EUROLEAGUE

Ο Μπατίστ και το “σπίτι” του

INTIME SPORTS

Η επίσημη ιστοσελίδα της Euroleague φιλοξενεί εκτενές αφιέρωμα στην καριέρα του Μάικ Μπατίστ, εστιάζοντας στα όσα -εντυπωσιακά- έκανε με τη φανέλα του Παναθηναϊκού.

Στις 18 Οκτωβρίου 2000, στην πρώτη φάση της Euroleague, δύο μέρες μετά το πρώτο παιχνίδι του νέου θεσμού που ιδρύθηκε, η Σαρλερουά κέρδισε την Αγία Πετρούπολη με 80-68. Ο Μάικ Μπατίστ, παντελώς άγνωστος στο ευρωπαϊκό κοινό, πέτυχε 16 πόντους και μάζεψε 8 ριμπάουντ, για λογαριασμό των νικητών. Ήταν η απαρχή μίας λαμπρής καριέρας.

Ο Αμερικανός σέντερ τελείωσε εκείνη τη σεζόν έχοντας 16.1 πόντους και 9.2 ριμπάουντ, με αποτέλεσμα ομάδες από μεγαλύτερα πρωταθλήματα να στρέψουν την προσοχή τους προς αυτόν. Η Μπιέλα δεν ήταν ισχυρή στην Ιταλία, αλλά το εγχώριο πρωτάθλημα ήταν σίγουρα πιο ανταγωνιστικό από αυτό του Βελγίου. Στην Ιταλία, είχε 12.4 πόντους και 7.2 ριμπάουντ.

Τότε ήταν η στιγμή που βρήκε μια ευκαιρία που δεν είχε όταν έπαιζε στο Long Beach (25.1 πόντοι) και το Arizona State (12, 15.3 και 16.7 πόντοι): τον κάλεσαν οι Μέμφις Γκρίζλις. Δεν δίστασε, είπε το “ναι” και σε 75 παιχνίδια, είχε 6.4 πόντους και 3.2 ριμπάουντ ανά παιχνίδι.

Αναγεννήθηκε στην Αθήνα

Μέχρις εκείνη τη στιγμή, ο Μάικλ Τζέιμς Μπατίστ (γεννημένος στο Long Beach, στις 21 Νοεμβρίου 1977) ήταν ένας καλός παίκτης με ταλέντο, αλλά για κάποιους λόγους δεν το είχε εκμεταλλευτεί στο έπακρο. Έπρεπε να ταξιδέψει πίσω στην Ευρώπη, αυτή τη φορά για τον Παναθηναϊκό, προκειμένου να ανέβει επίπεδο. Ο προπονητής των “πρασίνων”, Ζέλικο Ομπράντοβιτς, είχε ήδη κατακτήσει δύο φορές την Euroleague (2000 και 2002), και έψαχνε για έναν ευέλικτο ψηλό, που μπορούσε να σκοράρει κοντά στο καλάθι, από μέση απόσταση και να μαζεύει τα ριμπάουντ.

Έστρεψε το βλέμμα του προς τον Μπατίστα, που ήταν η “κόπια” από σωματική άποψη, του Κορνίλιους Τόμσον, του ψηλού που κοούτσαρε στη Μπανταλόνα, τη δεκαετία του 1990 και ο ήρωας της ομάδας που κατέκτησε τον τίτλο του Πρωταθλητή Ευρώπης, το 1994 χάρη στο τρίποντο που πέτυχε στον τελικό.

Ο Τόμσον ήταν 2μ03, ένα μόλις εκατοστό πιο κοντός από τον Μπατίστ, και είχε αφενός τρομερά χέρια, αφετέρου μεγάλη έφεση στα ριμπάουντ. Ο Ομπράντοβιτς βρήκε στο πρόσωπό του πρώην παίκτη της Σαρλερουά αυτό που έψαχνε.

Στην πρώτη του χρονιά στον Παναθηναϊκό, οι αριθμοί του ήταν μέτριοι (7.9 πόντοι και 3.2 ριμπάουντ), αλλά ο Σέρβος προπονητής ήταν χαρούμενος. Την επόμενη χρονιά (2004-05), η Μπατίστ ανέβασε τους αριθμούς του (11.4 πόντοι και 4.8 ριμπάουντ), κάνοντας το ίδιο και τη μεθεπόμενη (13.3 πόντοι και 6.6 ριμπάουντ).

Το νταμπλ στην Ελλάδα συνέχισε να έρχεται, αλλά οι φίλοι της ομάδας ήθελαν ακόμη μία Euroleague. Ήρθε το 2007, στο Final Four της Αθήνας, και τον τελικό με την ΤΣΣΚΑ Μόσχας (93-91). Σε εκείνο το παιχνίδι, ο Μπατίστ είχε 12 πόντους και 5 ριμπάουντ, ενώ στον ημιτελικό μέτρησε 15 πόντους και 12 ριμπάουντ. Μαζί με τους Ντέγιαν Τομάσεβιτς και Κώστα Τσαρτσαρή, ήταν κομμάτι του “τοίχου” που έφτιαξε ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς στην άμυνα, με ταυτόχρονη προσφορά στην επίθεση.

