Ο κόουτς Σούλης, ένας κύριος των παρκέ μα πάνω απ’ όλα ένας gentleman της ζωής

Ένα αντίο σε έναν σπουδαίο προπονητή μα πάνω απ’ όλα άνθρωπο, τον κόουτς Σούλη Μαρκόπουλο. Γράφει ο Θωμάς Μίχος.
Η σημερινή μέρα ξημέρωσε με μια είδηση που κανείς δεν ήθελε να πιστέψει. Ο Σούλης Μαρκόπουλος έφυγε από τη ζωή.
Για τον προπονητή Σούλη Μαρκόπουλο υπάρχουν πολλοί, πολύ πιο ειδικοί από εμένα, που μπορούν να μιλήσουν. Υπάρχουν άνθρωποι που έζησαν μαζί του για χρόνια μέσα στα γήπεδα, παίκτες που τον είχαν προπονητή, συνεργάτες, παράγοντες, δημοσιογράφοι. Υπάρχει, άλλωστε, η ίδια η καριέρα του. Μια καριέρα που αποτελεί παρακαταθήκη για το ελληνικό μπάσκετ και δεν πρόκειται να ξεχαστεί.
Εγώ, όμως, θέλω να σταθώ στον άνθρωπο.
Στον Σούλη Μαρκόπουλο όπως τον γνώρισα εγώ. Γιατί ο Σούλης ήταν ένας κύριος με “Κ” κεφαλαίο. Ένας άνθρωπος που ήταν ίδιος μπροστά και πίσω από τα φώτα. Που δεν χρειάστηκε ποτέ το παραμικρό ίχνος τουπέ για να επιβεβαιώσει ποιος είναι και τι έχει πετύχει. Ίσως γιατί δεν είχε ανάγκη να αποδείξει τίποτα σε κανέναν.
Λόγω της δουλειάς, οι δρόμοι μας διασταυρώθηκαν αρκετές φορές στα γήπεδα. Η πρώτη, μάλιστα, ήταν ιδιαίτερη για εμένα. Ο Σούλης Μαρκόπουλος ήταν ο άνθρωπος που έμελλε να μου δώσει την πρώτη μου τηλεοπτική συνέντευξη σε live αγώνα, όταν για λογαριασμό της Nova βρισκόμουν δίπλα στον πάγκο του ΠΑΟΚ.
Ήταν από εκείνες τις στιγμές που, χωρίς να το καταλαβαίνεις εκείνη την ώρα, κρατάς μέσα σου για πάντα.
Τον παρατηρούσα να καθοδηγεί την ομάδα του και λίγο αργότερα να στέκεται μπροστά στο μικρόφωνο. Ήρεμος, συγκροτημένος, απόλυτα προσηλωμένος σε αυτό που έκανε. Ένας άνθρωπος που σου έδειχνε χωρίς να χρειάζεται να σου πει τίποτα πώς πρέπει να στέκεσαι απέναντι στο άθλημα, στη δουλειά και στους ανθρώπους.
Χρόνια αργότερα και πιο συγκεκριμένα τον Απρίλιο του 2025, οι δρόμοι μας συναντήθηκαν ξανά. Και έμελλε να είναι η τελευταία συνέντευξη που έδωσε.
Τον συναντήσαμε μαζί με τον συνάδελφο Γιάννη Πάγκο. Και θα θυμάμαι πάντα όχι μόνο όσα μας είπε μπροστά στην κάμερα, αλλά κυρίως όσα έγιναν πριν αυτή ανοίξει.
Από τις πρώτες κιόλας κουβέντες, πριν ξεκινήσει η συνέντευξη, καταλάβαινες με ποιον άνθρωπο είχες απέναντί σου. Δεν υπήρχε απόσταση. Δεν υπήρχε “εγώ είμαι ο Μαρκόπουλος”. Υπήρχε ένας άνθρωπος που σε αντιμετώπιζε με σεβασμό, που σε άκουγε, που ήθελε να συζητήσει μαζί σου.
