ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Άρση Βαρών

Από τα παλαιότερα Ολυμπιακά αθλήματα, καθώς περιλαμβάνεται στο Ολυμπιακό πρόγραμμα από τους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες

Η Ιστορία



Ως άθλημα η Άρση Βαρών δεν περιλαμβανόταν στο πρόγραμμα των Ολυμπιακών Αγώνων της αρχαιότητος, αλλά σύμφωνα με ιστορικές μαρτυρίες, οι αθλητές συναγωνίζονταν στην ανύψωση βαρών. Στην Ολυμπία βρέθηκε λίθος βάρους 143,5 κιλών, ανάθημα (αφιέρωμα σε ναό) του αθλητή Βύβωνα, ο οποίος σύμφωνα με την επιγραφή, τον είχε σηκώσει με το ένα χέρι πάνω από το κεφάλι του.



Επίσης άλλος ένας τεράστιος λίθος βάρους 480 κιλών, είχε βρεθεί στη Σαντορίνη, με χαραγμένη πάνω του την πληροφορία ότι ο Ευμάστας τον σήκωσε από το έδαφος. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε μουσείο της Γερμανίας βρίσκεται ένα κύπελλο του 500 π.Χ., το οποίο αναπαριστά ένα νεαρό Αθηναίο στεφανωμένο να σηκώνει δυο μεγάλους λίθους. Η παράσταση και η επιγραφή, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το συγκεκριμένο κύπελλο είχε κατακτήσει κάποιος αθλητής σε αγώνα Άρσης Βαρών.



Εξάλλου, σε τάφους των Φαραώ στην Αίγυπτο βρέθηκαν ανάγλυφες παραστάσεις οι οποίες απεικονίζουν ανθρώπους να σηκώνουν ασκούς ή σάκους από ύφασμα γεμισμένους με άμμο. Συν τοις άλλοις, ο θρύλος περιβάλλει τις λαϊκές ιστορίες που κυκλοφορούσαν από χώρα σε χώρα για τους εξαιρετικά δυνατούς ανθρώπους που έδιναν παραστάσεις σε κεντρικές πλατείες, σηκώνοντας βράχους, άξονες βαγονιών, και γενικά τεράστια βάρη.



Το άθλημα εντάχθηκε στο πρόγραμμα των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας το 1896 με πρώτους νικητές τον Δανό Γιένσεν Βίγκο και τον Βρετανό Ελιοτ Λόνκεστον oι οποίοι μοιράστηκαν τα δύο πρώτα μετάλλια εναλλάξ στην Άρση Βαρών, τόσο με τα δύο χέρια, όσο και με το ένα.



Στην Ελλάδα οι πρώτοι επίσημοι αγώνες Άρσης Bαρών διεξήχθησαν το 1888 στη διάρκεια των Δ’ Ζάππειων αγώνων, ενώ οι δύο Έλληνες «Άτλαντες» των αρχών του 20ου αιώνα ήταν ο Περικλής Κακούσης και ο Δημήτρης Τόφαλος. Ο πρώτος κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σέντ Λούις στην Άρση με τα δύο χέρια (σηκώνοντας 111,7 κιλά), ενώ ιστορική έμεινε η εμφάνιση του Τόφαλου στη «Μεσοολυμπιάδα» της Αθήνας (1906), όπου ύστερα από συγκλονιστική μονομαχία νίκησε τον Αυστριακό Στάινμπαχ, σηκώνοντας 142,4 κιλά στην τέταρτη προσπάθειά του, όπως επιτρεπόταν τότε από τους κανονισμούς.



Το πρώτο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα γυναικών διεξήχθη το 1987 στη Νταϊτόνα Μπίτς των ΗΠΑ με τη συμμετοχή 100 αθλητριών από 22 χώρες, ενώ η Άρση Βαρών γυναικών εντάχθηκε στο πρόγραμμα των Ολυμπιακών Αγώνων του Σύδνεϋ το 2000.



Η Διεθνής Ομοσπονδία Άρσης Βαρών (IWF) ιδρύθηκε το 1905, ενώ η Ελληνική Ομοσπονδία Άρσης Βαρών (ΕΟΑΒ) ιδρύθηκε το 1972. Μέχρι τότε το άθλημα λειτουργούσε υπό τη σκέπη άλλων Αθλητικών Ομοσπονδιών.




