Αυτός ήταν ο Τάκης Γκώνιας: Ένας βιρτουόζος στην υπηρεσία της ασπρόμαυρης στρογγυλής Θεάς

Η είδηση του θανάτου του Τάκη Γκώνια σε ηλικία μόλις 54 ετών πάγωσε τους ανθρώπους του ελληνικού ποδοσφαίρου και του ελληνικού αθλητισμού στο σύνολό του, με τον παλαίμαχο μέσο να έχει διαγράψει μία μεγάλη διαδρομή στην κορυφαία κατηγορία της χώρας και να έχει αγωνιστεί και στο εξωτερικό.
Η 24η Ιουνίου του 2026 θα περάσει στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου ως μία από τις πιο θλιβερές ημερομηνίες, με τον Τάκη Γκώνια να αφήνει την τελευταία του πνοή σε ηλικία 54 ετών και την τραγική είδηση του χαμού του να την κοινοποιεί μέσω ανακοίνωσης η πρώτη ομάδα της επαγγελματικής καριέρας του, ο Λεβαδειακός.
Ο Τάκης Γκώνιας, ο οποίος άφησε ανεξίτηλο το σημάδι του στα ελληνικά ποδοσφαιρικά δρώμενα με την 17χρονη παρουσία του στα γήπεδα και ο οποίος είχε την τύχη να δοκιμάσει τις δυνάμεις του και στο εξωτερικό, έκανε τα πρώτα του βήματα στον Π.Σ Παναθηναϊκό στο Κυριάκι Βοιωτίας, γεννημένος στην Λιβαδειά στις 6 Οκτωβρίου 1971, και το 1987 εντάχτηκε στον Λεβαδειακό.
Μία γεμάτη καριέρα στα γήπεδα της Ελλάδας και του εξωτερικού
Στους πράσινους έμεινε για τέσσερα ολόκληρα χρόνια (64 συμμετοχές στο πρωτάθλημα – 11 γκολ) και εκεί ξεδίπλωσε το μεγάλο ταλέντο του, το οποίο του επέτρεψε το 1993 να κάνει το μεγάλο άλμα στην καριέρα του και να πάρει μεταγραφή στον Ολυμπιακό.
Το στάδιο Καραϊσκάκης ήταν το σπίτι του για τα ερχόμενα 3,5 χρόνια, με τον Γκώνια να μετράει αρκετές συμμετοχές (57 σε επίπεδο πρωταθλήματος) αλλά να πέφτει πάνω στην περίοδο των “πέτρινων χρόνων” όπου οι Πειραιώτες δεν θύμιζαν σε τίποτα την ομάδα των ερχόμενων δεκαετιών και να αποχωρεί τον Ιανουάριο του 1997, λίγους μόλις μήνες μετά από τον ερχομό του Ντούσαν Μπάγεβιτς στον Ολυμπιακό και λίγους μήνες πριν την επιστροφή των Πειραιωτών στην κορυφή του πρωταθλήματος.
Ο επόμενος σταθμός στην καριέρα του ήταν η Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα ο Ηρακλής με τον οποίο είχε άκρως αξιολογη παρουσία στον 1,5 χρόνο που φόρεσε τα κυανόλευκα (29 συμμετοχές – 6 γκολ σε επίπεδο πρωταθλήματος), για να ακολουθήσει η παρουσία του για έναν χρόνο στην δεύτερη κατηγορία της Ισπανίας με τη φανέλα της Σπόρτινγκ Χιχόν.
Κατά τη διάρκεια της θητείας του στην ισπανική ομάδα κατέγραψε 10 συμμετοχές και 1 γκολ τη σεζόν 1998-99 και το καλοκαίρι του 1999 πήρε την απόφαση για τον επαναπατρισμό του, για να αγωνιστεί κατά σειρά σε Πανηλειακό, Πανιώνιο, να επιστρέψει στον Ηρακλή τη σεζόν 2002-03 αλλά και να κάνει δεύτερο πέρασμα από τον Ολυμπιακό, τη σεζόν 2003-04.
Το φινάλε της ποδοσφαιρικής καριέρας του τον βρήκε να παίρνει άρωμα Ιταλίας αγωνιζόμενος στην Μεσίνα (3 συμμετοχές) ενώ είχε την τιμή να φορέσει και τη φανέλα με το εθνόσημο δύο φορές, σκοράροντας μάλιστα στο ντεμπούτο του με την Εθνική Ελλάδας στις 19 Αυγούστου 1997, σε φιλική αναμέτρηση με την Κύπρο.
Έμεινε στο χώρο αφότου κρέμασε τα ποδοσφαιρικά παπούτσια
Μετά την ολοκλήρωση της ποδοσφαιρικής του καριέρας εργάστηκε ως τηλεοπτικός σχολιαστής ενώ ασχολήθηκε με το γκολφ, φτάνοντας στο επαγγελματικό επίπεδο με τον Όμιλο Γκολφ της Γλυφάδας.
Στη συνέχεια αποφάσισε να επιστρέψει στον χώρο του ποδοσφαίρου από το πόστο του προπονητή και ξεκίνησε τη νέα του καριέρα το 2013 από τη Γλυφάδα, ενώ στη συνέχεια ανέλαβε την ομάδα της Επισκοπής (Οκτώβριος 2015 – Δεκέμβριος 2015).
Από 28 Ιουλίου έως 17 Δεκεμβρίου του 2016 ήταν προπονητής στην Καλλιθέα, την οποία καθοδήγησε σε 8 επίσημους αγώνες με απολογισμό 2 νίκες και 6 ήττες, ακολούθησε η παρουσία του στον πάγκο του Εργοτέλη όταν οι Κρητικοί αγωνίζονταν στην Football League, ενώ τελευταία δουλειά του ήταν στην Αίγυπτο ως προπονητής της Πίραμιντς, ομάδα πρώτης κατηγορίας της χώρας.