X

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας αποθηκεύουμε ή/και έχουμε πρόσβαση σε πληροφορίες σε μια συσκευή, όπως cookies και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως μοναδικά αναγνωριστικά και τυπικές πληροφορίες που αποστέλλονται από μια συσκευή για εξατομικευμένες διαφημίσεις και περιεχόμενο, μέτρηση διαφημίσεων και περιεχομένου, καθώς και απόψεις του κοινού για την ανάπτυξη και βελτίωση προϊόντων. Με την άδειά σας, εμείς και οι συνεργάτες μας ενδέχεται να χρησιμοποιήσουμε ακριβή δεδομένα γεωγραφικής τοποθεσίας και ταυτοποίησης μέσω σάρωσης συσκευών. Μπορείτε να κάνετε κλικ για να συναινέσετε στην επεξεργασία μας και των συνεργατών μας όπως περιγράφεται παραπάνω. Εναλλακτικά, μπορείτε να αποκτήσετε πρόσβαση σε πιο λεπτομερείς πληροφορίες και να αλλάξετε τις προτιμήσεις σας πριν από τη συγκατάθεσή σας ή να αρνηθείτε να δώσετε τη συγκατάθεσή σας. Λάβετε υπόψη ότι κάποια επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων ενδέχεται να μην απαιτεί τη συγκατάθεσή σας, αλλά έχετε το δικαίωμα να αντιταχθείτε σε αυτήν την επεξεργασία. Οι προτιμήσεις μας θα ισχύουν μόνο για αυτόν τον ιστότοπο.

EUROLEAGUE

As Greek as it gets

Οι Έλληνες προπονητές δεν είναι μόνο της μόδας. Ανήκουν στο υψηλότερο επίπεδο και η διαφορά είναι ότι απλά τώρα το κατάλαβε κι η υπόλοιπη Ευρώπη. Γράφει ο Στέφανος Τριαντάφυλλος.

Οι Έλληνες προπονητές το 2014 είναι ότι ήταν οι Σέρβοι προπονητές τη δεκαετία του '90. Και κάτι περισσότερο. Είναι οι καλύτεροι προπονητές στην Ευρώπη. Αυτό, βέβαια, δεν είναι κάτι καινούργιο. Απλά τώρα το κατάλαβε κι η υπόλοιπη Ευρώπη.

Ο Παναγιώτης Γιαννάκης είναι ο τελευταίος προπονητής που έσφιξε ως νικητής το χέρι του Μάικ Σιζέφσκι, του προπονητή της εθνικής των ΗΠΑ. Ο Γιώργος Μπαρτζώκας κατέκτησε πέρσι την Ευρωλίγκα. Ο Ηλίας Ζούρος το 2010 ήταν ο προπονητής της χρονιάς στο Eurocup και τον ακολούθησε ο Φώτης Κατσικάρης με διαφορά τριών ετών. Ο Αργύρης Πεδουλάκης μπήκε στα μεγαλύτερα παπούτσια του ευρωπαϊκού μπάσκετ και όχι μόνο περπάτησε, αλλά χόρεψε πανηγυρίζοντας τρεις τίτλους. Ο Δημήτρης Ιτούδης κάθισε το καλοκαίρι στον πιο ελκυστικό πάγκο της Euroleaugue (αυτόν της ΤΣΣΚΑ). Ο Αργύρης Πεδουλάκης πήγε στο Καζάν. Οι Γιώργος Μπαρτζώκας και Φώτης Κατσικάρης βρίσκονται σταθερά στις λίστες των κορυφαίων ομάδων της ηπείρου που βρίσκονται σε διαδικασία αναζήτησης προπονητή.

Να συνεχίσω; Θα συνεχίσω.

Ο Κατσικάρης στον δύσκολο κόσμο της ACB. Ο Ιτούδης στην Μπανβίτ. Ο Ζούρος στην Εφές, στη Ρασίγκ Παρί, στο Λίβανο και στη Ζαλγκίρις, εκεί όπου δούλεψε ως πρώτος προπονητής και συνεχίζει ως συνεργάτης, ο Βαγγέλης Αγγέλου. Ο Χριστόπουλος στην Μπάγερν. Ο "Δράκος" στην ιστορική Λιμόζ. Ο Φλεβεράκης στην Μπραουνσβάιγκ και παλιότερα στην Πολωνία και στη Σουηδία, εκεί όπου έχουν δουλέψει ο Κεραμιδάς και ο Λυκογιάννης. Ο Δικαιουλάκος στις κορυφαίες ομάδες της Euroleague Γυναικών. Ο Γαλάνης στην Ακαντέμικ και ο Κετσελίδης νταμπλούχος στη Γεωργία. Μέχρι το Μεξικό (Χουγκάζ) και τη Νέα Ζηλανδία (Καλαβρός) έφτασε το όνομα των Ελλήνων προπονητών. Για να πάμε και σε εθνικό επίπεδο: Ο Αλεξανδρής στον πάγκο της Ιορδανίας, ο Γιαννάκης σ' αυτόν της Κίνας, ο Φραγκιάς στο Κατάρ, ο Δικαιουλάκος στην εθνική Λετονίας (Γυναίκες).