Oι κανονισμοί

Δεν έχει χαρακτηριστεί άδικα ως το άθλημα των δυνατών, αφού νικητής στην Άρση βαρών αναδεικνύεται αυτός που θα σηκώσει τα περισσότερα κιλά. Πάντως η δύναμη του αθλητή θα πρέπει να υποστηρίζεται σχεδόν πάντα και από τη σωστή τακτική, αλλά και την καθοδήγηση ενός άξιου προπονητή προκειμένου να έχει τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα.



Το άθλημα της Άρσης βαρών διεξάγεται σε δυο κινήσεις, που εκτελούνται με την ακόλουθη σειρά: α) Αρασέ, β) Επολέ – Ζετέ).



Σε κάθε κίνηση επιτρέπονται μόνο τρεις προσπάθειες. Οι αγώνες διοργανώνονται για άνδρες και γυναίκες που αγωνίζονται σε συγκεκριμένες κατηγορίες, σύμφωνα με το σωματικό βάρος τους. Στο Ολυμπιακό πρόγραμμα συμπεριλαμβάνονται συνολικά 15 κατηγορίες, οκτώ στους άνδρες και επτά στις γυναίκες.



H τελική κατάταξη των αθλητών και των αθλητριών κρίνεται βάσει του αθροίσματος των επιδόσεών τους στις κινήσεις αρασέ και επολέ-ζετέ, σύμφωνα με τους κανονισμούς της Διεθνούς Ομοσπονδίας Άρσης Βαρών (IWF).



Ο αθλητής ή η αθλήτρια έχει δικαίωμα να επιχειρήσει τρεις προσπάθειες σε κάθε κίνηση, ενώ για να είναι έγκυρη η προσπάθεια θα πρέπει να συμφωνήσουν τουλάχιστον οι δύο από τους τρεις κριτές, οι οποίοι ανάβουν ένα άσπρο λαμπάκι (εφόσον κρίνουν έγκυρη την προσπάθεια) ή ένα κόκκινο (εάν τη θεωρούν άκυρη).



Ο αθλητής ή η αθλήτρια έχει το δικαίωμα να αυξήσει το βάρος που είχε αρχικά δηλώσει ότι θα επιχειρήσει να ανυψώσει, αλλά πρέπει κάθε φορά να ανεβαίνει κατά 2,5 κιλά.



Στο αρασέ ο αθλητής σηκώνει τη μπάρα με τα βάρη πάνω από το κεφάλι του, με μία κίνηση. Κατά την ανύψωση, έχει το δικαίωμα να λυγίσει ή να ανοίξει τα πόδια του, αλλά δεν επιτρέπεται να ακουμπήσει κανένα άλλο σημείο του σώματός του στο έδαφος. Μόλις φέρει τη μπάρα πάνω από το κεφάλι του, θα πρέπει να παραμείνει ακίνητος με τεντωμένα τόσο τα χέρια όσο και τα πόδια του, ενώ η μπάρα με το σώμα του θα πρέπει να βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο.



Σε ό,τι αφορά το Επολέ-Ζετέ, που ακολουθεί ως δεύτερο σκέλος, χωρίζεται σε δύο φάσεις. Στην πρώτη ο αθλητής, με μια κίνηση φέρνει τη μπάρα με τα βάρη στους ώμους του και σταματά για λίγο εκεί. Στη δεύτερη, πρέπει να φέρει τη μπάρα πάνω από το κεφάλι του και να τη διατηρήσει εκεί με σταθερότητα μέχρις ότου οι κριτές να του επιτρέψουν να την αφήσει να πέσει.



Τη στιγμή που ανυψώνει τα βάρη στη δεύτερη φάση του ζετέ, ο αθλητής λυγίζει τα γόνατά του για να έχει καλύτερο στήριγμα, ενώ ταυτόχρονα τεντώνει κάθετα προς τα πάνω τα χέρια του για να φέρει τη μπάρα πάνω από το κεφάλι του.



Ο αθλητής ακυρώνεται εφόσον του πέσει η μπάρα στην προσπάθεια να τη φέρει πάνω από το κεφάλι του, ή εάν τη στιγμή που έχει σηκώσει τα βάρη δεν μπορέσει να παραμείνει ακίνητος, έστω για ελάχιστα δευτερόλεπτα.



