Η εκπληκτική ζωή του Λουίς ντε λα Φουέντε: Τον σταύρωσαν και αναστήθηκε δύο φορές

Στη ζωή η κρίση προηγείται σχεδόν πάντα της δικαίωσης. Μερικές φορές, όμως, προηγείται και της αλήθειας. Ο Λουίς ντε λα Φουέντε “σταυρώθηκε” από τους Ισπανούς πριν αναστηθεί δύο φορές. Κανένα καρφί δεν τον πόνεσε, ήταν σε σιέστα. Η ιστορία του Ισπανού κόουτς είναι μια ωδή στη δικαίωση.
Το βράδυ πριν από την πρεμιέρα της Ισπανίας στο EURO 2024, ο Κροάτης αμυντικός Γιόσκο Γκβάρντιολ δέχθηκε μια ερώτηση για τον Λουίς ντε λα Φουέντε. Η αυθόρμητη απάντησή του ήταν η εξής: “Ποιος;”
Ο υπεύθυνος Τύπου της Κροατίας έσπευσε να τον βοηθήσει για να μαζέψει την γκάφα, η οποία στην πραγματικότητα ήταν άγνοια αλλά φαινόταν ως αγένεια που αδικούσε τόσο τον Ισπανό προπονητή όσο και την εικόνα του Γκβάρντιολ.
Η άχαρη στιγμή προκάλεσε χοντροκομμένα χαμόγελα, όμως έκρυβε και μια πραγματικότητα. Μέχρι τότε, ο προπονητής της Ισπανίας δεν ήταν μια προσωπικότητα που είχε αποκτήσει διεθνή αναγνωρισιμότητα. Και για να πούμε ολόκληρη την αλήθεια, ούτε στην Ισπανία αποτελούσε όνομα που ενέπνεε καθολική εμπιστοσύνη όταν ανέλαβε την Εθνική ομάδα των ανδρών στα τέλη του 2022.
Το όνομά του ζύγιζε πολύ λιγότερο από αυτό του Λουίς Ενρίκε που διαδεχόταν στη Ρόχα. Δεν είχε κατακτήσει Champions League. Δεν είχε ως εφαλτήριο τον πάγκο της Ρεάλ Μαδρίτης ή της Μπαρτσελόνα και η μοναδική εμπειρία του ως προπονητής επαγγελματικής ομάδας ανδρών ήταν ένα σύντομο και δύσκολο πέρασμα από την Αλαβές το 2011. Για τους περισσότερους ήταν ένας αθόρυβος, διακριτικός άνθρωπος, σχεδόν άγνωστος.
Όμως η άγνοια του κοινού δεν συνεπάγεται και άγνοια του ποδοσφαίρου από την πλευρά του. Για περισσότερο από μία δεκαετία εργαζόταν αθόρυβα στις μικρές εθνικές ομάδες της Ισπανίας. Είχε οδηγήσει την Κ19 και την Κ21 στην κορυφή της Ευρώπης, είχε συμμετάσχει στην κατάκτηση του αργυρού μεταλλίου στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Τόκιο και το κυριότερο ήξερε έναν προς έναν τους παίκτες που θα αποτελούσαν τον κορμό της Εθνικής Ισπανίας πολύ πριν αυτοί γίνουν διάσημοι.
Έγινε κατανοητό πια ότι η δημόσια εικόνα του Ισπανού κόουτς δεν συμβαδίζει με την επιρροή του. Άλλωστε είναι σχεδόν κανόνας ότι ποιοτικό θόρυβο προκαλούν αυτοί που μιλούν κι ακούγονται λίγο κι οτιδήποτε περισσότερο το εκλαμβάνουν ως πρόκληση ηχορύπανσης από μέρους τους. Ο Λουίς ντε λα Φουέντε κατάφερε να προκαλέσει χαμό -και όχι ηχορύπανση- χωρίς να πει λέξη.
Όταν διαθέτεις μασίφ αξία, τα υπόλοιπα τ’ αντιλαμβάνεσαι ως περιττό περιτύλιγμα αναγκαίο μόνο για όσους επιδιώκουν να κρύψουν ατέλειες και κενά. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στην περίπτωσή του. Η προσωπικότητά του και τα επίκτητα χαρακτηριστικά που απέκτησε τόσο με τις συνεχείς συμβουλές των γονέων του, όσο και από την πολυετή παρουσία του στη Χώρα των Βάσκων δημιούργησαν αυτόν τον αξιοθαύμαστο προπονητή.
