ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΣ

Γκέρσον Γιαμπουσέλε: Το προξενιό που “γέννησε” έναν σταρ

24MEDIA CREATIVE TEAM / KONSTANTINOS BADOUNAS

Πώς ένας πυγμάχος από το Κονγκό, μια εργατούπολη της Γαλλίας και ένα άθλημα που δεν αγάπησε με την πρώτη διαμόρφωσαν τον Γκέρσον Γιαμπουσέλε.

Τον Αύγουστο του 2021 ο Γκέρσον Γιαμπουσέλε έφτασε στη γενέτειρά του, το Ντρε, που βρίσκεται σχεδόν 80 χιλιόμετρα μακριά από το Παρίσι. Το ασημένιο μετάλλιο των Ολυμπιακών Αγώνων του Τόκιο άστραφτε πάνω του. Η πόλη τον υποδέχθηκε σαν κάποιον που επέστρεψε νικητής και “ατσαλάκωτος” από τον πόλεμο.

Το μετάλλιο πέρασε από χέρι σε χέρι, παιδιά της γειτονιάς Κένεντι έτρεξαν για να το δουν και να το αγγίξουν, ο δήμαρχος μιλούσε για τον πρώτο Ολυμπιονίκη στην ιστορία της πόλης και ο ίδιος, αμήχανος μπροστά στις κάμερες, χαμογελούσε όταν του έλεγαν ότι αποτελεί πρότυπο. Τρία χρόνια μετά το σκηνικό ήταν ίδιο, όμως το αργυρό ολυμπιακό μετάλλιο το είχε κατακτήσει μπροστά στους συμπατριώτες του, στο Παρίσι. Ίδια παρέμενε και η συστολή του: “Όταν μου λένε ότι είμαι το είδωλό τους, με κάνει να γελάω λίγο“.

Ο φόργουορντ της Εθνικής Γαλλίας, γι’ αυτούς τους ανθρώπους ήταν το γειτονόπουλο που έγινε καμάρι και παράδειγμα. Στην πραγματικότητα έγινε η ελπίδα ότι μπορούν να αλλάξουν τη ζωή τους. Παρόλα αυτά δεν ήταν ένας απρόσιτος σταρ των παρκέ, αλλά ο γιος του Μονζαλί και της Μονζιά, που έτρεχε στους ίδιους δρόμους, έπαιζε στις ίδιες αυλές και σκεφτόταν πώς θα ανταποδώσει στην πόλη του όσα εκείνη πρόσφερε στην οικογένειά του.

Για να ερμηνεύσεις σωστά έναν τέτοιο αθλητή -όσο αυτό είναι εφικτό όταν δεν γνωρίζεις κάποιον προσωπικά-, πρέπει πρώτα να καταλάβεις τις εργατουπόλεις πέριξ του Παρισιού, που γιγαντώθηκαν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο διάστημα της ένδοξης τριακονταετίας (Les Trente Glorieuses) της Γαλλίας. Όταν, δηλαδή, η χώρα αναπτύχθηκε βιομηχανικά ιδιαίτερα στους κλάδους της αυτοκινητοβιομηχανίας, των ηλεκτρονικών και των μετάλλων. Τότε, τα εργοστάσια επεκτάθηκαν έξω από τα στενά όρια των μεγαλουπόλεων και η γαλλική βιομηχανία αναζητούσε αδιάκοπα εργατικά χέρια.

Μαζί τους γεννήθηκε και η ανάγκη να στεγαστούν οι χιλιάδες εργάτες που έφταναν από κάθε γωνιά της Γαλλίας, αλλά και από τις πρώην αποικίες της. Έτσι, από τα τέλη της δεκαετίας του ’50, το γαλλικό κράτος άρχισε να χτίζει τα περίφημα Grands Ensembles. Ήταν τεράστια συγκροτήματα εργατικών κατοικιών που συμβόλιζαν την πρόοδο, καθώς πρόσφεραν στους εργάτες ανέσεις -όπως τρεχούμενο νερό και κεντρική θέρμανση- που δεν υπήρχαν στα παλιά σπίτια των κέντρων. Η χρυσή εποχή έληξε απότομα τη δεκαετία του ’70, τα εργοστάσια άρχισαν να κλείνουν και οι γαλλικές οικογένειες που είχαν τη δυνατότητα εγκατέλειψαν αυτές τις πόλεις. Τότε, άρχισε η πολιτική της επανένωσης των οικογενειών των μεταναστών δεδομένου ότι υπήρχαν άδεια σπίτια και οικονομικά ενοίκια. Παιδιά αυτών των συνοικιών είναι και τα περισσότερα μέλη της Εθνικής ποδοσφαίρου της Γαλλίας που αγωνίζεται στο Μουντιάλ. Δεν είναι απλές γειτονιές, αλλά “φυτώρια” υψηλού αθλητισμού. Τ’ “αστέρια” ειδικά των ομαδικών αθλημάτων της Γαλλίας είναι παιδιά μεταναστών των εργατουπόλεων.