Και από κοντά οι Έλληνες ασίσταντ κόουτς που διαπρέπουν. Μαζί με τον Ιτούδη ο Ανδρέας Πιστιόλης. Ο Βόβορας στην Ούνιξ μαζί με τον Πεδουλάκη. Ο Σφαιρόπουλος στην ΤΣΣΚΑ. Ο Κατζούρης στον τελικό του Eurocup δίπλα στον Τρινκέρι στο Καζάν. Ο Στέφανος Δέδας στο πλευρό του Γιούρι Ζντοβτς. Ο Παπαχατζής το δεξί χέρι του Μπόζινταρ Μάλκοβιτς. Οι Καλαβρός (παλιά) και Ράπτης (τώρα) ασίσταντ κόουτς στη μακρινή Κίνα. Ο Μητρόπουλος νταμπλούχος στο Λίβανο.

Καλά σταματάω.

Οι ανεβασμένες μετοχές, ωστόσο, δεν μετριούνται μόνο με τίτλους και υπογραφές. Δεν είναι τυχαίο ότι διοικήσεις όπως αυτή της Μπανβίτ, ή της Ούνιξ Καζάν θέλουν Έλληνα στον πάγκο τους. Οι επιτυχίες των τελευταίων ετών έχουν συντελέσει, ώστε οι Έλληνες να θεωρούνται περιζήτητοι. Και αυτό δεν είναι τυχαίο.

Η "μεγάλη των πλάβι Σχολή" της σκληρής πειθαρχίας έφτασε στη δύση της και οι Έλληνες γίνονται μόδα, ειδικά σε χώρες με έλλειψη στο είδος "καλός προπονητής", όπως η Τουρκία και η Ρωσία. Και στη συνέχεια το ένα έφερε το άλλο, όπως για παράδειγμα συνέβη στο ποδόσφαιρο με τους Πορτογάλους τεχνικούς μετά τον Ζοσέ Μουρίνιο.

Οι καλύτεροι στην Ευρώπη...

Δεν έγινε ξαφνικά. Έπαιξαν ρόλο πολύ σημαντικοί παράγοντες όπως:

α) η παρουσία εξαιρετικών προπονητών από το εξωτερικό (Ομπράντοβιτς, Ίβκοβιτς, Σάκοτα, Σερφ) που έζησαν για χρόνια στην Ελλάδα, μετέδωσαν γνώσεις, εμπειρίες, ακόμη και το... κακό παράδειγμα.

β) οι συνθήκες του ελληνικού πρωταθλήματος, ο υψηλός βαθμός πίεσης για το αποτέλεσμα και το αγωνιστικό στυλ της λίγκας που εμπεριέχει σε μεγάλο ποσοστό παιχνίδι τακτικής και μισού γηπέδου, στοιχεία που "σφυρηλατούν" τους γηγενείς προπονητές

γ) η ελληνική κουλτούρα (Ισπανοί, Γάλλοι και Ιταλοί για παράδειγμα είναι λιγότερο ανοιχτοί στο "ξένο"), η παγκοσμιοποίηση της πληροφορίας κι η προσαρμοστικότητα του λαού μας, σε σημείο που πλέον τακτικά οι προπονητές του κολεγιακού μπάσκετ της Αμερικής θεωρούνται ξεπερασμένοι...

δ) η ίδια η διαδικασία της ωρίμανσης.

Να μείνουμε λίγο σε αυτό το τελευταίο.

Φώτης Κατσικάρης, Γιώργος Μπαρτζώκας, Ηλίας Ζούρος, Δημήτρης Ιτούδης, Βαγγέλης Αγγέλου. Οι πιο αναγνωρίσιμοι πλέον προπονητές σε διεθνές επίπεδο πέρασαν από το πόστο του ασίσταντ κόουτς, δίπλα σε προπονητές με προσωπικότητα και εμπειρία. Το ίδιο και οι άλλοι επιτυχημένοι της νεότερης γενιάς (Σφαιρόπουλος, Πρίφτης). Όλοι τους έκαναν έκαναν τις "μεταπτυχιακές" σπουδές τους και στη συνέχεια ρίχτηκαν στη μάχη πανέτοιμοι για την πρόκληση, αλλάζοντας ουσιαστικά την ταχύτητα και το επίπεδο των Ελλήνων προπονητών.