Οι γονείς που του έμαθαν να μένει ταπεινός
Γεννήθηκε στις 21 Ιουνίου του 1961 στο Χάρο, μια μικρή κωμόπολη της αυτόνομης κοινότητας Λα Ριόχα γνωστή για τα κρασιά της. Μεγάλωσε σε ένα αυστηρά εργατικό περιβάλλον. Ο πατέρας του, Αλμπέρτο ντε λα Φουέντε, εργάστηκε ως εμπορικός ναυτικός για 40 χρόνια και ενίοτε απουσίαζε για περισσότερο από ένα χρόνο, ενώ έτυχε να λείψει ακόμα και 17 μήνες. Ήταν παθιασμένος φίλος του ποδοσφαίρου και της Αθλέτικ Μπιλμπάο, όπου αγωνίστηκε ο Λουίς. Η μητέρα του, Μπέρτα Καστίγιο, διατηρούσε ένα κατάστημα ψιλικών και ειδών ραπτικής στην κεντρική πλατεία της πόλης (Plaza de la Paz). Η οικογένεια είχε πέντε παιδιά και ο Λουίς ήταν ο μικρότερος.
“Δεν ήξερα ότι θα γινόμουν ποδοσφαιριστής μέχρι που παρουσιάστηκε μια ευκαιρία και την αξιοποίησα. Έπαιζα μπάσκετ, πελότα… Μόνο όταν έκανα το ντεμπούτο μου στην Primera Division, χάρη στον Ινιάκι Σάεθ, άρχισα να σκέφτομαι σοβαρά ότι θα μπορούσα να γίνω επαγγελματίας. Για να είμαστε δίκαιοι, εγώ έμαθα ποδόσφαιρο μόνος μου. Στο σχολείο, στον δρόμο, στα παιχνίδια γειτονιά εναντίον γειτονιάς τα απογεύματα και τα Σαββατοκύριακα. Στα δεκατέσσερά μου άρχισα να προπονούμαι με τη Χάρο Ντεπορτίβο.
Ο πατέρας μου με πήγαινε πού και πού στο Σαν Μαμές και μου μετέδωσε την αγάπη του για την Αθλέτικ. Επειδή, ο ίδιος ήταν γεννημένος στο Μπιλμπάο, μπόρεσα να ενταχθώ στον σύλλογο, παρότι ήμουν από τη Ριόχα. Σε μία από τις σύντομες άδειές του με πήγε ο ίδιος στη Λεθάμα για τις δοκιμές. Ήμουν δεκαπέντε χρονών και ήδη έπαιζα στην πρώτη ομάδα της Χάρο, στην Γ’ Κατηγορία. Με δοκίμασε ο Πίρου Γκαΐνθα. Σχεδόν απίστευτο. Ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που αρκούσε να σε δουν να κινείσαι για να καταλάβουν αν άξιζες. Ένας σοφός του ποδοσφαίρου. Με είδε να παίζω και μου είπε: ”Εσύ μένεις””, εξομολογήθηκε στο περιοδικό XL με αφορμή την έκδοση της αυτοβιογραφίας του, La vida se entrena cada día.
Όταν ο μικρός Λουίς άρχισε να ξεχωρίζει στην τοπική Χάρο Ντεπορτίβο, οι γονείς του φρόντιζαν να τον διατηρούν προσγειωμένο: “Είσαι ένας από τους πολλούς, κράτα τα πόδια σου στο έδαφος”. Νουθεσία που καθόρισε τη μετέπειτα κοσμοθεωρία του.
