ΑΕΚ

Λόβρο Μάγερ, ο αρτίστας από το Ζάγκρεμπ: Η σύνδεση με τον Μόντριτς, τα στοιχεία που τον εκτόξευσαν και η ώρα της ΑΕΚ

Ο Λόβρο Μάγερ
Ο Λόβρο Μάγερ 2024 Darko Bandic/AP Images

Ο Λόβρο Μάγερ, ο Κροάτης που μεγάλωσε στη σκιά των συγκρίσεων με τον Μόντριτς και χάραξε τον δικό του δρόμο είναι έτοιμος να αγωνιστεί με τα χρώματα της ΑΕΚ και να παρουσιάσει στο ελληνικό κοινό αυτά που έκαναν όλους τους Κροάτες να τον αγαπήσουν.

Οι άνθρωποι της ΑΕΚ…μάλλον τρίβουν τα χέρια τους, αφού ο αντι-Πινέδα τελικά είναι ο Κροάτης μεσοεπιθετικός, Λόβρο Μάγερ.

Γεννηθείς στο Ζάγκρεμπ τον Ιανουάριο του 1998, ένα έτος που η Κροατία είχε αρχίσει να βρίσκει τα πατήματά της μετά τον Γιουγκοσλαβικό πόλεμο έχοντας επανενσωματώσει την Ανατολική Σλαβονία στα εδάφη της χώρας.

Μια τελείως διαφορετική συνθήκη από αυτή που έζησε στα παιδικά του χρόνια ο Λούκα Μόντριτς με τον οποίο ο Μάγερ έχει μια βαθύτατη σύνδεση.

Στο προτελευταίο παιχνίδι του Μόντριτς με τη Ντιναμό Ζάγκρεμπ, μια ομάδα που εκείνη τη σεζόν κατέκτησε εύκολα πρωτάθλημα και κύπελλο πριν ο Κροάτης αναχωρήσει για την Τότεναμ, ο 10χρονος τότε Μάγερ βγήκε στον αγωνιστικό χώρο κρατώντας το χέρι του Μόντριτς.

Εκείνη η πρώτη συναναστροφή με τον Λούκα έμελλε να στιγματίσει για πάντα τον νέο χαφ της ΑΕΚ.

Μεγαλώνοντας, όλοι στο Ζάγκρεμπ γνώριζαν ότι ο Λόβρο Μάγερ ήταν κάτι ξεχωριστό. Για το βελούδινο αριστερό του πόδι, το εξαιρετικό σουτ και τις κοφτερές κάθετες πάσες του.

“Από την πρώτη στιγμή μπορούσες να δεις ότι είναι ένα από τα παιδιά που θα πετύχουν, λόγω του τρόπου με τον οποίο χειριζόταν την μπάλα”, είχε αναφέρει χαρακτηριστικά ο Ίζακ Άντε Σούτσιτς, Κροάτης δημοσιογράφος που παρακολουθούσε τον Μάγερ από τα πρώτα του βήματα στο ποδόσφαιρο. “Όπως λέμε εδώ στην Κροατία, αγγίζει την μπάλα με έναν τρόπο που οι άλλοι δεν μπορούν” προσέθεσε.

Η τεχνική του κατάρτιση οδήγησε σε συγκρίσεις με τον καλύτερο παίκτη στην ιστορία της Κροατίας, Λούκα Μόντριτς. Αναπόφευκτο θα έλεγε κανείς. Ωστόσο, υπήρχαν σωματικοί και τακτικοί περιορισμοί που τελικά οδήγησαν τον Μάγιερ να φύγει από τη Ντιναμό Ζάγκρεμπ και να συνεχίσει αλλού το όνειρό του.

Το “χαμένο παιδί”

Ο Μάγερ έκανε τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα στη χρυσή γενιά των κλασικών “δεκαριών”.

Ήταν ξεκάθαρο ότι αγαπούσε τη θέση, καθώς από μικρός ήθελε να γίνει ένας δημιουργικός μέσος. Ωστόσο, όσο περνούσαν τα χρόνια, η ανάγκη για το παραδοσιακό δεκάρι άρχισε να μειώνεται, καθώς τα σύγχρονα συστήματα μετέφεραν αυτούς τους παίκτες στα άκρα ή τους έδιναν πιο βαθύ ρόλο στη μεσαία γραμμή.

Η ανησυχία δεν ήταν ποτέ αν ο Μάγιερ μπορούσε να παίξει μόνο ως σε εκείνη τη θέση. Το ερώτημα ήταν αν ένας ποδοσφαιριστής με τόσο λεπτή σωματοδομή μπορούσε να αγωνιστεί και σε άλλους ρόλους.

Η Λοκομοτίβα Ζάγκρεμπ, ήταν διατεθειμένη να πάρει αυτό το ρίσκο. Στις δύο σεζόν του στη Λοκομοτίβα, ο Μάγερ αναδείχθηκε σε έναν από τους κορυφαίους νεαρούς παίκτες του πρωταθλήματος, κατέγραψε 34 γκολ σε 62 παιχνίδια και αναδείχθηκε καλύτερος νέος ποδοσφαιριστής του πρωταθλήματος για τη σεζόν 2017-18.

