STOIXIMAN GBL

Οκτώ χρόνια χωρίς τον Αλφόνσο Φορντ

INTIME SPORTS

Οκτώ χρόνια έχουν περάσει από εκείνη τη μαύρη και άραχλη μέρα, ωστόσο κάθε φορά που το ημερολόγιο γράφει 4 Σεπτεμβρίου η όψη του αείμνηστου Αλφόνσο Φορντ χτυπά την πόρτα των αναμνήσεών μας και μάς σμπαραλιάζει.

Α ρε Στέφανε! Σε τι συναισθηματικούς μπελάδες με έβαλες; Οκτώ χρόνια έχουν περάσει από εκείνη τη μαύρη και άραχλη μέρα, ωστόσο κάθε φορά που το ημερολόγιο γράφει 4 Σεπτεμβρίου η όψη του αείμνηστου Αλφόνσο Φορντ χτυπά την πόρτα των αναμνήσεών μας και μάς σμπαραλιάζει.

Δεν μας φτάνει η στενοχώρια μας, που γίνεται ακόμη πιο έντονη όσο πολλαπλασιάζονται τα «R.I.P.» στο «Facebook» και στο «Twitter», αλήθεια, πόσο εύκολο είναι να γράψει κανείς ένα κείμενο για έναν αδικοχαμένο φίλο;

Το επεχείρησα τον Σεπτέμβριο του 2004, πιο πιτσιρικάς, αλλά και τώρα που δοκιμάζω, κλαίει όλο μου το είναι, γαμώ το κέρατό μου… «Για στάσου, όμως, ρε Κώστα», μού φωνάζει ενοχλημένο το υποσυνείδητό μου, που θυμάται όσο και εγώ τον μεγάλο αθλητή και άνθρωπο Αλ. «Σε έναν τόσο ωραίο τύπο, που φιλοξενούσε μόνο χαμόγελα στο πρόσωπό του, γιατί πρέπει σώνει και καλά να ξαναγράψεις επικήδειο; Γράψε ένα κείμενο, που θα βοηθήσει τους νεότερους να μάθουν τι άνθρωπος ήταν ο Αλφόνσο Φορντ. Τι του άρεσε, ποιους συμπαθούσε; Ποιες ήταν οι τελευταίες σκέψεις του». Συμφώνησα γρήγορα και άρχισα να χτυπάω τα πλήκτρα με ελαφρώς βελτιωμένη διάθεση.

Να μην το ξεχάσω. Την Κυριακή (9 Σεπτεμβρίου) στις 20.30, στο ιστορικό «σαλούν», στου Παπάγου, θα διεξαχθεί αγώνας στη μνήμη ενός εκ των μεγαλύτερων σκόρερ των ευρωπαϊκών γηπέδων, που έδωσε μάλιστα το όνομά του στο βραβείο που απονέμεται κάθε χρόνο στον πρώτο σκόρερ της Ευρωλίγκας. Την ξεχωριστή αυτή βραδιά διοργανώνει ο Α.Σ. Παπάγου και το παιχνίδι θα γίνει μεταξύ συμπαικτών του Αλ στον Παπάγου και επίλεκτων συμπαικτών του στο Σπόρτιγκ, το Περιστέρι και τον Ολυμπιακό. Να ‘μαστε όλοι εκεί…

Τι ήθελα και θυμήθηκα το βραβείο «Αλφόνσο Φορντ»; Την πρώτη φορά που απονεμήθηκε στο Φάιναλ Φορ της Μόσχας (για την ιστορία το είχε κερδίσει ο Αμερικανός Τσαρλς Σμιθ) με πλησίασε η σύζυγός του Πόλα και εμφανώς συγκινημένη –σχεδόν υποβασταζόμενη- μου είχε ψιθυρίσει με τρεμάμενη φωνή «I know you» («σε ξέρω εσένα»). Ως εκείνη τη στιγμή, ήμουν ψύχραιμος, αλλά τότε έσπασα, κρύφτηκα πίσω από μια κολώνα για να κρύψω τα δάκρυά μου, πήρα μερικές ανάσες και επέστρεψα για την ολοκλήρωση της απονομής των ατομικών διακρίσεων προς τους κορυφαίους της χρονιάς.

« Πότε θα πάμε για μπιλιάρδο;», με προκαλούσε μετά τους αγώνες του Περιστερίου. Τον ήξερα φυσικά από πριν, είχαμε γνωριστεί καλά από την πρώτη χρονιά του στου Παπάγου και αργότερα στο Σπόρτιγκ, αλλά οι Αμερικανοί δεν σού ανοίγονται ποτέ από τον πρώτο χρόνο. Εχοντας βιώσει τον ρατσισμό (ειδικά σε Πολιτείες όπως ο Μισισιπής), είναι γενικώς καχύποπτοι με τους λευκούς και ειδικά με τους δημοσιογράφους έχουν φοβίες, επομένως μπορεί να πάρει και αρκετά χρόνια για να κερδίσεις την εμπιστοσύνη τους.

Τόσα, ώστε να σε θεωρούν φίλο τους και να σε προσκαλούν για μια παρτίδα μπιλιάρδου στο γνωστό στέκι στη Γλυφάδα. « I ‘ll whoop yo’ ass», κοινώς «θα σου κόψω τον κ@λο», ήταν η μόνιμη απειλή του, αλλά πάντα –μα πάντα- έχανε στο αμερικανικό μπιλιάρδο. Και όταν έχανε… πέθαινε, στον δρόμο δεν μιλούσε, παρά μόνο διέκοπτε τη σιωπή του από σεβασμό, όταν έπρεπε να ευχαριστήσει τους περαστικούς για τα κολακευτικά λόγια τους και τις προτροπές τους « μεγάλε Αλφόνσο, έλα στην τάδε ή στη δείνα ομάδα». Σιχαινόταν να χάνει, όχι μόνο στους αγώνες μπάσκετ, αλλά σε οτιδήποτε έκρυβε στοιχεία ανταγωνισμού.