Οι βάσεις του έπαιξαν τον ρόλο τους στις κακές κριτικές των πρώτων ημερών στην Εθνική Ισπανίας. Αποφεύγει να ακούει και τις καλές. Δεν ενδιαφέρεται για την προβολή και εξυπακούεται δεν ασχολείται με την αυτοπροβολή του. Για την ακρίβεια προτιμά να τα πατάει σταφύλια στα αμέτρητα πατητήρια του Χάρο παρά να σκρολάρει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Επιμένει σαν πεισματάρης ταύρος ότι το Χάρο “είναι το καλύτερο μέρος του κόσμου”, αν και αυτοαποκαλείται ανοιχτά “ταυρίνο” δηλαδή υποστηρικτής των ταυρομαχιών, σε μια περίοδο μάλιστα που η παραδοσιακή ισπανική ταυρομαχία δέχεται έντονη κριτική και αποτελεί θέμα πολιτικής αντιπαράθεσης. Το 2023 είχε δηλώσει σε αποκλειστική συνέντευξη που παραχώρησε στην εφημερίδα AS “Είμαι υπερήφανος που είμαι Ισπανός, Καθολικός και λάτρης των ταυρομαχιών” και στη συνέχεια πρόσθεσε: “Επειδή είμαι ελεύθερος άνθρωπος, επιλέγω αυτό που μου αρέσει, μέσα σε ένα πλαίσιο απόλυτου σεβασμού προς τους άλλους”. Ίσως, όχι τόσο σεβασμού προς τον ταύρο. Σε κάθε περίπτωση πολλοί ερμηνεύουν αυτή την αγάπη του ως απόρροια της παραδοσιακής ανατροφής του στην ισπανική επαρχία.
Όταν όλοι τον “σταύρωναν”
“Σκέφτηκα πως αυτός ήταν ένας πολύ μεγάλος ταύρος”, παραδέχθηκε ερωτηθείς πώς ένιωσε όταν του πρότειναν να αναλάβει την Εθνική Ισπανίας. Η επιλογή της ισπανικής ομοσπονδίας αντιμετωπίστηκε με δυσπιστία. Αντιθέτως, ο πρόεδρος της ομοσπονδίας, Λουίς Ρουμπιάλες τον πίστευε, όμως αρκετοί θεωρούσαν ότι υπήρχαν πιο ηχηρά ονόματα και στην πρώτη ευκαιρία λύσσαξαν.
Τον Μάρτιο του 2023 η Ισπανία ηττήθηκε με 2-0 από τη Σκωτία στα προκριματικά του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος. Η κριτική που του ασκήθηκε ήταν πολύ αυστηρή. Η AS έκανε λόγο για “ναυάγιο” και η Marca αναρωτήθηκε στο πρωτοσέλιδό της: “Ποιο είναι το σχέδιο;”. Διάνα!
Αργότερα, το ισπανικό ποδοσφαιρικό podcast La Libreta de Van Gaal συγκέντρωσε τα ραδιοφωνικά αποσπάσματα εκείνης της βραδιάς, τα οποία σήμερα είναι η τέλεια πρώτη ύλη για σάτιρα. Εκείνο τον Μάρτιο οι Ισπανοί δημοσιογράφοι χαρακτήριζαν την εικόνα της Εθνικής ομάδας σαν “Κόλαση του Δάντη”, άλλος ανέφερε τη λέξη “αγανάκτηση”, ενώ ένας σχολιαστής είπε το εκπληκτικό “ο ομοσπονδιακός τεχνικός ζει στη Disneyland”!
“Δεν έχω την παραμικρή ιδέα τι περνά από το μυαλό του”, έλεγε ένας άλλος.
Ο Ντε λα Φουέντε αντί να απολογηθεί ή να αναζητήσει δικαιολογίες, επέμεινε ότι η ομάδα ακολουθούσε τον δρόμο που είχε σχεδιαστεί. Τον ίδιο δρόμο που αργότερα την έστεψε πρωταθλήτρια Ευρώπης και κόσμου. Ο ομοσπονδιακός προπονητής της Ισπανίας δεν άλλαξε περπατησιά. Οι άλλοι;
Η ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι δεκαπέντε μήνες αργότερα τα ίδια ραδιόφωνα τις ημέρες του EURO 2024 κελαηδούσαν: “Υπάρχει κάποιος που να μην έχει επιβιβαστεί ακόμη στο καράβι του Ντε λα Φουέντε;”. Hurray!