Οι αθλητές και οι αθλήτριες ζυγίζονται λίγο πριν από την έναρξη του αγώνα και αυτό μπορεί να παίξει πολύ σημαντικό ρόλο, αφού σε περίπτωση ισοβαθμίας δυο αθλητών, υπερτερεί ο ελαφρύτερος.

Οι αθλητές και οι αθλήτριες χωρίζονται σε κατηγορίες ανάλογα με το σωματικό βάρος τους.



Στους Ολυμπιακούς Αγώνες τα μετάλλια απονέμονται αποκλειστικά με βάση το σύνολο των κιλών που θα σηκώσει ένας αθλητής. Oμως, στα παγκόσμια και ηπειρωτικά πρωταθλήματα η κάθε κίνηση χαρίζει και ξεχωριστό μετάλλιο. Eτσι, από το 1924 τα μετάλλια τα οποία μοιράζονταν στα Παγκόσμια Πρωταθλήματα έγιναν πέντε στις εξής κινήσεις: ντεβελοπέ, αρασέ και ζετέ με το ένα χέρι, αρασέ και ζετέ με τα δύο χέρια. Από το 1928 και έως και το 1972 οι κινήσεις περιορίζονται σε τρεις: ντεβελοπέ, αρασέ και ζετέ με τα δύο χέρια. Μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου το ντεβελοπέ καταργήθηκε και το άθλημα της Aρσης Βαρών διεξάγεται με τη σύγχρονη μορφή του και οι αθλητές αγωνίζονται στο αρασέ, το ζετέ και το σύνολο. Σε κάθε κίνηση ο αθλητής έχει δικαίωμα να εκτελέσει τρεις προσπάθειες.



Σε σχέση με τους Αγώνες της Αθήνας, η μοναδική διαφοροποίηση έχει να κάνει με τον «κανονισμό του ενός κιλού». Εως το 2005, οι αθλητές υποχρεούνταν να βάζουν στη μπάρα αριθμό κιλών πολλαπλάσιο του 2,5 εκτός κι αν προσπαθούσαν να καταρρίψουν ρεκόρ όπου μπορούσαν να προσθέσουν ακόμη και μισό κιλό. Με τον κανονισμό που επικυρώθηκε στο ετήσιο συνέδριο της IWF τον Μάρτιο του, η αύξηση του βάρους γίνεται πλέον κατά ένα κιλό κι αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τροποποιηθούν όλα τα παγκόσμια ρεκόρ που υφίσταντο μέχρι τότε. Στις περιπτώσεις που τα ρεκόρ ήταν σε δεκαδικούς αριθμούς, αντικαταστάθηκαν με ακέραιους.




Ο εξοπλισμός των αθλητών



Οι αθλητές και οι αθλήτριες εκτός από την αθλητική εμφάνισή τους, που μοιάζει με ολόσωμο μαγιό, φορούν συνήθως και μια ζώνη για να προστατεύει τη μέση τους, κατά τη διάρκεια της ανύψωσης των βαρών. Επίσης, φορούν ειδικά αθλητικά παπούτσια για να έχουν καλύτερα πατήματα πάνω στο πλατό.




Η ορολογία της Άρσης Βαρών




Πλατό: Ο χώρος, στον οποίο διεξάγονται οι αγώνες. Πρόκειται για μια τετράγωνη επιφάνεια 4×4 μέτρων, πάνω στην οποία οι αθλητές και οι αθλήτριες πραγματοποιούν τις προσπάθειές τους.



Μπάρα:
Η μεταλλική ράβδος πάνω στην οποία τοποθετούνται οι δίσκοι με τα βάρη, οι οποίοι «κλειδώνουν» με ειδικούς σφιγκτήρες. Η μπάρα στους άνδρες ζυγίζει 20 κιλά και έχει μήκος 2,20 μέτρα, και στις γυναίκες 15 κιλά και 2,10 μέτρα.



Χρονόμετρο Αγώνων:
Το χρονόμετρο το οποίο μετρά αντίστροφα το χρόνο που έχει κάθε αθλητής στη διάθεσή του, μέχρι να αρχίσει την εκτέλεση της προσπάθειάς του. Εφόσον δεν σηκώσει την μπάρα σε ένα λεπτό, ακυρώνεται.



