ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ

Από τους σεισμούς στο Ολντ Τράφορντ

Αυτή είναι η ιστορία του Σίνζι Καγκάουα, που άφησε το σπίτι του σε ηλικία 12 ετών, για να κάνει πραγματικότητα το όνειρό του, να γίνει επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Και τα κατάφερε!

Το Μουντιάλ πλησιάζει και κάθε χώρα έχει παίκτες με ξεχωριστές ιστορίες. Σε αυτή την κατηγορία ανήκει και ο Σίνζι Καγκάουα. Το Sport24.gr είναι το ελληνικό μέσο που συμμετέχει στο “Guardian Experts’ Network” για το Μουντιάλ 2014. Με αυτή την αφορμή δείτε την ιστορία του Σίνζι Καγκάουα, όπως την περιγράφει ο δημοσιογράφος του “J Sports”, Μπεν Μέιμπλι.

Πριν λίγους μήνες, δέχθηκα μία προσφορά για δουλειά στην ομάδα Βεγκάλτα Σεντάι της J-League. Αυτό θα σήμαινε πως θα έπρεπε να αποχαιρετήσω την Κανσάι, στη δυτική Ιαπωνία, τον τόπο της μεγαλύτερης φαγητούπολης (Οζάκα) σύμφωνα με τον Μάικλ Μπουθ της Guardian, και τον μόνο τόπο που γνώρισα σε αυτήν τη χώρα για πάνω από μία δεκαετία. Οι νέες μου εξερευνήσεις θα ήταν πάνω από 500 μίλια μακριά, στην απομονωμένη περιοχή Τοχόκου, όπου δεν ήξερα απολύτως κανέναν, όπου οι θερμοκρασίες ήταν πέντε βαθμούς χαμηλότερα, αλλά η υγρασία 10% υψηλότερη, και όπου -όπως παρατηρήθηκε στις 11 Μαρτίου 2011- η σεισμική δραστηριότητα είναι ιδιαίτερα έντονη, ακόμα και για τα στάνταρ μίας χώρας που βρίσκεται πάνω στην ένωση τεσσάρων τεκτονικών πλακών“.

Αυτή ήταν η απόφαση που πήρε ο Σίνζι Καγκάουα στην τρυφερή ηλικία των 12 ετών.

Τα πρώτα χρόνια

Γεννημένος στο Κόμπε το 1989, τέσσερα χρόνια πριν την επίσημη έναρξη της J-League, ο Καγκάουα ήταν μέλος της πρώτης γενιάς αγοριών στην Ιαπωνία, για τα οποία ήταν σύνηθες να μεγαλώνουν ονειρευόμενα να γίνουν επαγγελματίες ποδοσφαιριστές. Ωστόσο, το επίπεδο της φιλοδοξίας του απείχε αρκετά από την παιδική του ηλικία. Σε ηλικία 10 ετών, του δόθηκε η ευκαιρία να περάσει το καλοκαίρι του προπονούμενος στη Σεντάι με την Μιγιάγκι Μπαρσελόνα, μία ποδοσφαιρική ομάδα για μικρά παιδιά, που δεν είναι επίσημα συνδεδεμένη με τους “μπλαουγκράνα” της Καταλωνίας, αλλά είναι διάσημη για το πώς μυεί τα παιδιά στην τέχνη του ποδοσφαίρου. Εκεί, όπως είπε πέρυσι και ο διευθυντής Νομπόρου Κουζάκα στο περιοδικό Soccer Critique, ο Καγκάουα διευκρίνισε πώς ακριβώς σκόπευε να φτάσει στην κορυφή.

Θα πάω στις ακαδημίες ομάδας της J-League, θα επιλεγώ στις τοπικές ομάδες επιλέκτων και θα παίξω σε εθνικά τουρνουά. Αν δεν μπορέσω να το κάνω αυτό, θα παίξω σε μία τοπική ομάδα, θα κάνω το καλύτερο που μπορώ εκεί, ώστε να πάω στην ομάδα νέων μίας ομάδας της J-League ή σε ένα διάσημο ποδοσφαιρικό λύκειο όταν θα είμαι 15, και μετά θα δουλέψω σκληρά για να γίνω επαγγελματίας. Μετά μπορεί να μου πάρει δύο χρόνια να φτάσω στην πρώτη ομάδα, αλλά θα είμαι υπομονετικός και κάποια στιγμή θα πάρω την ευκαιρία. Μετά θέλω να επιλεγώ στις μικρές εθνικές ομάδες της Ιαπωνίας και τελικά στην εθνική ανδρών“.