Οι ίδιοι άνθρωποι παραδέχονταν ότι ίσως εκείνος είχε δει κάτι που οι υπόλοιποι δεν μπορούσαν ακόμη να διακρίνουν. Τώρα, βγάλτε και το “ίσως” που εγωιστικά δεν τόλμησαν να αφαιρέσουν τότε. Απλώς, φούντωσαν με το 2-0 ως γνήσιοι Μεσόγειοι, προφανώς δεν είδαν αυτό το κάτι και άνοιξαν το φλογοβόλο στόμα του δράκοντα. Όπως ήδη εξηγήσαμε ο κόουτς είναι αδιάφορος στις εναλλαγές της κοινής γνώμης. Ευτυχώς, τότε ήταν και η ισπανική ομοσπονδία. Αλλά, πόσοι καλοί προπονητές άραγε να πήγαν έτσι “άκλαυτοι” σε μια αντίστοιχη στιγμή;
Σήμερα, θα άξιζε πολλές χιλιάδες ευρώ ένα στιγμιότυπο με τον Ντε λα Φουέντε να ακούει εκείνες τις ομορφιές του 2023. Μπορεί να ρευτεί το τοπικό κρασί του ως ετεροχρονισμένη απάντηση, αλλά μοιάζει αρκετά ευγενής για κάτι τέτοιο.
Δεν θέλει να προκαλεί ακόμα και όταν κάνει τον σταυρό του πριν από τα παιχνίδια της Εθνικής ομάδας. Διακριτικά και στην άκρη, μακριά από τους πολλούς. Έτσι, είχε μάθει να κάνει από παιδί. Επεσήμανε δε ότι δεν ζητάει από τον Θεό να νικήσει η Ισπανία, αλλά να έχει καθαρό μυαλό ώστε να πάρει τις σωστές αποφάσεις.
Μία από αυτές τις αποφάσεις ήταν η αλλαγή παιχνιδιού του Γιάμαλ και επειδή ο μικρός αποδείχθηκε κύριος σε όσα τού ζήτησε τον ανέφερε στις δηλώσεις του μετά το τέλος του Μουντιάλ. “Πρέπει να δώσω τα εύσημα στον Λαμίν. Έπαιξε ένα διαφορετικό είδος ποδοσφαίρου. Είμαστε ευγνώμονες που θυσιάστηκε για το καλό της ομάδας. Κατά τη γνώμη μου, είχε ένα σπουδαίο Παγκόσμιο Κύπελλο. Και για τον Φεράν θα πω απλώς ότι η ζωή είναι δίκαιη. Και όσοι πέφτουν και ξανασηκώνονται πάντα παίρνουν κάτι πίσω. Είναι πλέον ιστορία, αλλά το άξιζε και το αξίζει”.
Έχτιζε χαρακτήρες πριν δημιουργήσει πρωταθλητές
Η επιτυχία της Ισπανίας τόσο τώρα όσο και στο EURO 2024 δεν είναι προϊόν μιας ξαφνικής αναλαμπής στο μυαλό του προπονητή, αλλά ενός συστηματικού τρόπου δουλειάς και το αποτέλεσμα μιας πορείας που είχε ξεκινήσει πολλά χρόνια πριν, στα γήπεδα των εθνικών ομάδων νέων, εκεί όπου ο Ντε λα Φουέντε παρακολουθούσε παιδιά δεκαέξι και δεκαεπτά ετών να κάνουν τα πρώτα τους βήματα με το εθνόσημο. Όταν έδωσε φανέλα βασικού στον Λαμίν Γιαμάλ, στον Νίκο Γουίλιαμς, στον Ρόδρι, στον Μερίνο ή στον Θουμπιμέντι, δεν έβλεπε μόνο ποδοσφαιριστές.
Έβλεπε τους νεαρούς που γνώριζε επί χρόνια. Γνώριζε τους γονείς τους, όλες τις αντιδράσεις τους στις καλές και άσχημες στιγμές, τις ανάγκες τους και πρώτα απ’ όλα κατέγραφε τις αντιδράσεις τους προς τους φροντιστές της ομάδας. Ζητούσε από τους συνεργάτες του να παρατηρούν αν οι ποδοσφαιριστές χαιρετούσαν τον οδηγό του πούλμαν, αν ευχαριστούσαν τον φροντιστή όταν τους έδινε τον εξοπλισμό ή αν φέρονταν με σεβασμό στους ανθρώπους που βρίσκονταν μακριά από τα φώτα. Γι’ αυτό πολλές φορές άφηνε εκτός επιλογών ταλέντα, επειδή θεωρούσε ότι ο χαρακτήρας τους θα προκαλούσε πρόβλημα στην ομάδα. Οι φροντιστές ομολογούν ότι τους ξέρει όλους με τα μικρά τους ονόματα και έσπευσε σε αυτούς πριν σηκώσει το τρόπαιο του EURO 2024.
