ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ

130 χρόνια Ολυμπιακοί Αγώνες: Το στάδιο που σφράγισε το λαμπρό μέλλον τους

INTIME

Το μεσημέρι συμπληρώθηκαν 130 χρόνια από την τέλεση των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων και το SPORT24 εξηγεί γιατί η ιστορία της διοργάνωσης ενδέχεται να μην ήταν η ίδια αν δεν υπήρχε το Καλλιμάρμαρο.

Ήταν 6 Απριλίου 1896, Δευτέρα του Πάσχα για ορθόδοξους και καθολικούς. Για την Ελλάδα που χρησιμοποιούσε ακόμη το Ιουλιανό ημερολόγιο, ξημέρωνε παράλληλα και η εθνική εορτή της 25ης Μαρτίου. Οι δρόμοι της Αθήνας ήταν πιο ζωηροί από το σύνηθες. Η πόλη ήταν σημαιοστολισμένη και πολλά σπίτια είχαν κρεμάσει στις προσόψεις τους καταπράσινα στεφάνια. Όπου κι αν κοίταζε κανείς έβλεπε δυο αρχικά γράμματα Ο.Α.(Ολυμπιακοί Αγώνες) και τις χρονολογίες 776 π.Χ. Και 1896 μ.Χ., δηλαδή το πρώτο έτος τέλεσης των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αρχαία Ολυμπία και το έτος της αναβίωσής τους.

Οι Αγώνες αναστήθηκαν μια ημέρα μετά το Πάσχα, μέσα από την προσπάθεια των 241 αθλητών από 14 χώρες που συμμετείχαν σε αυτούς και σαφώς με τη γενναιοδωρία του Γεωργίου Αβέρωφ που έδωσε το αστρονομικό για την εποχή ποσό των 920.000 δραχμών για τις εργασίες αναστήλωσης και τη μαρμάρινη επένδυση του αρχαίου Παναθηναϊκού Σταδίου. Η Ελλάδα του 1896 βρισκόταν σε δεινή οικονομική θέση. Είχε κηρύξει πτώχευση μόλις τρία χρόνια νωρίτερα και η ελληνική κυβέρνηση ήταν εξαιρετικά διστακτική, θεωρώντας τη διοργάνωση μια δαπανηρή πολυτέλεια που η χώρα δεν άντεχε. Ο αναβιωτής των Αγώνων, ο Γάλλος βαρόνος Πιερ ντε Κουμπερτέν και ο υποστηρικτής της ιδέας του και συνεργάτης του στην υλοποίηση του οράματος Δημήτριος Βικέλας γνώριζαν πολύ καλά ότι χωρίς ένα εμβληματικό στάδιο, οι Αγώνες θα έχαναν τη συμβολική ισχύ τους.

Πράγματι αν δεν υπήρχε το εντυπωσιακό Καλλιμάρμαρο αυτοί οι Αγώνες δεν θα είχαν την ίδια αίγλη και πιθανότατα το μέλλον τους να εξελισσόταν διαφορετικά, δεδομένου ότι οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες ήταν Έλληνες. Σχεδόν τα 2/3 των αθλητών προέρχονταν από την Ελλάδα, ενώ η Γαλλία και η Γερμανία έστειλαν από 19 αθλητές και οι ΗΠΑ 14 που ταλαιπωρήθηκαν αρκετά μέχρι να φτάσουν στην Αθήνα.

@INTIME Photo

“Το Παναθηναϊκό Στάδιο έδωσε τον κατάλληλο τόνο στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Δεν θα υπήρχε αυτή η αίγλη χωρίς τη μαρμάρινη επένδυση. Ήταν κάπως πρωτόγονο, πριν. Η κερκίδα στο Παναθηναϊκό Στάδιο κάνει τη διαφορά. Νομίζω, ήταν από μάρμαρο το κάτω διάζωμα και ξύλινο το πάνω. Η πρώτη δωρεά του Αβέρωφ για το στάδιο ήταν 585.000 δραχμές και συνολικά έδωσε 920.000 δρχ.. Αυτό που κάνει τον Αβέρωφ να ξεχωρίζει είναι ότι ανέλαβε μόνος του το Στάδιο, ενώ στη Μεσολυμπιάδα του 1906 βλέπουμε διάφορους ομογενείς να βοηθούν οικονομικά τη διοργάνωση, μέσα από επιτροπές στην Αίγυπτο, στη Σμύρνη και στην Κωνσταντινούπολη. Ο Αβέρωφ ήταν ο αφανής ήρωας της αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων. Ο αριθμός των 60.000 θεατών στο Καλλιμάρμαρο ήταν πολύ μεγάλος για εκείνη την εποχή. Οι ομογενείς της Αιγύπτου βοήθησαν με την παρουσία τους. Ήρθαν πάρα πολλοί στην Αθήνα γι’ αυτό το μεγάλο γεγονός και έτσι δόθηκε ένας κοσμοπολίτικος και διεθνής τόνος στη διοργάνωση. Οι Έλληνες ήταν πάνω στην ακμή τους, στην Αίγυπτο” είχε πει στο SPORT24 ο ιστορικός και καθηγητής του Κολεγίου Χάβερφορντ της Φιλαντέλφια, Αλέξανδρος Κιτροέφ στην επέτειο των 125 χρόνων από τους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες. Άλλωστε, και ο Γεώργιος Αβέρωφ αιγυπτιώτης Έλληνας ήταν.