Ο ελεύθερος ρόλος που είχε μέσα στο γήπεδο περιόριζε τις σωματικές και τακτικές απαιτήσεις και του επέτρεπε να εκμεταλλεύεται στο έπακρο τη δημιουργικότητά του.

Στο ντέρμπι απέναντι στη Ντιναμό, σε μια “μάχη των δεκαριών” απέναντι στον εξίσου ταλαντούχο Ντάνι Όλμο, ο Μάγερ πέτυχε δύο γκολ και χάρισε στη Λοκομοτίβα την πρώτη νίκη της επί της Ντιναμό μετά από 28 χαμένες προσπάθειες.

Αυτή η εμφάνιση οδήγησε τη Ντιναμό να κινηθεί ξανά για την επιστροφή του “χαμένου παιδιού” της.

Η φανέλα με το Νο10 και οι συγκρίσεις με τον Μόντριτς

Λίγο το νούμερο 10, λίγο η κορμοστασιά και η χαίτη, οι συγκρίσεις με τον Μόντριτς ήρθαν ξανά στο προσκήνιο

Ένας τραυματισμός στον αστράγαλο του στέρησε ουσιαστικά ολόκληρη την πρώτη του σεζόν και επηρέασε και την επόμενη, καθώς επέστρεψε σε δεύτερο ρόλο, την ώρα που ο Όλμο καθιερώθηκε ως ο καλύτερος παίκτης του πρωταθλήματος.

Η αποχώρηση του Όλμο για τη Λειψία τον Ιανουάριο του 2020 άνοιξε τον δρόμο, όμως χρειάστηκαν έξι ακόμη μήνες ώστε ο Μάγιερ να κατανοήσει πραγματικά τον ρόλο του ως βασικού δημιουργικού άξονα της Ντιναμό.

Το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς, όπως έκανε κάθε καλοκαίρι, επέστρεψε στο σπίτι των γονιών του στο νησί Ούγκλιαν, όπου προπονούνταν δύο φορές την ημέρα με το προσωπικό του επιτελείο, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας του Ζάγκρεμπ.

“Σε κάθε ευκαιρία, πηγαίνει εκεί”, είπε ο Σούτσιτς. “Δεν είναι πραγματικά τύπος του Ζάγκρεμπ. Δεν είναι από αυτούς που θα κυνηγήσουν τα Μέσα ενημέρωσης”.

Το πρώτο άλμα και η εκτόξευση

Ο 22χρονος τότε Μάγερ, καθιερώθηκε στη Ντιναμό Ζάγκρεμπ τη σεζόν 2020-21, αποτελώντας βασικό στέλεχος της ομάδας που κατέκτησε το νταμπλ και έφτασε έως τα προημιτελικά του Europa League. Οι εμφανίσεις του έκαναν τη μεταγραφή του στο εξωτερικό αναπόφευκτη και παρά το ενδιαφέρον από συλλόγους της Αγγλίας, της Ιταλίας, της Γαλλίας και του Βελγίου, επέλεξε τη Ρεν.

Στη Γαλλία πραγματοποίησε μια εξαιρετική πρώτη χρονιά, κερδίζοντας θέση στην κορυφαία ενδεκάδα της Ligue 1 από τη L’Équipe. Ωστόσο, τη δεύτερη σεζόν έχασε τη σταθερή του θέση στα πλάνα του Μπρούνο Ζενεσιό, γεγονός που οδήγησε στη μεταγραφή του στη Βόλφσμπουργκ.

Με τη συμβολή του Νίκο Κόβατς, ο Μάγιερ μετακόμισε στη Γερμανία ως η δεύτερη ακριβότερη μεταγραφή στην ιστορία της Βόλφσμπουργκ (25 εκατ. ευρώ). Εκεί εξελίχθηκε σε έναν πιο ευέλικτο ποδοσφαιριστή, αγωνιζόμενος σε πολλές θέσεις της επίθεσης, ενώ η προσαρμοστικότητά του ενίσχυσε και τον ρόλο του στην εθνική Κροατίας, όπου προσφέρει σημαντικές λύσεις.

Ο ρόλος του σε μια ανταγωνιστική “Χρβάτσκα”

Παρά την υπερεπανδωμένη μεσαία γραμμή της Κροατίας, ο Λόβρο Μάγιερ κατάφερε να καθιερωθεί στα πλάνα του Ζλάτκο Ντάλιτς, αξιοποιώντας την ευελιξία και τη δημιουργικότητά του. Αγωνιζόμενος συχνά από τη δεξιά πλευρά με τάση να συγκλίνει στον άξονα, εξελίχθηκε σε μία από τις βασικές πηγές δημιουργίας της εθνικής ομάδας, κάτι που αποτυπώθηκε και στα προκριματικά του Euro 2024, όπου είχε το υψηλότερο ποσοστό συμμετοχής σε φάσεις που κατέληξαν σε τελική προσπάθεια μεταξύ των Κροατών μέσων.

Παρότι μεγάλωσε υπό τη διαρκή σύγκριση με τον Λούκα Μόντριτς, ο Μάγιερ δεν προσπάθησε ποτέ να γίνει “ο επόμενος Μόντριτς”. Επέλεξε να ακολουθήσει τον δικό του δρόμο, κερδίζοντας τον σεβασμό τόσο για την ποδοσφαιρική του αξία όσο και για τον χαρακτήρα του.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