Πιστεύει ότι ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφέρεσαι σε όλους ανεξαρτήτως της θέσης σου, αλλά και της θέσης του άλλου αποκαλύπτει περισσότερα για την προσωπικότητά σου από οποιοδήποτε τεχνικό χαρακτηριστικό. Αυτά τα παιδιά τα γνώριζε απ’ έξω κι ανακατωτά. Είχε παρακολουθήσει την εξέλιξη, τις αμφιβολίες, τις αποτυχίες και την ωρίμανσή τους κι έτσι κατόρθωσε να τους χειριστεί με ευκολία. Αυτό ήταν το πραγματικό του πλεονέκτημα. Δεν χρειάστηκε να χτίσει σχέσεις εμπιστοσύνης. Τις είχε ήδη οικοδομήσει πολύ πριν βρεθεί στον πάγκο της εθνικής ανδρών. Πρώτα ετοίμασε τον εαυτό του γι’ αυτή τη στιγμή και άρχισε να το κάνει από τη στιγμή που πέρασε την πόρτα της Αθλέτικ Μπιλμπάο.
“Κατακτήσαμε δύο πρωταθλήματα, ένα Κύπελλο και ένα Σούπερ Καπ. Ζήσαμε την έκρηξη χαράς με σχεδόν ένα εκατομμύριο ανθρώπους να γιορτάζουν στους δρόμους του Μπιλμπάο. Είναι μία από τις κορυφαίες στιγμές της ζωής μου. Εκείνη την εποχή διαμορφώθηκε η φιλοσοφία μου και όσο περνούσαν τα χρόνια η εμπειρία δεν έκανε τίποτε άλλο από το να την ενισχύει”, παραδέχθηκε στο περιοδικό XL. Ως παίκτης, δεν είχε πληθώρα χαρισμάτων, αλλά διέθετε κάτι που λατρεύουν οι προπονητές. Δεν έκανε δεύτερη φορά το ίδιο λάθος.
Έπαιξε ως αριστερός μπακ και οι συμπαίκτες του θυμούνται ότι ήταν από τους τελευταίους που έφευγαν από την προπόνηση. Ο φροντιστής της Αθλέτικ έλεγε πως “αν θες να βρεις τον Λουίς, πήγαινε στο γήπεδο μία ώρα μετά το τέλος της προπόνησης. Εκεί θα είναι ακόμη”. Ως διεθνής έφτασε έως την Κ21 και η φωτογραφία του απουσιάζει από τους διαδρόμους της ισπανικής ομοσπονδίας. “Είχα κι εγώ τέτοια μαλλιά”, έχει πει σε συνέντευξή του σχηματίζοντας με τα δάχτυλα του τις χοντρές μπούκλες των διεθνών που απεικονίζονταν στις φωτογραφίες των διαδρόμων.
Στην παρατήρηση ότι μέρος της προπονητικής φιλοσοφίας του μοιάζει να είναι και το περίφημο “επειδή έτσι λέω εγώ” του Χαβιέρ Κλεμέντε (του δικού του προπονητή) απάντησε σχεδόν καταφατικά. “Είναι αλήθεια ότι ο Κλεμέντε λειτουργούσε με το ”γιατί έτσι λέω εγώ και τέλος”. Όμως, όπως κι εγώ γνώριζα πολύ καλά τους ποδοσφαιριστές της σημερινής εθνικής όταν ήταν ακόμη στις Κ19 και Κ21, έτσι κι εκείνος γνώριζε άριστα εμάς τους νεαρούς και κατάφερε να μας δέσει με τους πιο έμπειρους. Πάνω απ’ όλα, όμως, κατάφερε να μας πείσει. Ήταν ένας ηγέτης που ήθελες να ακολουθήσεις μέχρι τέλους. Την πρώτη ημέρα εκείνης της σεζόν μάς είπε: ”Αυτή η ομάδα θα κατακτήσει το πρωτάθλημα”. Και τελικά μας έδωσε ακριβώς αυτό που χρειαζόμασταν εκείνη τη στιγμή”.