Πίνακας Προσπαθειών:
Πρόκειται για το κεντρικό ταμπλό, που ενημερώνει το κοινό για τις συμμετοχές, την κατάταξη, τα βάρη που έχουν σηκώσει οι αθλητές και γενικώς παρέχει όλες τις βασικές πληροφορίες για την εξέλιξη του αγώνα. Ξεχωριστός πίνακας υπάρχει στο προθερμαντήριο και συνήθως ενημερώνεται από τους προπονητές με μαρκαδόρο, για να παρακολουθούν οι αθλητές, οι οποίοι βρίσκονται εκεί, την εξέλιξη του αγώνα.




Oι μεγάλες μορφές




Πύρρος Δήμας (Ελλάδα)



Ο Πύρρος Δήμας είναι ένας από τους τέσσερις αθλητές στην ιστορία της Άρσης Βαρών που έχουν κατακτήσει τρία χρυσά Ολυμπιακά μετάλλια. Γεννήθηκε στις 13 Οκτωβρίου 1971 στη Χιμάρα της Βορείου Ηπείρου. Έχει ύψος 1,72μ. και είναι αθλητής του Μίλωνα.



Άρχισε τη χρυσοφόρα Ολυμπιακή πορεία του το 1992 στη Βαρκελώνη, λίγους μήνες αφότου απέκτησε την ελληνική υπηκοότητα, αγωνιζόμενος στην κατηγορία των 82,5 κιλών. Τέσσερα χρόνια αργότερα στην Ατλάντα, στην κατηγορία των 83 κιλών, επιβεβαίωσε τον τίτλο του φαβορί κατακτώντας το δεύτερο χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιό του. Στον ίδιο αγώνα πέτυχε δύο παγκόσμια ρεκόρ (180 κιλά στο αρασέ και 392,5 στο σύνολο) τα οποία διαιωνίζονται, καθώς η κατηγορία των 83 κιλών έχει καταργηθεί. Το 2000 στο Σύδνεϋ αγωνίσθηκε στην κατηγορία των 85 κιλών όπου μετά από συγκλονιστικό αγώνα σημείωσε την τρίτη ολυμπιακή νίκη του.

Συγκλόνισε όμως με το χάλκινο μετάλλιο στην Αθήνα (2004) όπου έκλεισε με τον πιο λαμπρό τρόπο την καριέρα του, γνωρίζοντας την αποθέωση στο ολυμπιακό γυμναστήριο της Νίκαιας.



Στην κατοχή του έχει ακόμη τρεις παγκόσμιους τίτλους στο σύνολο (1993, 1995 και 1998) και έναν Ευρωπαϊκό (1995). Έχει αναδειχθεί τέσσερις φορές καλύτερος αθλητής της χρονιάς στο ετήσιο δημοψήφισμα των αθλητικών συντακτών της Ελλάδας (1992, 1993, 1995, 1996). Οι ατομικές επιδόσεις του στο αρασέ είναι 180 κιλά (1999), στο ζετέ 210 κιλά (1998) και στο σύνολο 387,5 κιλά (1998 και 1999). Έχει σπουδάσει σε κλάδο της γεωπονίας, φέρει τον βαθμό του λοχαγού του Πεζικού και είναι παντρεμένος και πατέρας τριών παιδιών.




Ακάκιος Καχιασβίλι (Ελλάδα)



Ο Ακάκιος Καχιασβίλι ανήκει στο «κλαμπ» των τεσσάρων αθλητών που έχουν κατακτήσει τρία χρυσά Ολυμπιακά μετάλλια. Γεννήθηκε στην πόλη Τσινβάλι της Γεωργίας στις 13 Ιουλίου 1969, έχει ύψος 1,74 και ανήκει στον Μίλωνα. Ο πατέρας του είναι Γεωργιανός και η μητέρα του ελληνικής καταγωγής, το γένος Λαμπριανίδη. Ήλθε στην Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1994, είναι πτυχιούχος Πολυτεχνείου και σήμερα υπηρετεί ως αξιωματικός στην Πολεμική Αεροπορία.



Κατέκτησε το πρώτο χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιό του το 1992 στη Βαρκελώνη αγωνιζόμενος με την ομάδα της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών στην κατηγορία των 94 κιλών. Το 1996 στην Ατλάντα αγωνίσθηκε με την Ελλάδα και ανέβηκε στην πρώτη θέση του βάθρου στην κατηγορία των 99 κιλών, καταρρίπτοντας τα παγκόσμια ρεκόρ στο σύνολο με 420 κιλά και στο ζετέ με 235 κιλά.