“Οι ξένοι θεατές δεν ήταν πολλοί, αλλά ήρθαν πολλοί Έλληνες από το εξωτερικό. Όπως έγινε το 2004, με τους Ελληνοαμερικανούς. Υπήρχε αυτή η μεγάλη υπερηφάνεια, καθώς ήταν το πρώτο μεγάλο διεθνές γεγονός της χώρας. Όλοι οι φίλαθλοι επευφημούσαν τις επιδόσεις των ξένων αθλητών και συνέβη το εξής κρεσέντο: Επευφημούσαμε τους άλλους, ενώ εμείς δεν είχαμε πάρει μια πρώτη θέση στο στίβο. Όταν, μπήκε ο Λούης στο στάδιο -στο τελευταίο αγώνισμα- έγινε ο πανζουρλισμός! Υπήρχε ένας έφιππος που προπορευόταν των μαραθωνοδρόμων, όπως εμείς έχουμε -σήμερα- τις μοτοσυκλέτες στον Μαραθώνιο. Υποτίθεται, ότι ο έφιππος είπε ότι ”καταφθάνει πρώτος ένας Έλληνας!” μόνο στον πρίγκιπα ή στο βασιλιά, αλλά το άκουσε όλος ο κόσμος και έγινε χαμός. Τότε, κατέβηκε ο διάδοχος Κωνσταντίνος στο στίβο και συνόδευσε -τιμητικά- τον Σπύρο Λούη”, πρόσθεσε ο κ. Κιτροέφ.

Στις 6 Απριλίου το πλήθος των 60.000 θεατών είχε αρχίσει να κατευθύνεται από τις 2 το μεσημέρι στο Παναθηναϊκό Στάδιο για την Τελετή Έναρξης και τους αγώνες του στίβου. Λίγο πριν από τις 3.00 μ.μ. έφτασε ο Βασιλιάς Γεώργιος Α’ και κάποια λεπτά αργότερα στάθηκε ενώπιον των θεατών που είχαν κατακλύσει το Παναθηναϊκό Στάδιο και τους γύρω λόφους, κηρύσσοντας την έναρξη των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων. “Η επιτυχία της διοργάνωσης είναι πλέον εξασφαλισμένη”, έγραψε μεταξύ άλλων ο ανταποκριτής των Times στο κείμενό του για την έκδοση της επόμενης ημέρας της εφημερίδας τονίζοντας ότι ο Παρθενώνας είναι πιο όμορφος από τον Πύργο του Άιφελ και ότι “η ανακαίνιση του Παναθηναϊκού Σταδίου πρόσφερε ένα αντικείμενο ενδιαφέροντος που είναι ταυτόχρονα νέο και παλιό”.

Ο Γεώργιος Αβέρωφ, πάντως, δεν παρακολούθησε από κοντά τους Αγώνες γεγονός που το καταλαβαίνουμε από το τηλεγράφημα του νικητή του Μαραθωνίου, Σπύρου Λούη προς τον εθνικό ευεργέτη. ”Μέγαν πατριώτης Αβέρωφ, Αλεξάνδρειαν. Νενίκηκα Μαραθώνειον. Κλέος νίκης οφείλεται υμίν. Λούης, Αμαρούσιον”.

Αυτό το αγώνισμα ενδιέφερε περισσότερο από κάθε άλλο τους Έλληνες και για τη λαχτάρα τους να διακριθούν στον Μαραθώνιο διαβάζουμε στο άρθρο του Πιερ ντε Κουμπερτέν στο περιοδικό Century Illus – Trated Monthly Magazine (Νοέμβριος, 1896): “Οι Έλληνες είναι πρωτόπειροι στα αθλητικά. Μόνο ένα αγώνισμα φαινόταν από τη φύση του να ανήκει σε αυτούς: ο μακράς απόστασης δρόμος από τον Μαραθώνα. O δρόμος είναι ανώμαλος και γεμάτος πέτρες. Οι Έλληνες προπονούνταν ένα χρόνο πριν γι’ αυτόν τον αγώνα. Ακόμα και στα πιο απομακρυσμένα χωριά της Θεσσαλίας νέοι χωρικοί προετοιμάζονταν ως αθλητές. Όσο πλησίαζε η μεγάλη ημέρα οι γυναίκες προσεύχονταν στις εκκλησιές και έκαναν τάματα, ζητώντας να είναι Έλληνας ο νικητής”.

Όσο το Στάδιο ήταν το κέντρο του ενδιαφέροντος, τα αγωνίσματα της κολύμβησης πρόσφεραν μια πιο άγρια ομορφιά της διοργάνωσης στις 11 Απριλίου. Οι αγώνες διεξήχθησαν στον Λιμένα Ζέας, το γνωστό μας Πασαλιμάνι. Το νερό είχε θερμοκρασία μόλις 13 βαθμούς Κελσίου και οι κολυμβητές μεταφέρθηκαν στα ανοιχτά του κόλπου για να κολυμπήσουν προς την ακτή. Ακολούθησαν μια διαδρομή που οριοθετήθηκε από κούφιες κολοκύθες που επέπλεαν στο νερό. Περισσότεροι από 20.000 θεατές είχαν βρεθεί στις προβλήτες και στα βράχια για να παρακολουθήσουν τους κολυμβητές να παλεύουν αρχικά με την υποθερμία. Το επιβεβαίωσε και ο Ούγγρος Άλφρεντ Χάγιος, ο οποίος νίκησε τα 100μ. και τα 1.200μ. ελεύθερο. Τόνισε ότι η επιθυμία του για επιβίωση στο παγωμένο νερό ήταν μεγαλύτερη από τη θέλησή του για τη νίκη.

Η Αθήνα του 1896 κατάφερε να γεφυρώσει το χάσμα από τους πρώτους Αγώνες της αρχαιότητας, όχι μέσα από την πολυτέλεια, αλλά από την αυθεντική προσπάθεια και τη φιλοπατρία ευεργετών όπως ο Αβέρωφ.

EUROKINISSI

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