.
Η… ενημέρωση του κρότου και της λάμψης προφανώς, δεν έφτανε ως το σπίτι του. Ξεμοναχιάζονταν – όχι και εύκολο σε πολυμελή φαμίλια – και στα σκοτεινά, χωρίς κανένα φως και κανέναν κρότο, άκουγε τα πεπραγμένα της αγαπημένης Ρεάλ στο τρανζιστοράκι του.
Η Ρεάλ ήταν και ο λόγος που ασχολήθηκε με το ποδόσφαιρο, παραβλέποντας, προσπερνώντας, την σχεδόν καθολική στον τόπο του προτίμηση – μεγάλη, φημισμένη η παράδοση που υπάρχει στο Όριο – στην κωπηλασία.
Ο συνδυασμός, καρμικά, δεν γίνονταν να εξελιχτεί διαφορετικά. Ξεκίνησε κλωτσώντας το τόπι εκεί, στην ομάδα της γενέτειράς του, προτού, στα πρόθυρα της ενηλικίωσης οι υπεύθυνοι των Βάσκων έκριναν πως ήταν ικανός να ενταχθεί στο φυτωριακό σύστημα της, με φόντο όμως τον επαγγελματισμό.
Έπαιξε για εννιά χρόνια, χωρίς να ξεχωρίσει – ενδεικτικό πως σταμάτησε μόλις στα 32 του…- ως δεξιός μπακ (και ενίοτε μπακ-χαφ, ή εξτρέμ), κλείνοντας απλά τη σταδιοδρομία του με μια πενταετία μακριά από τη Βισκάγια.
“Κρατήστε τους”
Η μετάβαση στους πάγκους άργησε. Κοντά δέκα χρόνια. Μαθαίνοντας εκεί γύρω, στον τόπο που θαρρείς πως γεννά προπονητές που καθορίζουν τις εξελίξεις στο σύγχρονο ποδόσφαιρο, ξεκινώντας από χαμηλά (και πάλι), ταπεινά, χωρίς θόρυβο, στα “σκοτεινά”.
Μα και πάλι ο δρόμος (του), δεν θα μπορούσε να τον οδηγήσει πουθενά αλλού. Μπήκε στο επιτελείο των φημισμένων στη σύγχρονη εποχή ακαδημιών της Σοσιεδάδ.
Πέρασε όλα τα κλιμάκια, όλους τους ρόλους, όλες τις (εκεί) ευθύνες. Είδε τη διαδικασία. Ξανά. Πιο σύγχρονα. Από άλλη οπτική. Και τη λάτρεψε.
Δυο φορές, ανεβαίνοντας πια την ιεραρχία μα και την αξιολόγηση, του ζητήθηκε η γνώμη για τους προπονητές της πρώτης ομάδας. Πρώτα για τον Εουσέμπιο Γαριτάνο Σακριστάν και μετά για τον Ασιέρ Γαριτάνο.
Γνώμη, μαζί με την προφανή ευκαιρία να είναι αυτός που θα τους διαδεχτεί και θα κάτσει στον πάγκο. Και στις δύο, η προτροπή του ήταν σαφής: “Κρατήστε τους”. Σε καμία δεν εισακούστηκε.
Και στις δύο πήρε αυτός το χρίσμα. Στην πρώτη, υπηρεσιακός, επιστρέφοντας μετά την ολοκλήρωση της συγκεκριμένης θητείας – επειδή το ήθελε – στη δουλειά του στην ακαδημία.
Στη δεύτερη, δεν είχε, πια, επιστροφή.
“Η ιδέα είναι ξεκάθαρη. Δεν θα περιμένουμε, δεν θα χαλαρώσουμε ποτέ τις ζώνες μας, πάντα θα βγαίνουμε στο γήπεδο, από την πρώτη στιγμή και θα τους κυνηγάμε, πάντα θα προσπαθούμε να σκοράρουμε όσο περισσότερο μπορούμε. Και αυτή θα είναι η ιδέα όσο βρίσκομαι εδώ”, η δική του προγραμματική εξαγγελία, μεσούσης της σεζόν 2018-19.