Στο Σύδνεϋ αγωνίσθηκε πάλι στα 94 κιλά και μετά από συναρπαστική μονομαχία τακτικής και στρατηγικής με τον Πολωνό Ζιμόν Κολέτσκι, χάρισε στην Ελλάδα ακόμη ένα χρυσό μετάλλιο. Δεν τα κατάφερε να πάρει ένα τέταρτο μετάλλιο στην Αθήνα, αφού είχε τρεις άκυρες προσπάθειες και ακυρώθηκε.



Ο Κάχι Καχιασβίλι έχει ακόμη στην πλούσια συλλογή του πέντε παγκόσμιους τίτλους ενώ είναι κάτοχος του παγκόσμιου ρεκόρ του αρασέ στην κατηγορία των 94 κιλών με 188 κιλά από το 1999.




Ναϊμ Σουλεϊμάνογλου (Τουρκία)



Είναι ο πρώτος αθλητής στην ιστορία της άρσης βαρών, ο οποίος ανέβηκε τρεις φορές στην υψηλότερη θέση του Ολυμπιακού βάθρου. Γεννήθηκε στη Βουλγαρία από Τούρκους γονείς. Με ύψος μόλις 1,47 μ. εξ’ ου και το προσωνύμιο «Ηρακλής της τσέπης» έδειξε πολύ νωρίς το ταλέντο του. Σε ηλικία μόλις 15 ετών κατέρριψε το παγκόσμιο ρεκόρ στην κατηγορία των ανδρών και ένα χρόνο αργότερα κατάφερε στην κίνηση του ζετέ να σηκώσει τρεις φορές το βάρος του!



Το 1988 μετακόμισε στην Τουρκία την οποία εκπροσώπησε στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Σεούλ όπου κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο με διαφορά 30 κιλών από τον δεύτερο και κατέρριψε τα παγκόσμια ρεκόρ σε αρασέ και ζετέ. Παρέμεινε ακαταμάχητος και αήττητος επί οκτώμισι χρόνια, μέχρι την ήττα του από τον Βούλγαρο Νικολάι Πεσάλοφ στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1992. Τρεις μήνες αργότερα κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Βαρκελώνης, με διαφορά 15 κιλών από τον Πεσάλοφ. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντα μετά από συγκλονιστική αναμέτρηση με τον Βαλέριο Λεωνίδη (η οποία χαρακτηρίστηκε ως η κορυφαία στην ιστορία του αθλήματος και σημαδεύθηκε από συνεχόμενα παγκόσμια ρεκόρ των δύο αθλητών), κατέκτησε το τρίτο χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιό του.



Το 2000 στο Σίδνευ προσπάθησε να γίνει ο πρώτος αρσιβαρίστας με τέσσερα χρυσά Ολυμπιακά μετάλλια, αλλά απέτυχε τρεις φορές να σηκώσει τα 145 κιλά στο αρασέ και αποκλείστηκε.



Χαλίλ Μουτλού
(Τουρκία)



Γεννημένος στο Πόστνικ της Βουλγαρίας, στις 14 Ιουλίου του 1973, ο μικρόσωμος Τούρκος υπεραθλητής, συμπλήρωσε στην Αθήνα (2004) το καρέ των αρσιβαριστών με τρία συνεχόμενα χρυσά μετάλλια.

Πάντα στα 56 κιλά, ο Μουτλού έκανε περίπατο και ήλπιζε στο Πεκίνο να πάρει το 4ο, αλλά βρέθηκε θετικός σε έλεγχο ντόπινγκ και έχασε δύο χρόνια που τον άφησαν πολύ πίσω.

Στην καριέρα του εκτός από τα τρία χρυσά μετάλλια (1996, 2000 και 2004) σε Ολυμπιακούς Αγώνες, έχει κατακτήσει τον τίτλο σε πέντε παγκόσμια πρωταθλήματα και εννέα ευρωπαϊκά (!) ενώ έχει πετύχει πάνω από 20 παγκόσμια ρεκόρ.