Τυχαίο; Και πάλι όχι. Αν κοιτάξουμε σε πανευρωπαϊκή κλίμακα βλέπουμε ότι οι περισσότεροι επιτυχημένοι προπονητές ξεκίνησαν στο υψηλότερο επίπεδο από τη θέση του ασίσταντ κόουτς (Πασκουάλ, Μπλατ, Τρινκέρι, Πλάθα, Μαχμουτί), ενώ λιγότεροι είναι αυτοί που συνδύασαν μια μεγάλη καριέρα ως παίκτες με μια εξίσου μεγάλη ως προπονητές (Ιβάνοβιτς, Περάσοβιτς, Λάσο και φυσικά... Ομπράντοβιτς).

Αυτό μπορεί να εξηγηθεί από πολλούς παράγοντες. Οι συνεργάτες προπονητές λόγω της ενασχόλησης του με το σκάουτινγκ (παικτών και ομάδων), βλέπουν το μπάσκετ πολύ διεξοδικά, μεθοδικά και με μεγαλύτερη λεπτομέρεια από ότι για παράδειγμα ένας head-coach που σηκώνει αποκλειστικά το βάρος της διαχείρισης (παικτών, παραγόντων, Τύπου κτλ). Οι ασίσταντ δηλαδή ξεκινούν μελετώντας το μπάσκετ από άλλη σκοπιά, βλέπουν, συγκρίνουν, αποκωδικοποιούν τακτικές και παραδείγματα και θωρακίζονται για το επόμενο βήμα.

Η ελληνική σχολή

Τα τελευταία χρόνια παράλληλα με τη βελτίωση των Ελλήνων παικτών και της ανταγωνιστικότητας (άλλο ανταγωνιστικό, άλλο επίπεδο/ποιότητα) του ελληνικού πρωταθλήματος, ήρθε και η άνοδος των Ελλήνων προπονητών. Ένα τρίπτυχο που χάραξε την ταυτότητα της "ελληνικής σχολής", του σκεπτόμενου μπάσκετ, όπως το περιγράφει πολύ εύστοχα ο Αργύρης Πεδουλάκης.

Ο λόγος για το μπάσκετ του μισού γηπέδου, του "διαβάσματος" των φάσεων, της τακτικής. Το μπάσκετ που καθιέρωσε ο Παναγιώτης Γιαννάκης και αποθέωσε η Εθνική Ελλάδος το 2005 και το 2006. Ένα στυλ μπάσκετ, μια ολόκληρη φιλοσοφία γύρω από την προπόνηση, την προετοιμασία για τον αγώνα και το χτίσιμο της ομάδας (μέσω των ρόλων), που έγινε καθημερινότητα και κτήμα των προπονητών στη χώρα μας.

Το μπάσκετ στο έδαφος (η κυριαρχία του stride-stop έναντι του μπασίματος), η σημασία των αποστάσεων και η εκτέλεση μετά την πρώτη αμυντική περιστροφή, το ξεκαθάρισμα των ρόλων (πχ ο Λάζος που σε 10 λεπτά έπαιρνε περισσότερες μπάλες από ότι έπαιρναν άλλοι ψηλοί σε... δύο παιχνίδια) και το rotation βάσει συγκεκριμένου χρόνου ποτίστηκαν στην ελληνική φιλοσοφία και έγιναν κτήματα της ελληνικής σχολής, όπως τα καθιέρωσε ο "Δράκος".

Το μπάσκετ, όμως, εξελίσσεται. Και βλέπουμε άλλους προπονητές να βάζουν φαρδιά-πλατιά την υπογραφή τους. Όπως για παράδειγμα οι αμυντικές ιδέες του Πεδουλάκη στον Παναθηναϊκό, η επιθετική λειτουργία του Ολυμπιακού από τον Γιώργο Μπαρτζώκα, το μπάσκετ ρυθμού του Φώτη Κατσικάρη, τρικ και ιδέες όπως η 1-1-2-1 του Ζούρου...

Συμπέρασμα; Η πορεία προς την κορυφή, η οποία χαράχτηκε πρώτα από τις ομάδες και δεύτερον από τους Έλληνες παίκτες, διανύθηκε και από τους προπονητές, που βρίσκονται πλέον στον αφρό και έχουν τη δυνατότητα να αυτο-διαφημιστούν μέσα από τη δουλειά τους σε διεθνές επίπεδο. Και κατάφεραν με το σπαθί τους να γίνουν το φετινό καλοκαίρι το καλύτερο εξαγώγιμο προϊόν της Ελλάδας.

Έντεκα εκατομμύρια προπονητές έχουμε. Αλίμονο, αν δεν ήταν και κάποιοι καλοί...

TAGS EUROLEAGUE
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