Το Ντρε είναι μια τέτοια πόλη. Αριθμεί περίπου 30.000 κατοίκους και το 25% είναι μετανάστες, κυρίως της αφρικανικής διασποράς.

Εκεί έφτασε ο μπαμπάς Μονζαλί Γιαμπουσελέ όταν ήταν περίπου 20 ετών. Έφυγε για τη Γαλλία μαζί με το κύμα των πολιτικών προσφύγων της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, αναζητώντας μια σταθερή ζωή. Η γαλλική γλώσσα ήταν ο ένας λόγος. Στο Ντρε υπήρχε προσιτή στέγη και μια ισχυρή κοινότητα μεταναστών που μπορούσε να λειτουργήσει σαν δίχτυ ασφαλείας.

Τον πρώην πυγμάχο ακολούθησε λίγο αργότερα η σύζυγός του Μονζιά με την πρωτότοκη κόρη τους. Η καθημερινότητά τους ήταν μια μίξη της γαλλικής πραγματικότητας της εργατικής πόλης και της κονγκολέζικης κουλτούρας, την οποία η μητέρα κρατούσε ζωντανή μέσα στο σπίτι.

Το πολιτισμικό μωσαϊκό της πατρίδας μας και το οικογενειακό βίωμά μας σμιλεύουν την ψυχοσύνθεσή μας και έχουν ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικής τροχιάς μας. Ο σούπερ σταρ του Παναθηναϊκού δεν αποτελεί εξαίρεση. Γεννήθηκε στις 17 Δεκεμβρίου 1995 και ήταν το τρίτο από τα πέντε παιδιά της οικογένειας.

Αναφερόμενος στην αφρικανική καταγωγή του και τι αντιπροσωπεύει στη ζωή του είπε: “Πρώτα απ’ όλα, τις αξίες που πήρα από τους γονείς μου. Όσα μετέδωσαν σε μένα, στα αδέλφια και στις αδελφές μου. Τα έφεραν αυτά από την πατρίδα, μαζί με την κουλτούρα μας. Αυτό είναι που με συμπληρώνει, αυτό που με κάνει ό,τι είμαι σήμερα. Προσπαθώ να το κουβαλάω μαζί μου κάθε μέρα. Προέρχομαι από μια χώρα που έχει υποφέρει. Μεγάλωσα κάτω από μια πολύ διαφορετική συνθήκη. Γι’ αυτό παρά τα όσα συμβαίνουν, προσπαθώ να παραμένω θετικός και να χαμογελώ. Με βοηθάει να προχωράω στη ζωή μου“.

Το σπίτι που λειτουργούσε σαν γυμναστήριο

Η επιρροή του πατέρα του τόσο σε αθλητικό επίπεδο όσο και στον τρόπο σκέψης του ήταν καταλυτική, γεγονός που παραδέχεται και ο διεθνής Γάλλος.

Ο Μονζαλί χρησιμοποίησε τις αρετές του αθλητισμού και τις γνώσεις του στην πυγμαχία ως μέρος της γενικότερης εκπαίδευσής του προς τα παιδιά του. Μέσω του μποξ τούς έμαθε ότι τίποτε δεν χαρίζεται στη ζωή. Ξυπνούσε τα παιδιά του νωρίς τα Σαββατοκύριακα για τρέξιμο και προπόνηση, όσο απρόθυμα κι αν ήταν. Αυτός ήταν ο σκοπός του. Να δουλεύουν ακόμη και όταν δεν θέλουν.

Σύμφωνα με την L’ Écho Républicain, που όπως φαίνεται διατηρεί εξαιρετική σχέση με τη φαμίλια Γιαμπουσελέ και έχει το “προνόμιο” αποκλειστικών συνεντεύξεων και όχι μόνο, ο μικρός Γκερσόν πέρασε πρώτα από το τζούντο, σε ηλικία 6 ετών. Έπειτα, ασχολήθηκε με το ποδόσφαιρο και η προπόνηση της φυσικής κατάστασης γινόταν κυρίως τις ώρες της πυγμαχίας. Ο πατέρας του τον έπαιρνε στο γυμναστήριο και του κρατούσε τα pads (σαν μαξιλαράκια).