Με ύψος μόλις 1.50, πρόκειται επίσης για γίγαντα τσέπης, αφού άλλωστε ο Σουλεϊμάνογλου ήταν το ίνδαλμά του.




Γιοσινόμπου Μιγιάκι (Ιαπωνία):



O Γιοσινόμπου Μιγιάκι είναι ο καλύτερος Ιάπωνας αρσιβαρίστας όλων των εποχών και ένας από τους κορυφαίους στην ιστορία του αθλήματος. Κατέκτησε δύο χρυσά ολυμπιακά μετάλλια το 1964 και το 1968 και ένα ασημένιο το 1960, στην κατηγορία των 56 κιλών, ενώ ανακηρύχθηκε έξι φορές πρωταθλητής κόσμου και έχει σημειώσει 25 παγκόσμια ρεκόρ.




Ιμρε Φόλντι (Ουγγαρία)



O Ούγγρος Ιμρε Φόλντι είναι ο μοναδικός αρσιβαρίστας με πέντε Ολυμπιακές συμμετοχές. Γεννήθηκε το 1938 και έκανε την πρώτη του Ολυμπιακή εμφάνιση το 1960 στη Ρώμη για να συνεχίσει την Ολυμπιακή καριέρα του το 1964 στο Τόκιο, το 1968 στο Μεξικό, το 1972 στο Μόναχο και να την ολοκληρώσει το 1976 στο Μόντρεαλ σε ηλικία 38 ετών, αγωνιζόμενος πάντοτε στην κατηγορία των 56 κιλών.



Στη Ρώμη κατετάγη 6ος αλλά στο Τόκιο πήγε ως φαβορί για το χρυσό μετάλλιο. Κατάφερε να καταρρίψει το παγκόσμιο ρεκόρ (355 κ.) αλλά ο Ρώσος Αλεξέι Βακόνιν σήκωσε το απίστευτο -εκείνη την εποχή – βάρος των 142,5 κιλών στο ζετέ και πέτυχε νέο παγκόσμιο ρεκόρ στο σύνολο με 357,5 κιλά, κατακτώντας το χρυσό μετάλλιο. Στο Μεξικό ο Φόλντι σήκωσε 367,5 κιλά (ισοφάριση παγκόσμιου ρεκόρ) όσα και ο Ιρανός Mοχάμεντ Νασίρι Σερσέτ αλλά έχασε το χρυσό μετάλλιο λόγω διαφοράς σωματικού βάρους. Το 1972 επιτέλους ανέβηκε στο ψηλότερο σκαλί του Ολυμπιακού βάθρου καταρρίπτοντας το παγκόσμιο ρεκόρ (377,5 κιλά), ενώ το 1976, στο κύκνειο άσμα του, κατετάγη πέμπτος.




Βασίλι Αλεξέγιεφ (Σοβιετική Ενωση)



O γίγαντας της κατηγορίας των υπερβαρέων βαρών o oποίος κυριάρχησε στα πλατό της άρσης βαρών στη δεκαετία του 1970. Γεννήθηκε την 1η Ιουλίου του 1942 στη Ρωσία. Πληθωρικός εντός και εκτός αγωνιστικών χώρων έγινε ο πρώτος άνθρωπος που σήκωσε 600 κιλά σε τρεις κινήσεις (ντεβελοπέ, αρασέ και ζετέ) και 400 κιλά σε δύο κινήσεις (αρασέ και ζετέ). Από το 1970 μέχρι το 1977 κατέρριψε 79 παγκόσμια ρεκόρ ενώ παρέμεινε αήττητος από το 1970 μέχρι το 1978 και επονομάσθηκε «ο δυνατότερος άνθρωπος του κόσμου».



Ο Aλεξέγιεφ έκανε για πρώτη φορά αισθητή την παρουσία του τον Ιανουάριο του 1970 όταν κατέρριψε τα παγκόσμια ρεκόρ στο ντεββελοπέ, στο ζετέ και στο σύνολο και το Μάρτιο έσπασε το φράγμα των 600 κιλών στο σύνολο. Το 1972 στο Μόναχο κατέκτησε το χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο με διαφορά 30 κιλών (640 έναντι 610 σε τρεις κινήσεις) από τον Δυτικογερμανό Ρούντολφ Μάνγκ.