Όταν ο Λουίς ντε λα Φουέντε μίλησε στους παίχτες του πριν από τον τελικό με την Αργεντινή έπραξε αναλόγως και αποκάλυψε τι τους είπε μετά τη στέψη. “Κύριοι, έχουμε ένα ραντεβού με την ιστορία. Θα φτάσουμε εμείς πρώτοι. Και στην παράταση, το μόνο που τους θύμισα ήταν ότι κάναμε σπουδαία δουλειά, αλλά το παραμικρό λάθος θα μπορούσε να κοστίσει ακριβά. Μετά το τέλος του αγώνα, υπήρξαν παίκτες που μου είπαν: “Τι μας έχει απομείνει πια να κερδίσουμε;”. Ε, λοιπόν, το επόμενο παιχνίδι τον Σεπτέμβριο εναντίον της Αγγλίας”.
Παρά λίγο στα ντεφιλέ
Όταν έβγαλε για πάντα τα παπούτσια με τις τάπες -μετά τη Σεβίλλη και την Αλαβές- δεν σκέφτηκε να παραμείνει στο ποδόσφαιρο. “Μου άρεσε πολύ η μόδα και είχα σκεφτεί σοβαρά να ασχοληθώ με αυτήν. Η αδελφή μου, η Άνα, είχε αναλάβει το οικογενειακό κατάστημα και όταν πήγαινε στη Μαδρίτη για την Pasarela Cibeles και άλλες εκδηλώσεις τη συνόδευα. Γνωρίζαμε ανθρώπους του χώρου, βλέπαμε νέες συλλογές. Είχα φτάσει στο σημείο να σκέφτομαι ακόμη και την επέκταση της επιχείρησης με ανδρικά ρούχα. Η αλήθεια είναι ότι όλοι οι ποδοσφαιριστές ήμασταν λίγο ματαιόδοξοι.
Φορούσαμε επώνυμα ρούχα και ο καθένας προσπαθούσε να ντύνεται όσο καλύτερα μπορούσε. Βέβαια, κανείς μας δεν θα φωτογραφιζόταν τότε με εσώρουχα για διαφημίσεις στις στάσεις των λεωφορείων”, είπε γελώντας και επεσήμανε: “Η κοινωνία και, μαζί της, το εμπορικό κομμάτι του ποδοσφαίρου έχουν αλλάξει πολύ. Αλλά μετά την κατάκτηση του πρωταθλήματος το 1983, ο Μιγκέλ ντε Αντρές και ο Φερνάντο Τιράπου, δύο πραγματικά πολύ όμορφοι τύποι –και συγκάτοικοί μου τότε–, πρωταγωνίστησαν σε διαφήμιση για γούνινα παλτά. Ήθελε θάρρος για εκείνη την εποχή. Βέβαια, σαν τον Μπέκαμ κανείς”.
Τελικά το σενάριο της μόδας διήρκεσε μόλις δύο εβδομάδες ως σκέψη. “Δεν είχαν περάσει ούτε δεκαπέντε ημέρες από την αποχώρησή μου από την ενεργό δράση όταν με πήρε τηλέφωνο ο Ινίγο Λιθεράνθου και μου ζήτησε να αναλάβω την Γκέτσο, στην Γ’ Κατηγορία. Με κέρδισε η προπονητική. Και από τότε δεν σταμάτησα ποτέ”. Συνέχισε την προπονητική σε πολλούς μικρούς συλλόγους, με απληρωσιά και απολύσεις. Μετά την αποχώρησή του από τον πάγκο της Αλαβές έμεινε περίπου δεκαοκτώ μήνες χωρίς δουλειά και έπεσε με τα μούτρα στο διάβασμα. Εκτός από βιβλία προπονητικής διάβασε ψυχολογία και προπονητική. Δεν χτύπησε πόρτες, ούτε προσπάθησε να πουλήσει τον εαυτό του. Όταν η Ισπανική Ομοσπονδία αναζήτησε προπονητή για την Κ19, υπέβαλε την υποψηφιότητά του.