Δεν ήταν ένας τυπικός σέντερ. Τα φυσικά προσόντα μπορεί να τον τοποθετούσαν περισσότερο στη θέση “4”, αλλά η ικανότητα στα ριμπάουντ, η έκτη αίσθηση που του έλεγε που θα καταλήξει η μπάλα και η παρουσία του κάτω από τα καλάθια, τον κατέστησαν χρήσιμο. Ήταν, επίσης, πολύ καλός στα επιθετικά ριμπάουντ, που τον βοηθούσε να καλύψει το υψομετρικό μειονέκτημα. Αυτό το μειονέκτημα καλυπτόταν, παράλληλα, από το μπασκετικό IQ, την τεχνική, την ταχύτητα και το σουτ του. Με μια πρώτη ματιά δεν τρόμαζε τον αντίπαλο, αλλά στην πορεία όλοι έβλεπαν έναν επικίνδυνο αντίπαλο και έναν πανέξυπνο ψηλό.

Μετά από μια κακή χρονιά (2007-08), όπου ήρθε ο αποκλεισμός από τα πλέι οφ, την επόμενη (2008-09) ήρθε η κατάκτηση του τίτλου, με το δίδυμο των Μάικ Μπατίστ και Νίκολα Πέκοβιτς να ξεχωρίζει. Το “τριφύλλι” κέρδισε -στον ημιτελικό- τον Ολυμπιακό (84-82), με τον Σέρβο να έχει 20 πόντους και 2 ριμπάουντ και τον Αμερικανό 19 πόντους και 6 ριμπάουντ.

Στον τελικό, κόντρα στην ΤΣΣΚΑ για άλλη μια φορά, η νίκη ήρθε (73-71), αλλά κανείς εκ των δύο δεν ήταν εντυπωσιακός (είχαν από 6 πόντους), αλλά η ποιότητα και οι επιλογές που είχε ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς απέδειξαν πως η νίκη μπορεί να έρθει κάτω από οιεσδήποτε συνθήκες. Σε εκείνη την αναμέτρηση, κορυφαίοι ήταν οι Βασίλης Σπανούλης (13 πόντοι), Αντώνης Φώτσης (13΄πόντοι), Σαρούνας Γιασικεβίτσιους (10 πόντοι) και Ντρου Νίκολας (7 πόντοι), οι οποίοι συνεισέφεραν στο 48.1% στα σουτ τριών πόντων.

Δύο χρόνια μετά, στη Βαρκελώνη, ο Μάικ Μπατίστ κατέκτησε την τρίτη Euroleague της καριέρας του. Είχε 16 πόντους και 6 ριμπάουντ απέναντι στη Σιένα, στον ημιτελικό. Δεν έχασε σουτ, έχοντας 5/5 δίποντα. Στον τελικό, με αντίπαλο τη Μακάμπι, “έλαμψε” ξανά, οδηγώντας τον Παναθηναϊκό σε νίκη, με 78-70. Σε 24 λεπτά συμμετοχής είχε 18 πόντους με 7/10 δίποντα, συν 6 ριμπάουντ.

Πάντα επέστρεφε στο ΟΑΚΑ

Ο Μάικ Μπατίστ αγαπήθηκε όσο λίγοι από τους οπαδούς, τους συμπαίκτες και τα media. Η δημοτικότητά του στην Αθήνα ήταν τεράστια, σε τέτοιο βαθμό που γράφτηκε βιβλίο για τη ζωή και την καριέρα του. Όλο αυτό ήταν φυσικά αμοιβαίο.

Μεγαλώνοντας στη γειτονιά μου και βλέποντας όλα αυτά -συμμορίες, ναρκωτικά, βία- δεν πίστεψα ποτέ πως θα μπορούσα να φτάσω σε αυτό το σημείο και να ξεφύγω από αυτές τις καταστάσεις. Γι αυτό χάρηκα τόσο πολύ, όταν τα κατάφερα“, έχει αποκαλύψει σε συνέντευξη που έχει δώσει στην Euroleague TV, μετά την κατάκτηση ενός -εκ των τριών- τίτλου.

Ενώ συνέχισε λέγοντας πως ” είμαι πολύ χαρούμενος για τις επιλογές μου, επιστρέφοντας κάθε φορά να παίξω για τον Παναθηναϊκό. Πέρα από αυτό, αγαπώ την Ελλάδα. Είναι πολύ ωραία εδώ. Όλοι στον Παναθηναϊκό μου φέρονται σαν οικογένεια, όπως επίσης και ο κόσμος στον δρόμο. Προσαρμόστηκα και το απόλαυσα. Γι αυτό μπορώ να πω πως η Ελλάδα είναι το δεύτερο σπίτι μου“.

