Αυξάνονται και πληθαίνουν οι προσφυγές

Τέσσερις είναι οι παράγοντες που κατά τους ειδικούς έχουν αυξηθεί κατακόρυφα οι υποθέσεις που εκδικάζει κάθε χρόνο το ΒΑΤ. Δείτε ποιοι είναι.
Στον πίνακα που υπάρχει στο site της FIBA φαίνεται πως χρόνο με το χρόνο όλο και περισσότεροι απευθύνονται στο ΒΑΤ. Το 2011 είχε 91 υποθέσεις, το 2012 έγιναν 115 και το 2013 έφτασε τις 142. Τι φταίει -πέραν του προφανούς που είναι η κρίση;
” Το αποδίδω στο γεγονός ότι ολοένα μεγαλύτερος αριθμός συμβολαίων περιέχει ρήτρα ΒΑΤ“, ξεκαθαρίζει ο Ανδρέας Ζαγκλής, ” προσωπικά δεν πιστεύω ότι ο αριθμός των οικονομικών διαφορών έχει αυξηθεί λόγω κρίσης. Αντίθετα, πολλοί σύλλογοι έχουν γίνει πιο σκληροί στις διαπραγματεύσεις και οι λίγκες πολύ πιο προσεκτικές στους όρους συμμετοχής. Για παράδειγμα, η Ευρωλίγκα έχει ένα σύστημα ελέγχου το οποίο επίσης βοηθά, αν και σε αυτό το υψηλό επίπεδο η μεγάλη πλειοψηφία των ομάδων τηρεί τις συμβάσεις που υπογράφει.
Το διακρίνουμε κι εμείς στα συμβόλαια που λαμβάνουμε μέσω των υποθέσεων. Δεν είναι πλέον αυτούσια τα στάνταρντ συμβόλαια που έχουν ετοιμάσει οι διαμεσολαβητές/agents, όπως βλέπαμε παλιότερα. Είναι φανερό ότι οι σύλλογοι γνωρίζουν ότι το ΒΑΤ θα κοιτάξει προσεκτικά το συμβόλαιο και άρα οι ρήτρες πρέπει να είναι ισορροπημένες και καλά διατυπωμένες.
Επίσης, εάν δείτε πχ τα στατιστικά του αντίστοιχου ελληνικού οργάνου (της ΕΕΟΔΑΚ) θα δείτε ότι στη «χρυσή» δεκαετία του ’90 υπήρχαν περισσότερες υποθέσεις από ό,τι σήμερα. Αυτό εισπράττω και από τους συναδέλφους μου στην Ελλάδα, όπου δικηγόρησα κι εγώ επί δίπλα στον πρωτεργάτη του χώρου κ. Παντελή Δέδε.
Συνολικά, αποδίδω την αύξηση σε 4 παράγοντες:
α) το ΒΑΤ είναι εξαιρετικά προσβάσιμο. Έχουμε δει αρκετές υποθέσεις όπου οι διάδικοι δεν χρησιμοποιούν δικηγόρους, ενώ το 2011 μειώσαμε τα έξοδα για τις διαφορές έως 30.000 Ευρώ ανοίγοντας το δρόμο σε περισσότερες υποθέσεις από τη γυναικεία καλαθοσφαίριση,
β) στην ταχύτητα εκδίκασης της διαφοράς. Κατά μέσο όρο σε 6 μήνες οι διάδικοι έχουν στα χέρια τους μια τελεσίδικη απόφαση.
γ) όλο και περισσότερες χώρες έχουν επαγγελματικές λίγκες. Έχουμε λάβει αγωγές που αφορούν διαδίκους και από τις 5 ηπείρους, από τη λίγκα του Πουέρτο Ρίκο έως τη Μαλαισία, και από την Τυνησία έως την Εσθονία. Όσο για αθλητές ή προπονητές, από τον Alen Iverson και τον Σκαριόλο έως παίκτες που αμείβονται με 1.000 δολάρια το μήνα ή προπονητές εθνικής ομάδας εφήβων.
δ) το 95% των αποφάσεων είναι δημοσιευμένες στο διαδίκτυο, με πλήρη στοιχεία (εκτός των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων). Μπορεί ο οποιοσδήποτε να δει τι ακριβώς συνέβη σε μια απόφαση, ποια ήταν τα επιχειρήματα των διαδίκων και ποιο ακριβώς το σκεπτικό του δικαστή.
Επίσης, νομίζω ότι χρειάστηκαν κάποια χρόνια για να καταλάβει ο κόσμος πώς λειτουργεί το δικαστήριο και να πεισθούν ότι η διαδικασία συμμόρφωσης με την απόφαση που ακολουθεί η FIBA είναι αποτελεσματική. Για τους αθλητές ήταν εύκολο να δουν τα πλεονεκτήματα από την αρχή: αντί να προσφύγουν στα δικαστήρια μιας ξένης χώρας, υπάρχει ένα ουδέτερο φόρουμ να επιλύσει τη διαφορά.
Για τις ομάδες ήταν πιο δύσκολο γιατί χάνουν την πρακτική ευκολία της πρόσβασης στο εθνικό όργανο, αλλά πλέον όλο και περισσότεροι βλέπουν τα πλεονεκτήματα: εάν ο αθλητής ή προπονητής παραβιάσει το συμβόλαιο και φύγει στο εξωτερικό, ακόμη και αν κερδίσεις την υπόθεση στα εθνικά όργανα, είναι πολύ δύσκολο να την εκτελέσεις. Μέσω του ΒΑΤ όμως έχουν μια απόφαση την οποία ο αθλητής/προπονητής, όπου κι αν βρίσκεται, θα πρέπει να τιμήσει.
Το θεσμικό πλαίσιο όντως προσφέρει τα αναγκαία εχέγγυα ανεξαρτησίας και αμεροληψίας, εν τέλει όμως είναι και θέμα ποιότητας. Τόσο ο Πρόεδρος όσο και οι δικαστές του ΒΑΤ είναι κορυφαίοι και ανεξάρτητοι νομικοί, οι οποίοι στην καθημερινότητά τους επιλύουν διαιτητικές διαφορές πολλών εκατομμυρίων ευρώ και σε άλλους τομείς πέραν του αθλητισμού.
Για παράδειγμα, ο Πρόεδρός μας Richard McLaren είναι ένας από τους πιο γνωστούς καθηγητές αθλητικού δικαίου παγκοσμίως, διαιτητής σε οικονομικές διαφορές στο NHL και έχει χειριστεί εξαιρετικά δύσκολες αθλητικές υποθέσεις στο CAS τα τελευταια 20 χρόνια, με παρουσία ως δικαστής σε 5 Ολυμπιακούς Αγώνες. Αντίστοιχα προσεκτική ήταν και η επιλογή των δικαστών”.