Αρχικά ο Φερνάντο Μοριέντες αρνήθηκε τη θέση και ακολούθως ο Σάεθ πρότεινε τον Ντε λα Φουέντε. Τότε άρχισε η σημαντικότερη διαδρομή της ζωής του και το πρώτο του συμβόλαιο είχε διάρκεια μόλις τριών μηνών με στόχο να οδηγήσει την ομάδα στην Elite Round του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος. Τα κατάφερε, κέρδισε την εμπιστοσύνη της ομοσπονδίας και παρέμεινε στη θέση του.
Ο προπονητής που ήξερε τα πάντα για όλους
Για χρόνια διένυε δεκάδες χιλιάδες χιλιόμετρα κάθε σεζόν, ταξιδεύοντας από γήπεδο σε γήπεδο για να παρακολουθήσει έναν δεκαεξάχρονο αριστερό μπακ ή έναν δεκαεπτάχρονο μέσο που ίσως μια μέρα φορούσε τη φανέλα της ανδρικής εθνικής. Δεν περίμενε να του πουν ποιος είναι καλός, ήθελε να το διαπιστώσει ο ίδιος. Λέγεται ότι έκανε περίπου 40.000 χιλιόμετρα τον χρόνο οδικώς γι’ αυτό τον σκοπό.
Όταν λοιπόν κανείς δεν γνώριζε ποιος είναι ο κύριος που ανέλαβε την Εθνική ανδρών, οι ποδοσφαιριστές ήξεραν πολύ καλά ποιος είναι. Λένε ότι κινητό τους χτυπούσε και στην άλλη γραμμή ήταν ο Λουίς ντε λα Φουέντε χωρίς να είναι μέρες επιλογής στη Ρόχα ή να είναι τραυματίες. Υπήρχε λόγος. “Χρόνια πολλά!” τους έλεγε στα γενέθλιά τους. Έδινε το “παρών” σε όλα με τον τρόπο του. Ρωτούσε για τους γονείς τους και για τη γιαγιά τους. Έκανε την ομάδα αυτό που σχεδίαζε εξ αρχής, μια μεγάλη οικογένεια. Κι εκείνοι τον φωνάζουν όπως όταν ήταν στις μικρές κατηγορίες: “míster”.
Ο mister ήξερε ότι ο Ουνάι Σιμόν δεν ήταν ο πιο εντυπωσιακός τερματοφύλακας των ακαδημιών, αλλά έβλεπε ότι είναι ο πιο ψύχραιμος και έλεγε στους συνεργάτες του: “Όταν όλοι πανικοβάλλονται, εκείνος αναπνέει φυσιολογικά”. Πλέον, όλη η υφήλιος έχει καταλάβει για ποιο λόγο είχε εμμονή με τον Ρόδρι παρόλο που δεν ήταν το μεγαλύτερο ταλέντο της γενιάς του. “Στο τέλος θα καταλάβετε όλοι γιατί”, έλεγε επειδή είχε δει ένα παιδί που καταλάβαινε το παιχνίδι δύο δευτερόλεπτα πριν από όλους τους άλλους.
Ο Ντάνι Όλμο θυμάται πάντα τι του είπε όταν αποφάσισε να φύγει από τη Μασία για την Ντιναμό Ζάγκρεμπ. Τότε που όλοι πίστεψαν ότι θα καταστρέψει την καριέρα του ο Ντε λα Φουέντε του τηλεφώνησε και του είπε ένα πράγμα: “Μη φοβηθείς να ακολουθήσεις τον δικό σου δρόμο”.
Στον Νίκο Γουίλιαμς έβλεπε ότι είχε απίστευτη ταχύτητα, αλλά και ότι έπαιζε μόνο με το ένστικτο. “Μην τρέχεις πριν σκεφτείς”, του είπε και σήμερα ο παίκτης λέει για τη χρήσιμη συμβουλή: “Τότε νόμιζα ότι με σταματούσε. Τελικά με έκανε καλύτερο”.
Η δύναμη της ήρεμης ηγεσίας
Δεν τους φώναξε ποτέ. Δεν φωνάζει, ίσα που ακούγεται και οι παίκτες του λένε ότι αφομοιώνουν καλύτερα όσα λέει με αυτόν τον τρόπο. Ο Μικέλ Μερίνο έχει περιγράψει ότι όταν ο προπονητής μιλάει ήρεμα ύστερα από ένα κακό παιχνίδι, η σιωπή στα αποδυτήρια είναι μεγαλύτερη από οποιαδήποτε φωνή.