Συνολικά, έμεινε στο “τριφύλλι” για οκτώ χρόνια, με αμοιβαία αγάπη και εκτίμηση. Έγινε σύμβολο του συλλόγου, όπως ο Χουάν Κάρλος Ναβάρο στη Μπαρτσελόνα, ο Ντέρικ Σαρπ στη Μακάμπι, ο Φελίπε Ρέγες στη Ρεάλ Μαδρίτης και ο Δημήτρης Διαμαντίδης στον Παναθηναϊκό.

Μεγαλώνοντας δεν σκέφτηκα ποτέ πως θα βρίσκομαι με παίκτες από την Ελλάδα, τη Λιθουανία και άλλα μέρη του κόσμου. Είναι πολύ ιδιαίτερο όταν κοιτάς τον διπλανό σου και νιώθεις ότι είναι ο αδερφός σου. Θα κάναμε τα πάντα ο ένας για τον άλλον, προκειμένου να κερδίσουμε. Ακόμη κι εκτός παρκέ, αν υπάρχει κάποιο πρόβλημα, υπάρχει πάντα κάποιος να σε ακούσει. Μπορείς να φας μαζί με όλα αυτά τα παιδιά. Είμαστε πάντα εδώ ο ένας για τον άλλο. Αυτό είναι που λέμε “οικογένεια”. Όλα ξεκινάνε από τον προπονητή και φτάνουν μέχρι τον τελευταίο παίκτη. Αυτός πιστεύω πως είναι ο βασικός λόγος της επιτυχίας“, έχει δηλώσει.

Όταν, το καλοκαίρι του 2012, αποφάσισε να υπογράψει στη Φενέρμπαχτσε, έχοντας κατακτήσει 8 πρωταθλήματα Ελλάδας, 5 κύπελλα Ελλάδας και τρεις Euroleague, εξεπλάγησαν όλοι. Ήταν μνημειώδης η στιγμή της επιστροφής του στο ΟΑΚΑ, για να παίξει για πρώτη φορά ως αντίπαλος. Δεν ένιωθε καλά. Παραδέχθηκε πως “ήταν περίεργο να βρίσκομαι στο παρκέ”. Παρότι φορούσε τη φανέλα της Φενέρμπαχτσε, τιμήθηκε από τον Παναθηναϊκό και έτυχε ενός μοναδικού standing ovation. Τότε ήταν ίσως η στιγμή που αποφάσισε να γυρίσει πίσω.

Την επόμενη χρονιά, φόρεσε ξανά τη φανέλα του Παναθηναϊκού. Αυτή τη φορά βέβαια δεν είχε πρωταγωνιστικό ρόλο. Το τελευταίο παιχνίδι της καριέρας του στην Euroleague ήταν το πέμπτο της προημιτελικής σειράς με την ΤΣΣΚΑ Μόσχας. Έπαιξε για δύο λεπτά, αλλά δεν κατάφερε να σκοράρει. Βέβαια ένα παιχνίδι δεν μπορεί να διαγράψει τα 236 (!) που προηγήθηκαν.

Στην Ελλάδα, κατέκτησε ακόμη ένα νταμπλ, που μαζί με το Κύπελλο Τουρκίας (που κατέκτησε ως παίκτης της Φενέρμπαχτσε), ανέβασαν τον… προσωπικό του λογαριασμό στους δεκαεφτά (17) εγχώριους τίτλους, πέραν των τριών της Euroleague. Σε ατομικό επίπεδο, έχει κερδίσει πολλές φορές τον τίτλο του MVP (εβδομάδας ή μήνα), ενώ ήταν μέλος της καλύτερης πεντάδας τη σεζόν 2010-11, και της δεύτερης καλύτερης πεντάδας την επόμενη.

Ρεκόρ καριέρας στο ranking είναι οι 35 βαθμοί που συγκέντρωσε σε αγώνα με την Ουνικάχα Μάλαγα το 2009, στο σκορ οι 31 πόντοι που πέτυχε απέναντι στην Τσιμπόνα το 2000 (όταν ακόμη έπαιζε στη Σαρλερουά), τα 15 ριμπάουντ απέναντι στη Μπενετόν το 2006 και οι 6 ασίστ κόντρα στη Μακάμπι το 2012.

Για τον ίδιο, έχει ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στις ΗΠΑ. Είναι ο βοηθός του Τζόρντι Φερνάντεθ στην Κάντον Τσαρτζ του NBDL, θυγατρική ομάδα των Κλίβελαντ Καβαλίερς. Ένα είναι σίγουρο: οι ψηλοί της ομάδας θα μάθουν από τον καλύτερο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