Χτυπούσα τα χέρια του, όχι τον σάκο. Εκείνος κρατούσε τα μαξιλαράκια και εγώ έριχνα γροθιές“. Δεν έδωσε ποτέ επίσημο αγώνα, αλλά οι ώρες του sparring άφησαν το αποτύπωμά τους στ’ αθλητικά χαρακτηριστικά του. Η πυγμαχία του έμαθε ισορροπία, τον προίκισε με γρήγορα πόδια, αντοχή και πειθαρχία. Τέτοια πόδια σε αθλητή που ξεπερνά τα 120 κιλά και έχει φτάσει ακόμα και τα 128 σπανίζουν. Τα πρωινά του Ντρε έκαναν πολύ καλή δουλειά πάνω του. “Με την πυγμαχία κουνάς συνεχώς τα πόδια σου. Αυτό με βοήθησε πολύ στο μπάσκετ. Η ταχύτητα στα πόδια είναι κάτι για το οποίο με συγχαίρουν συχνά“.

Το παιδί που δεν ονειρευόταν το NBA

Η μετάβαση στο μπάσκετ έγινε επειδή το σώμα του άλλαζε γρηγορότερα από οτιδήποτε άλλο γύρω του. Ήταν υπερβολικά ογκώδης για τα γήπεδα ποδοσφαίρου και πολύ βαρύς για τις κατηγορίες της παιδικής πυγμαχίας. Ο πατέρας του τον ώθησε στο μπάσκετ, βλέποντας ότι το μέλλον του βρισκόταν αλλού. Δεν ήταν σχέση έρωτα, αλλά αγάπη που γεννήθηκε από προξενιό. Υπήρχε μόνο η λογική. Τον έρωτα τον έβαλε στο κάδρο ο Κόμπι Μπράιαντ. Το γερό “ψηστήρι” για το καψούρεμα μέχρι δακρύων χρειάζεται έναν σταρ. Αυτό λειτουργεί σαν άγραφος νόμος στον αθλητισμό. Κάποτε, την άτυπη “πεσιματική” στις παιδικές ψυχούλες είχαν αναλάβει ο Τζόρνταν και ο Μαραντόνα, αργότερα έγιναν “γύπες” ο Μέσι και ο Εμπαπέ ή ο Αντετοκούνμπο και ο ΛεΜπρον.

Ο νεαρός Γκερσόν αφιέρωνε αμέτρητες ώρες σε βίντεο του θρύλου των Λέικερς και προσπαθούσε να καταλάβει τι κρυβόταν πίσω από την περίφημη “Mamba Mentality”. Τότε, ενώθηκαν με αιώνια δεσμά οι δύο κόσμοι του. Η πειθαρχία της πυγμαχίας με την εμμονή του μπάσκετ.

Το 2012, στα 16 του, άφησε το σπίτι του για να ενταχθεί στα τμήματα υποδομής της Σορλέ Ροάν. Για πρώτη φορά έπρεπε να σταθεί στα φτερωτά πόδια του.

Από το Νο. 16 στο απόλυτο κενό

Η άνοδός του ήταν καταιγιστική. Εγινε επαγγελματίας στην εφηβεία του, πέρασε από την Κίνα (Σανγκάη Σαρκς) και το 2016 επελέγη στο Νο. 16 του ντραφτ από τους Μπόστον Σέλτικς. Όμως, το NBA ποτέ δεν έμοιαζε με όνειρο που εκπληρώθηκε.

Δύο χρόνια στη Βοστώνη, αποδέσμευση και δεύτερο “αγροτικό” στην Κίνα είχε το μενού. Έπειτα ήρθε η πανδημία που έφερε φόβο και αβεβαιότητα στις ζωές όλων.

Στις αρχές του 2020 ο Γιαμπού βρέθηκε ξανά στη Γαλλία χωρίς ομάδα, χωρίς συμβόλαιο μα με ανασφάλεια και άγχος. Το πιο δύσκολο βράδυ τον βρήκε στον καναπέ του, δίπλα στη γυναίκα του με το βλέμμα του καρφωμένο στο πουθενά.
Κλασική εικόνα πανδημίας.

Θυμάμαι να κάθομαι με τη γυναίκα μου που ήταν έγκυος στο πρώτο μας παιδί. Σκεπτόμουν: “Τι θα κάνω τώρα;” Είχα επιλεγεί στον πρώτο γύρο του ντραφτ και τρία χρόνια μετά δεν είχα ομάδα”. Αυτή η στιγμή άλλαξε την ιστορία του.
Τη χαρακτηρίζει ως αφύπνιση. “Μόλις το συνειδητοποίησα, άλλαξα εντελώς νοοτροπία. Άρχισα να προπονούμαι σαν τρελός, ερωτεύτηκα τη διαδικασία και δεσμεύτηκα να δουλέψω σκληρά. Έπρεπε να επιστρέψω στο μηδέν“.