Αυτά τα παιδιά δίπλα του και μαζί του κατέκτησαν τα πάντα. Χρησιμοποιούν συχνά μια φράση: “El abrazo de Luis”. Δηλαδή, η αγκαλιά του Λουίς. Είναι η αγκαλιά που δίνει σε όλους μετά την προπόνηση, ύστερα από μια ήττα ή έναν τραυματισμό. Πολλοί είπαν ότι η πρώτη αγκαλιά που πήραν όταν έκαναν σοβαρό λάθος δεν ήταν από συμπαίκτη τους αλλά από τον Ντε λα Φουέντε και αυτό επειδή πιστεύει ακράδαντα ότι ο φόβος χειροτερεύει την απόδοση, σε αντίθεση με την εμπιστοσύνη που δημιουργεί καλύτερους ποδοσφαιριστές.
Πριν από τους αγώνες, τους μιλάει με “παραβολές”. Αρχίζει με προσωπικές ιστορίες, με αναφορές στον πατέρα του, σ’ έναν αγρότη, σ’ έναν εργάτη, σ’ έναν παππού φίλαθλο. Οι ποδοσφαιριστές τον ακούνε με προσοχή και περιμένουν το μήνυμα που θα συνδεθεί με το ματς. Η ιστορία μέχρι σήμερα τον δικαιώνει.
Οι συνεργάτες του λένε ότι πριν από τους αγώνες κοιμάται περίπου τέσσερις ώρες, αφιερώνοντας τις υπόλοιπες στη μελέτη του επερχόμενου αγώνα. Αναπληρώνει τον ύπνο που έχασε με μια σιέστα μετά το μεσημεριανό φαγητό, το οποίο θα ήθελε να ήταν πάντα τηγανιτές πατάτες με αυγά, αλλά δεν γίνεται.
Αγαπάει τη ρωμαϊκή ιστορία, διαβάζει συστηματικά βιβλία για τη Ρώμη, λατρεύει τις ταινίες του Rocky, στα ηχεία του ακούγεται ο Χούλιο Ιγκλέσιας, προτιμά την απλότητα της καθημερινότητας από τη λάμψη της δημοσιότητας και εξυπακούεται αποφεύγει την ελαφρότητα των σχολίων στα social media.
Το ίδιο ισχύει και για τη σύζυγό του, η οποία παραμένει σχεδόν άγνωστη. Κατάγεται από την Ανδαλουσία και σπάνια εμφανίζεται δημόσια. Αποφεύγει τις φωτογραφίες και δεν δίνει συνεντεύξεις.
Οι δημοσιογράφοι που καλύπτουν την εθνική Ισπανίας λένε ότι η αποστασιοποίηση από τα φώτα είναι μια συνειδητή επιλογή ολόκληρης της οικογένειας. “Η οικογένεια είναι το καταφύγιό μου”, λέει ο προπονητής της Ισπανίας και κάθε σχετική απορία λύνεται. Έχει τρεις γιους και ο μεγαλύτερος, ο Αλμπέρτο, εργάζεται στο τεχνικό επιτελείο της εθνικής ομάδας. Για να προσληφθεί χρειάστηκε να περάσει από τις ίδιες διαδικασίες αξιολόγησης με όλους τους υπόλοιπους.
Η ιστορία του Λουίς ντε λα Φουέντε υπενθυμίζει κάτι που συχνά ξεχνά το ποδόσφαιρο και όχι μόνο αυτό. Η αναγνώριση δεν προηγείται της αξίας. Υπάρχουν άνθρωποι που εργάζονται για δεκαετίες μακριά από τους προβολείς, χωρίς να κυνηγούν τη δημοσιότητα, μέχρι τη στιγμή που η δουλειά τους γίνεται αδύνατο να αγνοηθεί. Όταν ο Γκβάρντιολ ρώτησε “Ποιος;”, εξέφρασε αυτό που πίστευε τότε ένα μεγάλο μέρος του ποδοσφαιρικού κόσμου. Η απάντηση ήρθε μέσα από τον ποδοσφαιρικό οίστρο της Ισπανίας που δεν έχασε την ταυτότητά της, αλλά την εξέλιξε με τον Λουίς ντε λα Φουέντε.