Ο Κουζάκα εντυπωσιάστηκε τόσο από το πλάνο του πιτσιρικά όσο και από την εκτέλεσή του στο γήπεδο. ” Ακόμα και τότε“, λέει, ” ο Σίνζι κατάλαβε ότι δεν θα κυλούσαν όλα ομαλά. ήξερε ακριβώς πόσο καλός ήταν, ποια ήταν τα προσόντα του, σε ποιους τομείς υστερούσε και τι χρειαζόταν να κάνει γι’αυτό. Από εκείνη την ηλικία ήταν ικανός για εποικοδομητική αυτοαξιολόγηση κι αυτό δεν έχει αλλάξει από τότε“. Μόλις 18 μήνες μετά την πρώτη του εμπειρία στη Μιγιάγκι Μπαρσελόνα, ο Καγκάουα άφησε το σπίτι των γονιών του για να μετακομίσει μόνιμα στην άλλη άκρη της χώρας.

Κόντρα σε Λούκας Λέιβα και Κάλινιτς

Το νέο περιβάλλον τού επέτρεψε να επικεντρωθεί στη βελτίωση της τεχνικής του και του ταίριαξε τόσο πολύ, που αποφάσισε να μείνει στην ομάδα μέχρι το λύκειο. Η απόφασή του απέφερε καρπούς, αφού το Σεπτέμβριο του 2005, ο 16χρονος Καγκάουα κλήθηκε στην ομάδα κάτω των 18 ετών της Τοχόκου, για να λάβει μέρος στο Sendai Cup, ένα διάσημο διεθνές τουρνουά νέων, του οποίου οι μελλοντικοί απόφοιτοι θα περιελάμβαναν τους Οσκάρ, Γιαν Εμβιλά και Αλεσάντρε Πάτο.

Μετά τις ήττες από τη Βραζιλία του Λούκας Λέιβα και την Κροατία του Νίκολα Κάλινιτς, η τοπική ομάδα έπαιξε το τελευταίο παιχνίδι του ομίλου της απέναντι στην ομάδα κάτω των 18 της Ιαπωνίας. Αγωνιζόμενος ως κεντρικό χαφ και με πολύ χώρο για να δείξει τις ικανότητές του στην ντρίμπλα, ο Καγκάουα αναστάτωνε διαρκώς την άμυνα που περιελάμβανε τους τωρινούς του συμπαίκτες στο επερχόμενο Μουντιάλ, Μάγια Γιοσίντα και Ατσούτο Ουτσίντα, και συμμετείχε σε τρία γκολ, με την Τοχόκου να διαλύει την αντίπαλό της με 5-2.

Αλλά τώρα, η Κανσάι τον κάλεσε πίσω στο σπίτι. Το ποδόσφαιρο σε νεαρή ηλικία στην Ιαπωνία είναι στενά συνδεδεμένο με το εκπαιδευτικό σύστημα -με διάσημα αθλητικά λύκεια και πανεπιστήμια, αντίστοιχου επιπέδου με εκείνα της Βορείου Αμερικής- και ακόμα κι αυτοί που επιλέγουν τους συλλόγους ή τις ακαδημίες ευρωπαϊκού στιλ, σπάνια αλλάζουν διαδρομή. Αλλά με έξι ομάδες της J-League να γλυκοκοιτάζουν τον αστέρα της Τοχόκου, η Σερέζο Οζάκα έπρεπε να δράσει άμεσα.