Δεν χρειάστηκε πολύ για να το αποδείξει η ομάδα που έφτιαχνε.
“Διασκέδαση”. Έτσι, με μια λέξη μόνο, τιτλοφόρησε η El Pais, κορυφαία ισπανική εφημερίδα, λίγους μήνες μετά, στην πρώτη του πλήρη σεζόν στα ηνία, τον απόηχο μιας νίκης της Σοσιεδάδ στο ξεκίνημα της La Liga.
Η προπονητική φιλοσοφία του βρήκε ηχώ στις – ως τότε – επαγγελματικές καταβολές του. Αμέσως έβαλε πιτσιρίκια να παίξουν. Μερίνο, Λε Νορμάν γεννημένοι το ’96, Σουμπελδία, Γκεβάρα και Ογιαρθάμπαλ το ’97, ο Έντεγκααρντ το ’98. Και έτσι, ακριβώς, πορεύτηκε στα εξίμιση χρόνια που έμεινε στα ηνία.
Χαλάρωση; Ούτε στα ρεπό…
Οδήγησε τη Σοσιεδάδ στο πρώτο της Κύπελλο μετά από 34 χρόνια, επικρατώντας της άσπονδης συντοπίτισσας Μπιλμπάο στον τελικό του ’21. Μεσούσης της πανδημίας, χωρίς κόσμο στις εξέδρες, με μάσκες, με καραντίνες, με τεστ, με αγωνία και με θανατικό σε όλο τον πλανήτη.
Δεν τον έβλεπε το σπίτι του. Μέχρι και εκεί, χώρια από τα παιδιά και τη γυναίκα του έτρωγε, κυκλοφορώντας, ακόμη και έτσι, πάντα μασκοφορεμένος, με την έγνοια μην (τους) αρρωστήσει ή μη φέρει, στην ομάδα του, την αρρώστια.
Έτσι κι αλλιώς αυτός άνοιγε, αξημέρωτα το προπονητικό και αυτός το έκλεινε. Τότε, στον δρόμο για την κατάκτηση του (τότε τρίτου) Κυπέλλου, η καινοφανής συνθήκη που βίωνε ο κόσμος, ουσιαστικά τον κρατούσε εκεί. Μόνο για βενζίνη. Πουθενά αλλού δεν πήγαινε, πουθενά αλλού δεν έπαιρνε το ποδήλατό του για να πάει. Προπονητικό – σπίτι, σπίτι – προπονητικό.
Το ξέσπασμα, μετά την κατάκτηση του τροπαίου, ενδεικτικό. Στη συνέντευξη Τύπου, με τους δομημένους υγειονομικούς περιορισμούς, ζητάει να τον συγχωρέσουν. Βγάζει το σακάκι του και μένει με μια φανέλα της Σοσιεδάδ, φτιαγμένη για εκείνον. Παίρνει ένα κασκόλ, το κραδαίνει στα χέρια του, γέρνει στο μικρόφωνο μπροστά του και αρχίζει.
“Αυτό είναι για όλη την Γκιπουθκόα (σ.σ. η επαρχία όπου ανήκει το Σαν Σεμπαστιάν και το Όριο), την μικρότερη από τις πενήντα επαρχίες της ηπειρωτικής Ισπανίας. Αυτό είναι για όλους που νιώθουν la Real. Γκιπουθκόα, μαζί μου”.
Και μετά τραγούδι, ουρλιαχτό, με όλη τη δύναμη της ψυχής του. Αυτό που έλειπε από την εξέδρα, αυτό που ο covid στερούσε εκείνη τη στιγμή σε έναν στερημένο από ασήμι οργανισμό. “Erreala alé. Πάμε Ρεάλ, πάμε στη νίκη, πάντα θα είμαστε μαζί σου”.
Δεν σταμάτησε εκεί. Δεν έμεινε εκεί. Έφερε τη Ρεάλ τέταρτη τη σεζόν 2022-23 και έτσι, την επόμενη, κούνησε σεντόνι επιστρέφοντας στο Champions League (όπου και σταμάτησε στους “16” από την Παρί Σ.Ζ.).