Ένας gentleman.
Όχι μόνο των παρκέ. Gentleman της ίδιας της ζωής.
Αυτό ήταν, για μένα, το μεγάλο μάθημα του Σούλη Μαρκόπουλου. Ότι μπορείς να έχεις μια διαδρομή γεμάτη επιτυχίες, να έχεις γράψει τη δική σου ιστορία, να έχεις περάσει από μεγάλες ομάδες και να έχεις κερδίσει τον σεβασμό ενός ολόκληρου χώρου και παρ’ όλα αυτά να παραμένεις ο ίδιος άνθρωπος.
Να μην αφήσεις ποτέ το “εγώ” να ξεπεράσει το “εμείς”.
Ο Σούλης Μαρκόπουλος δεν ήταν μόνο ένας προπονητής που κρινόταν για νίκες, ήττες, συστήματα και αποτελέσματα. Ήταν ένας άνθρωπος που ενέπνεε. Και αυτό, ίσως, είναι η μεγαλύτερη επιτυχία ενός προπονητή.
Ακόμη και μετά την ουσιαστική αποχώρησή του από την προπονητική, παρέμεινε κοντά στο μπάσκετ. Δεν το εγκατέλειψε ποτέ. Έφτιαξε τη δική του ακαδημία, ασχολήθηκε με τα νέα παιδιά, παρακολουθούσε αγώνες όποτε του δινόταν η ευκαιρία. Γιατί το μπάσκετ δεν ήταν απλώς η δουλειά του. Ήταν κομμάτι της ζωής του.
Και την ίδια στιγμή, υπήρχε η οικογένειά του. Η κόρη του, ο γιος του, τα εγγόνια του, οι άνθρωποί του. Εκεί όπου πραγματικά φαινόταν ένας άλλος Σούλης. Ο άνθρωπος που μπορούσες να συναντήσεις στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, να περπατά μαζί τους και να απολαμβάνει απλές στιγμές. Μακριά από τους πάγκους, τα φώτα και την πίεση του πρωταθλητισμού.
Ίσως αυτό να είναι και το πιο σημαντικό.
Ο Σούλης Μαρκόπουλος κατάφερε να περάσει από τόσα γήπεδα, να δουλέψει σε τόσες ομάδες, να ζήσει τόσες διαφορετικές εποχές του ελληνικού μπάσκετ και να φύγει έχοντας αφήσει πίσω του ανθρώπους που τον αγαπούσαν.
Για πολλούς δεν ήταν απλώς ο Μαρκόπουλος.
Ήταν ο “κόουτς”.
Και αυτό το “κόουτς” δεν είχε να κάνει μόνο με την προπονητική του ιδιότητα. Είχε να κάνει με τον τρόπο που τον ένιωθαν οι άνθρωποι γύρω του. Με τον σεβασμό που ενέπνεε. Με την ηρεμία του. Με την αξιοπρέπειά του. Με εκείνη τη σπάνια ποιότητα ανθρώπων που δεν χρειάζεται να υψώσουν τη φωνή τους για να τους προσέξεις.
Η προπονητική του παρακαταθήκη θα μείνει. Θα καταγραφεί, θα αναλυθεί, θα θυμούνται τις ομάδες, τις επιτυχίες, τους παίκτες που ανέδειξε, τις στιγμές του στα παρκέ.
Εγώ, όμως, θα θυμάμαι έναν άνθρωπο.
Τον άνθρωπο που από την πρώτη επαφή σε κέρδιζε χωρίς να προσπαθεί. Που σου έδειχνε τι σημαίνει σεβασμός και ταπεινότητα. Που ήταν ίδιος απέναντι σε όλους. Που δεν έβαλε ποτέ τον εαυτό του πάνω από τους ανθρώπους γύρω του.
Έναν κύριο των παρκέ.
Και, πάνω απ’ όλα, έναν gentleman της ζωής.
Καλό ταξίδι, κόουτς.