Με την ίδια χαρακτηριστική άνεση κατέκτησε και το δεύτερο χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιό του στο Μόντρεαλ το 1976 ξεπερνώντας κατά 35 κιλά (440 έναντι 405 σε δύο κινήσεις) τον Ανατολικογερμανό Γκέρντ Μπόνκ. Το 1980 στη Μόσχα σε ηλικία 38 ετών και με βάρος 161,7 κιλά επέστρεψε στα πλατό μετά από διετή απουσία λόγω τραυματισμού, αλλά απέτυχε τρεις φορές να σηκώσει τα 180 κιλά στο αρασέ και ακυρώθηκε. Εκτός από τα δύο χρυσά Ολυμπιακά μετάλλια, ο Σοβιετικός αθλητής κατέκτησε και 22 παγκόσμιους τίτλους.




Νόρμπερτ Σεμάνσκι (ΗΠΑ)



O κορυφαίος Αμερικανός αρσιβαρίστας όλων των εποχών και ο μοναδικός αθλητής στην ιστορία του αθλήματος που κατέκτησε τέσσερα Ολυμπιακά μετάλλια ανεβαίνοντας στο βάθρο σε κάθε Ολυμπιακή Διοργάνωση στην οποία συμμετείχε.



Ο Νόρμπερτ Σεμάνσκι, γεννημένος στις 30 Μαΐου του 1924 στο Ντιτρόιτ, ξεχώρισε για τη μαχητικότητά του αλλά και για την ικανότητά του να αγωνίζεται σε διαφορετικές κατηγορίες βάρους με την ίδια επιτυχία. Το 1948 κατέκτησε στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου το ασημένιο μετάλλιο στην κατηγορία των υπερβαρέων βαρών. Το 1952 στο Ελσίνκι αγωνίστηκε στην κατηγορία των μεσαίων βαρέων βαρών (90κ.) και κατέκτησε το χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο. Επανεμφανίστηκε στα Ολυμπιακά πλατό το 1960 στη Ρώμη όπου κατέκτησε το χάλκινο μετάλλιο. Ακολούθως υποβλήθηκε στη δεύτερη εγχείρηση της καριέρας του και παρά το γεγονός ότι οι γιατροί τον συμβούλευσαν να μην αγωνισθεί ξανά, αυτός τους αγνόησε. Το 1964 σε ηλικία 40 ετών συμμετείχε στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Τόκιο και κατέκτησε το χάλκινο μετάλλιο. Στην πρωτεύουσα της Ιαπωνίας έκλεισε την Ολυμπιακή, αλλά όχι την αθλητική καριέρα του.



Ο Σεμάνσκι συνέχισε να αγωνίζεται μέχρι το 1972 συμπληρώνοντας 26 χρόνια Ολυμπιακής καριέρας.




Η ελληνική παρουσία στους Ολυμπιακούς Αγώνες



Η πρώτη εμφάνιση της Ελλάδας στους Ολυμπιακούς Αγώνες κατεγράφη το 1896 στην Αθήνα, όπου μάλιστα οι Έλληνες πρωταθλητές κατέκτησαν δύο χάλκινα μετάλλια. Η ελληνική συμμετοχή υπήρξε αξιόλογη τόσο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σεντ Λούις όσο και στη «Μεσοoλυμπιάδα», αλλά από τότε αρχίζει μια μακρά περίοδος απουσίας, η οποία τερματίζεται το 1968 στο Μεξικό, με την επανεμφάνιση Ελλήνων αθλητών.



Το 1992 στη Βαρκελώνη, με την κατάκτηση του χρυσού Ολυμπιακού μεταλλίου από τον Πύρρο Δήμα ήρθε η έκρηξη για την ελληνική άρση βαρών με τις επιτυχίες να διαδέχονται η μία την άλλη, τόσο στους επόμενους Ολυμπιακούς (κυρίως Ατλάντα και Σίδνεϊ) όσο και στα παγκόσμια πρωταθλήματα. Συνολικά στην ιστορία των Ολυμπιακών Αγώνων, η Ελλάδα έχει κατακτήσει έξι χρυσά, πέντε αργυρά και τέσσερα χάλκινα μετάλλια. Ο μεγαλύτερος αθλητής όλων των εποχών για τη χώρα μας (αλλά και από τους μεγαλύτερους παγκοσμίως) είναι ο Πύρρος Δήμας όπου κατέκτησε τρία χρυσά μετάλλια (1992, 1996, 2000) και ένα χάλκινο (2004).