Χωρίς βήμα πίσω σε ό,τι ο ίδιος ως φιλοσοφία, καθρέφτισμα αυτής του club, πρέσβευε. Δυναμισμός, αποφασιστικότητα, φούρια των νιάτων στο χορτάρι. Θελκτικό το θέαμα, μεταδοτικό, ασταμάτητα μεταδοτικό σε όλους όσοι “ένιωθαν la Real” και ήταν κομμάτι της.
Τρία χρόνια πριν, τέτοιες μέρες, έκανε την πρώτη της νίκη στην κορυφαία διασυλλογική διοργάνωση, στην Αυστρία κόντρα στη Ζάλτσμπουργκ.
Από τους 16 που αγωνίστηκαν σε εκείνο το παιχνίδι, οι εννιά προέρχονταν από την ακαδημία. Στον κερδισμένο τελικό του ’21, οι 8 προέρχονταν από τη φυτωριακή διαδικασία και οι 10 ήταν ντόπιοι, Βάσκοι (σ.σ. η Σοσιεδάδ δεν έχει την ίδια πολιτική όπως η Μπιλμπάο, αποκτά και χρησιμοποιεί μη Βάσκους ποδοσφαιριστές).
Για σειρά κλήσεων στην εθνική Ισπανίας – την πρωταθλήτρια Κόσμου και Ευρώπης – η Σοσιεδάδ ήταν αυτή που είχε τη μερίδα του λέοντος ως προς την εκπροσώπηση.
Το ποδόσφαιρό της, παρέσερνε, γοήτευε. Το ποδόσφαιρο του Ιμανόλ, νοτισμένο στη βασκική ποδοσφαιρική κουλτούρα: σοβαρό, ανταγωνιστικό, βαθιά συλλογικό, με έντονη αφοσίωση και υποστήριξη σε όσους προέρχονται από τις ρίζες της ομάδας. Και όσοι δεν, αναγκαστικά, προσαρμόζονται.
“Πρέπει να μας δείτε στις προπονήσεις. Αν μπορούσατε, θα καταλαβαίνατε πολλά. Δεν υπάρχει στιγμή που δεν είμαστε στο 101%. Όλοι. Κανείς δεν χαλαρώνει, ποτέ. Ακόμη και τις Δευτέρες που είναι τα ρεπό μας”, έλεγε επιδιώκοντας να εξηγήσει – κάπως – το φαινόμενο Σοσιεδάδ ο Πορτού.
Η επική εμφάνιση της Σοσιεδάδ, στη ρεβάνς των ημιτελικών του Copa del Rey της προπερασμένης σεζόν στο “Μπερναμπέου” κόντρα στη Ρεάλ, όπου παρότι είχε ηττηθεί στο πρώτο παιχνίδι (1-2), κατάφερε να φτάσει στην παράταση, λυγίζοντας μόνο εκεί με το εντυπωσιακό – αλλά και απολύτως ενδεικτικό της προσέγγισης – 4-4, το τελευτaίο ουσιαστικά χάι-λάιτ.
Λίγες μέρες μόνο αργότερα, στα μέσα Απριλίου του ’25, ανακοίνωσε πως η θητεία του (η μακροβιότερη στην ιστορία του συλλόγου) θα ολοκληρώνονταν με το τέλος της σεζόν, στην πέμπτη διαδοχική που οδήγησε την ομάδα του σε διεθνείς διοργανώσεις.
Εξαργύρωσε τα πεπραγμένα με ένα ηγεμονικό συμβόλαιο στη Σαουδική Αραβία και την Αλ Σαμπάμπ. Τελείως κόντρα από τα ποδοσφαιρικά γόνιδιά του. Πιθανώς και κόντρα στα όσα περίμενε, αφού – κακά τα ψέματα – προτάσεις που να τον δελεάζουν από την Ισπανία (ή κάπου αλλού) δεν είχε.