Η προστασία της φαμίλιας που έμαθε από τους γονείς του, η εξασφάλιση και το ένστικτο της επιβίωσης επέπλεαν στη σκέψη του και κάλυπταν οτιδήποτε άλλο. Αυτή η αλλαγή νοοτροπίας εξηγεί και κάτι που πέρασε σχεδόν απαρατήρητο όταν επέστρεψε στο NBA. Σε μια συνέντευξη μίλησε δημόσια για τις εργατοώρες που -όπως πίστευε- έπρεπε να συμπληρώσει για να εξασφαλίσει ισόβια ιατρική κάλυψη για την οικογένειά του μέσω της λίγκας. Νόμιζε ότι τα πέντε χρόνια αρκούσαν. Τελικά, δεν ήταν έτσι. Απαιτείται μια δεκαετία. Αργότερα διόρθωσε δημόσια το λάθος του.

Το ενδιαφέρον δεν είναι ότι μπέρδεψε έναν κανονισμό, αλλά ότι αποκάλυψε τον τρόπο που σκέφτεται. Ο πρώτος του λογισμός δεν ήταν τα βραβεία, οι τίτλοι και τα χρήματα. Ήταν πώς θα εξασφαλίσει για πάντα τη γυναίκα και τα παιδιά του στον τομέα της υγείας. Όταν διαπίστωσε ότι είχε κάνει λάθος το παραδέχθηκε και το διόρθωσε δημόσια.

Η αρκούδα που χορεύει

Στην Αμερική απέκτησε το παρατσούκλι “Dancing Bear”. Δηλαδή, μια αρκούδα που χορεύει: με όγκο σέντερ και πόδια μποξέρ. Το βάρος του -όπως ήδη γράψαμε- κυμαίνεται ανάμεσα στα 120 και τα 128 κιλά, όμως κινείται με ταχύτητα που συχνά ξαφνιάζει αντιπάλους και προπονητές.

Ο Γιαμπού ήταν ο πέμπτος βαρύτερος παίκτης του ΝΒΑ και έχει αναφερθεί στα πολλά κιλά του, λέγοντας ότι ανήκει σε αυτούς που βάζουν εύκολα βάρος. Στην Αμερική οι ομάδες του ασχολήθηκαν με τη διατροφή του για να τον προστατέψουν από την πρόσληψη κιλών, ενώ και ο ίδιος είχε προσωπικό σεφ ανά διαστήματα.

Η επιστροφή

Από εκείνο το κρίσιμο βράδυ της πανδημίας που ένιωσε τα πατρικά κύτταρά του να ξυπνούν το ένα μετά το άλλο σαν ατελείωτο ντόμινο μέσα του και που υποχρέωσε τον εαυτό του να οραματιστεί και να δημιουργήσει τις βάσεις για την ευημερία της οικογένειάς του η αθλητική διαδρομή του πήρε ξανά μπροστά.

Βιλερμπάν, Ρεάλ Μαδρίτης, τίτλοι, Ολυμπιακοί Αγώνες, μετάλλια, επιστροφή στο NBA και τελικά ένα από τα μεγαλύτερα συμβόλαια που έχουν δοθεί ποτέ σε παίκτη ευρωπαϊκής ομάδας, όταν ο Παναθηναϊκός αποφάσισε να τον φέρει στην Αθήνα. Με τόσα μηδενικά πάνω από την τζίφρα σου αγχώνεσαι λιγότερο για τη δια βίου ασφαλιστική κάλυψη της οικογένειάς σου.

Τα κατάφερε έως τώρα και ο ίδιος ξέρει γιατί τα καταφέρνει: “Ο κόσμος μού λέει ότι έχω πολλή ενέργεια. Εγώ τους απαντώ ότι προέρχομαι από ένα δύσκολο μέρος. Έπρεπε να δουλέψω σκληρά και ποτέ να μην “κλέψω” στη διαδικασία“.

Ο Γιαμπουσέλε έμαθε να πιστεύει, να αντέχει και ότι χρειάζεται που και που να γειώνεται στην αυλή του στο Ντρε για να ισορροπεί. Πάντα θα επιστρέφει στην ίδια εργατική πόλη δυτικά του Παρισιού, εκεί όπου βοηθά τη δημοτική αρχή για την ανάπτυξη του αθλητισμού. Εκεί, όπου μια οικογένεια από το Κονγκό πίστεψε ότι μπορούσε να αρχίσει από την αρχή. Και οι πολλές νέες αρχές κάνουν τον κόσμο να γυρίζει μέχρι σήμερα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