Οσο για τα φιλαράκια του; Λίγα και καλά. Λιμνιάτης, Υφαντής και κάποιοι ακόμη στον Παπάγου, για τον Σπόρτιγκ ομολογώ πως δεν μου είχε αναφέρει κάποια ονόματα, ενώ έκανε πάντα τρυφερές σκέψεις για την παλιοπαρέα του Περιστερίου και ειδικά για τον Παπαμακάριο, τον «Τσατσάρα» (έτσι φώναζε τον Τσαρτσαρή – «έχει δύσκολο επώνυμο», μου έλεγε), τον Πελεκάνο και τον Κρητικό. Τι το ήθελαν Παπαμακάριος και Τσαρτσαρής να προκαλέσουν τον συχωρεμένο σε σουτ από το κέντρο σε μια προπόνηση του Περιστερίου; « Σου ορκίζομαι πως ο Αλ έβαλε τέσσερα στα τέσσερα και εμείς ένα και μετά βίας», μού είχε εκμυστηρευτεί ο Μανόλης.

Και η σχέση του με τον Αργύρη Πεδουλάκη, όμως, ήταν μνημειώδης. « Ο Αργύρης έγινε ο δεύτερος… πατέρας μου. Κανείς δεν μου έχει συμπεριφερθεί με αυτόν τον τρόπο. Ηταν ειλικρινής και με προστάτευε από τις αντιξοότητες. Μου έλεγε ότι την ώρα του αγώνα, θα ήμουν μόνος μου και ότι οι διαιτητές θα με άφηναν ακάλυπτο. Και είχε δίκιο», μού είχε παραπονεθεί σε μια συνέντευξη για το «Βήμα». Τον «έτρωγε» αυτό τον Αλ. Οι διαιτητές θα τον σέβονταν περισσότερο αν έπαιζε (περισσότερα χρόνια) στον Ολυμπιακό ή στον Παναθηναϊκό.

Στο Φάιναλ Φορ της Βαρκελώνης το 2003, είχε τρομερά κέφια. Στο ζέσταμα του ημιτελικού της τότε ομάδας του, της Σιένα, απέναντι στην Μπενετόν Τρεβίζο του Μεσίνα, είχε όρεξη για πλάκες, τις οποίες συνέχιζε ακόμη και όσο καθόταν στον πάγκο. Απλώς έκρυβε το δικό του γέλιο, μιλούσε μέσα από τα δόντια του, στράβωνε το στόμα του και άφηνε τους συμπαίκτες του να πέφτουν κάτω από τα γέλια. « Βλέπεις αυτό τον κύριο με την ομορφούλα; Για τα λεφτά του τον έχει», μού είπε γνέφοντας προς την πλευρά ενός μεσήλικα, που περπατούσε κουνιστός και λυγιστός με την παρτενέρ του. Τίποτε δεν άφηνε να περάσει ασχολίαστο ο άτιμος…

Μερικές εβδομάδες νωρίτερα, και ενώ συζητούσαμε στο λόμπι του τότε «Holiday Inn» (νυν «Crowne Plaza») στη Μιχαλακοπούλου, πριν από το ευρωπαϊκό ματς της Σιένα με τον Παναθηναϊκό, είχα καταλάβει ότι Αλφόνσο και χρήμα δεν πήγαιναν μαζί, εξ ου και το ειρωνικό σχόλιο με στόχο τη δεσποινίδα. « Τι να τα κάνω τα λεφτά; Στον Μισισιπή με 200.000 δολάρια αγοράζεις παλάτι και ξέρεις πολύ καλά ότι από τη Σιένα πήρα έξι φορές περισσότερα. Οσο για τη Mercedes που ήθελα κάποτε να αποκτήσω, το μετάνιωσα. Τι θα λέγανε για μένα; Αυτός για να έχει τέτοιο αμάξι, μάλλον νταβατζής θα είναι», αστειευόταν.

Ηθελε, βλέπετε, να είναι σεμνός, να μην προκαλεί, να κοιτάζει τη δουλειά του, να κάνει τους συμπαίκτες και τους φίλους του χαμογελαστούς και να οπλίσει τον γιο του Αλφόνσο Τζούνιορ με αρχές και ιδανικά. Δεν πρόλαβε, όμως. Το δικό του καντήλι έσβησε πολύ νωρίς, δεν είχε κλείσει ούτε τα 33, όταν τον αποτελείωσε η λευχαιμία, που τον είχε επισκεφτεί και μερικά χρόνια πριν. Εμείς, πάντως, θα τον θυμόμαστε να είναι με το χαμόγελο στα χείλη και αν δούμε μια πεταλουδίτσα να φτερουγίζει στο «σαλούν» την Κυριακή, να είμαστε σίγουροι ότι θα είναι η ψυχή του μεγάλου Αλ.

Και επειδή από τον Μισισιπή, δεν κατάγονται σπουδαίοι ράπερ, διάλεξα ένα τραγούδι των Outkast από τη γειτονική Τζόρτζια, για να του αφιερώσω. Το Player’s Ball. Είμαι σίγουρος πως και εκείνος θα επέλεγε κάτι από South και όχι από τις παραδοσιακές East or West Coast. Ελπίζω να του αρέσει και να «τσιτώσει» την ένταση εκεί ψηλά…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