Το άλμα και η απογοήτευση

Ο σκάουτ τους, Ακίο Κογκίκου, είχε ξανασυναντήσει τον Καγκάουα πάνω από ένα χρόνο νωρίτερα, όταν είχε επισκεφθεί τη Μιγιάγκι για να παρακολουθήσει τον τερματοφύλακα Κέντα Τάνο. Ο Κογκίκου παρακίνησε τα αφεντικά του να κάνουν την κίνηση, καθώς θυμόταν πόσο πολύ είχε εντυπωσιαστεί από τη διάθεσή του να πάρει την μπάλα, από την αίσθηση του κοντρόλ και τον τρόπο με τον οποίο αφοσιώθηκε στο ποδόσφαιρο, αν και μακριά από το γήπεδο. Ένα συμβόλαιο παρουσιάστηκε το Δεκέμβριο του 2005 και ο Καγκάουα έγινε ο πρώτος παίκτης στην ιστορία που υπέγραψε επαγγελματικό συμβόλαιο με ομάδα της J-League μεσούσης της χρονιάς του στο λύκειο, χωρίς πριν να είναι μέλος των ακαδημιών της.

Η πρώτη χρονιά του Καγκάουα στη Σερέζο ήταν μία δύσκολη, αλλά σημαντική εμπειρία εκμάθησης. Δεχόμενος κριτική για την έλλειψη ταχύτητας, απέτυχε να μπει στην πρώτη ομάδα, αλλά δούλεψε σκληρά στη φυσική του κατάσταση και στην επαφή με την μπάλα για να διορθώσει το πρόβλημα. Σύμφωνα με τον Κογκίκου, η αυθεντική αγάπη του Καγκάουα για το παιχνίδι, τον παρακίνησε να σκέφτεται περισσότερο τη διατροφή του, το γυμναστήριο και πώς να αναλύει τις κινήσεις των αντιπάλων πριν τις κάνουν. Αυτή η προσπάθεια τον ξεχώρισε.

Γκολ, γκολ, γκολ και Ντόρτμουντ

Η σημαντική χρονιά ήταν το 2007, όταν έγινε προπονητής ο Βραζιλιάνος Λεβίρ Κούλπι και αμέσως είπε στον Καγκάουα ότι θα είναι βασικός, αν και σε έναν άγνωστο, πιο προωθημένο ρόλο μέσου, όπου θα μπορούσε να εξελιχθεί και ως σκόρερ. Όντας 18 ετών, το Νο26 της Σερέζο ευδοκίμησε χάρη στην ελευθερία και την πίστη που υπήρχε στο πρόσωπό του. Από τα τέλη Μαΐου και μετά, ξεκίνησε σε όλα τα παιχνίδια της 2ης κατηγορίας, στα οποία μπορούσε να αγωνιστεί, και πέτυχε πέντε γκολ. Ο λογαριασμός έφτασε στα 16 την επόμενη χρονιά και όταν του δόθηκε το διάσημο Νο8 του συλλόγου το 2009, μετά την απόσυρση του θρύλου Χιροάκι Μορισίμα, συνεισέφερε με τα εκπληκτικά νούμερα των 27 γκολ και 13 ασίστ, με την ομάδα της Οζάκα να σφραγίζει την επιστροφή της στη J-League. Επτά γκολ στα 11 πρώτα παιχνίδια στη μεγάλη κατηγορία και η Μπορούσια Ντόρτμουντ τον ζήτησε.

Ο Καγκάουα δείχνει ακόμα σημάδια πνευματικής αστάθειας. Ο Κούλπι κάποτε τον συνέκρινε με τον Γιοϊτσίρο Κακιτάνι, συμπαίκτη του τώρα στην εθνική ομάδα, λέγοντας: ” Ο Σίνζι έχει σπουδαία αίσθηση ευθύνης ως επαγγελματίας, αλλά αυτό σημαίνει πως φοβάται να κάνει λάθη. Αντιθέτως, ο Γιοϊτσίρο είναι ανεύθυνος, αλλά αυτό τον κάνει ιδιαίτερα γενναίο“.

Αλλά ανεξάρτητα από το πόσο πολύ έχει υποφέρει στην εποχή του Ντέιβιντ Μόγιες στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, πριν από το πρώτο του Παγκόσμιο Κύπελλο, πρέπει απλά να θυμηθεί τις ρίζες του και όλους τους προπονητές, από τον Κουζάκα μέχρι τον Γιούργκεν Κλοπ, που εντυπωσίασε, να θυμηθεί ότι είναι ήδη ένας από τους πιο ξεχωριστούς ποδοσφαιριστές στην ιστορία του ιαπωνικού ποδοσφαίρου.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