Όσο εύκολο είναι βέβαια να αντισταθμιστούν τα πάρα πολλά εκατομμύρια που έριξαν στα πόδια του οι Άραβες. Για έναν “άνθρωπο της Ρεάλ”, έναν “άνθρωπο του συλλόγου”, ο οποίος δεν εξαργύρωσε εκεί, εντός των τειχών την αφοσίωση και την προσφορά του, λογικό είναι το οικονομικό (πόσο μάλλον τόσο…) να παίξει καταλυτικό ρόλο.
Μακριά από την απόλυτη προστασία του Σαν Σεμπαστιάν, σε τελείως άλλο… κόσμο και πλανήτη, σε κάθε επίπεδο, δεν πήγε καλά. Τελείως διαφορετικό το πλαίσιο, τελείως διαφορετική η συνθήκη, τελείως διαφορετικό το κάθε τι που είχε μάθει.
Με το ζόρι έφτασε στον (περασμένο) Φεβρουάριο. Απολύθηκε, αποζημιώθηκε, εξασφαλίζοντας τους (πολύ) κατοπινούς απογόνους του (10 εκατομμύρια ήταν αυτά…) και περίμενε μια, νέα, ευκαιρία.
Για τα πεπραγμένα του, για το “προϊόν” που λάνσαρε στη Σοσιεδάδ, προκαλεί εντύπωση πως φτάσαμε φθινόπωρο και ήταν ακόμη διαθέσιμος. Ζήτημα επιλογής του ή όχι, αυτός γνωρίζει (και όσοι – και αν – τον προσέγγισαν).
Το δεδομένο είναι πως χρόνος, πάντα χρειάζεται. Ακόμη και για να σταθμιστεί, να μετρηθεί, ο επόμενος σταθμός. Είπαμε άλλωστε, θέμα οικονομικό – πλέον – δεν έχει.
Το προαπαιτούμενο του κι αυτό ξεκάθαρα μπορεί να συναχθεί, είναι όλο το υπόλοιπο, αμιγώς ποδοσφαιρικό πακέτο.
Παραλαμβάνει στον Ολυμπιακό μια ομάδα που δεν είναι δική του, αλλά είναι μια ομάδα δουλεμένη από έναν συντοπίτη του.
Ναι, δεν ταιριάζουν τα στιλ τους, η βάση όμως (μπορεί) να είναι κοινή, πόσο μάλλον όταν και στο γενικό κουμάντο του συλλόγου είναι ένας άνθρωπος που διαχρονικά τον ήθελα (ο Αντόνιο Κορδόν).
Έτσι κι αλλιώς, τις αρχές της (κάθε) ομάδας που εμφανίζει στο γήπεδο, ο ίδιος (πάλι) τις έχει ορίσει. Ανεξαρτήτως από συστήματα, διατάξεις και όλ’ αυτά τα “φανταχτερά”, μα τόσο απλοϊκά μπροστά στη δομή μιας (οποιαδήποτε) προπονητικής φιλοσοφίας, μιας κεντρικής ιδέας.
“Ρυθμός, ακρίβεια, δύναμη, χαρά”.
Αυτά. Μόνο. “Μόνο”
Γονιδιακό (και) το τελευταίο. Τη μητέρα του την έχασε στην αρχή της εφηβείας του, στα 14 του μόλις. Πάλευε με τον καρκίνο. Στα τελευταία της, καθημερινά σχεδόν, έκανε τη διαδρομή ως το νοσοκομείο της Παμπλόνα για τις θεραπείες που υποβάλλονταν. Δεν το ήξερε, αλλά πριν την τελευταία της, ήταν δίπλα της. Δεν το ήξερε, αλλά έτσι, ήθελε να τον αποχαιρετίσει.
“Μη σταματάς να χαμογελάς και μη σταματάς να παλεύεις”.
Αυτό ακριβώς, μοιράστηκε, ξεστόμισε, τέσσερις δεκαετίες αργότερα, όταν δικαιολόγησε δημοσίως την απόφασή του να αποχωρήσει τη Σοσιεδάδ.
Πέραν της προσωπικής κληρονομιάς, αυτή θα μπορούσε να είναι και η λεζάντα των ομάδων του. Σκορπούν το χαμόγελο και δεν σταματούν να παλεύουν.