Ενώ έχει και τις περισσότερες ολυμπιακές συμμετοχές, μαζί με τον Νίκο Ηλιάδη ο οποίος αγωνίστηκε επίσης σε τέσσερις διοργανώσεις (1972, 1976, 1980, 1984).



Αναλυτικά η παρουσία των Ελλήνων και Ελληνίδων (από το 2000) αθλητών που έχουν κατακτήσει μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες:




Άνδρες




1896-Αθήνα



Άρση με ένα χέρι

3ος Αλέξανδρος Νικολόπουλος, 57 κιλά



Άρση με δύο χέρια



3ος Σωτήρης Βέρσης, 90 κιλά




1904 – Σεντ Λούις



Άρση με δύο χέρια



1ος Περικλής Κακούσης, 111,7 κιλά




1992 – Βαρκελώνη



Κατηγορία 82,5 κιλών



1ος Πύρρος Δήμας, 370 κιλά




1996 / Ατλάντα



Κατηγορία 59 κιλών



2ος Λεωνίδας Σαμπάνης, 305 κιλά



Κατηγορία 64 κιλών



2ος Βαλέριος Λεωνίδης, 332,5 κιλά



Κατηγορία 83 κιλών



1ος Πύρρος Δήμας, 392, 5 κιλά



Κατηγορία 91 κιλών



2ος Λεωνίδας Κόκκας, 390 κιλά



Κατηγορία 99 κιλών



1ος Ακάκιος Κακιασβίλι, 420 κιλά




2000/ Σύδνεϋ



Κατηγορία 62 κιλών



2ος Λεωνίδας Σαμπάνης, 317 κιλά



Κατηγορία 77 κιλών



2ος Βίκτωρ Μήτρου, 367,5 κιλά



Κατηγορία 85 κιλών



1ος Πύρρος Δήμας, 390 κιλά



Κατηγορία 94 κιλών



1ος Ακάκιος Καχιασβίλι, 405 κιλά




Αθήνα – 2004



Κατηγορία 85 κιλών



3ος Πύρρος Δήμας, 377.5 κιλά




Γυναίκες

2000/ Σιδνέϊ



Κατηγορία 63 κιλών



3η Ιωάννα Χατζηιωάννου, 222,5 κιλά



Κατηγορία 69 κιλών



11η Μαρία Τάτση, 220 κιλά



Οι νικητές στην Αθήνα



Τα χρυσά μετάλλια στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 κατέκτησαν οι:




Ανδρες:



+105 κιλά: Χουσέιν Ρεζά Ζαντέχ (Ιράν)



-56 κιλά: Χαλίλ Μουτλού (Τουρκία)



105 κιλά: Ντμίτρι Μπερεστόφ (Ρωσία)



62 κιλά: Ζιγιόνγκ Σί (Κίνα)



69 κιλά: Γκουοζέν Ζάνγκ (Κίνα)



77 κιλά: Τανέρ Σαγκίρ (Τουρκία)



85 κιλά: Γκιόργκι Ασανίτζε (Γεωργία)



94 κιλά: Μίλεν Ντόμπρεφ (Βουλγαρία).




Γυναίκες:



+75 κιλά: Γκονχόνγκ Τάνγκ (Κίνα),



48 κιλά: Νουρσάν Ταϊλάν (Τουρκία)



53 κιλά: Ουντοπρόμ Πόλσακ (Ταϊλάνδη)



58 κιλά: Γιανκίνγ Τσέν (Κίνα)



63 κιλά: Ναταλία Σκακούν (Ουκρανία)



69 κιλά: Τσανχόνγκ Λιού (Κίνα)



75 κιλά: Παβίνα Τόνγκσουγκ (Ταϊλάνδη)




Πρόγραμμα-Ελληνικές συμμετοχές



Την ελληνική αποστολή στο Πεκίνο απαρτίζουν ο Κώστας Γκαρίπης (94 κιλά), ο Αναστάσιος Τριανταφύλλου (94 κιλά), ο Νίκος Κουρτίδης (105 κιλά) και η Βικτώρια Μαυρίδου (+75 κιλά). Οι αγώνες της άρσης βαρών θα διεξαχθούν από 9-19 Αυγούστου.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