X

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας αποθηκεύουμε ή/και έχουμε πρόσβαση σε πληροφορίες σε μια συσκευή, όπως cookies και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως μοναδικά αναγνωριστικά και τυπικές πληροφορίες που αποστέλλονται από μια συσκευή για εξατομικευμένες διαφημίσεις και περιεχόμενο, μέτρηση διαφημίσεων και περιεχομένου, καθώς και απόψεις του κοινού για την ανάπτυξη και βελτίωση προϊόντων. Με την άδειά σας, εμείς και οι συνεργάτες μας ενδέχεται να χρησιμοποιήσουμε ακριβή δεδομένα γεωγραφικής τοποθεσίας και ταυτοποίησης μέσω σάρωσης συσκευών. Μπορείτε να κάνετε κλικ για να συναινέσετε στην επεξεργασία μας και των συνεργατών μας όπως περιγράφεται παραπάνω. Εναλλακτικά, μπορείτε να αποκτήσετε πρόσβαση σε πιο λεπτομερείς πληροφορίες και να αλλάξετε τις προτιμήσεις σας πριν από τη συγκατάθεσή σας ή να αρνηθείτε να δώσετε τη συγκατάθεσή σας. Λάβετε υπόψη ότι κάποια επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων ενδέχεται να μην απαιτεί τη συγκατάθεσή σας, αλλά έχετε το δικαίωμα να αντιταχθείτε σε αυτήν την επεξεργασία. Οι προτιμήσεις μας θα ισχύουν μόνο για αυτόν τον ιστότοπο.

OPINIONS

Η κληρονομιά του κυρ Θόδωρου

Ο Γιάννης Φιλέρης γράφει για τον τελευταίο εκδότη. Τον Θόδωρο Νικολαΐδη, που έφυγε και άφησε πίσω του ένα τεράστιο κενό και μια πιο μεγάλη κληρονομιά.

Δεν είναι τόσο εύκολο να γράψεις για τον κυρ Θόδωρο. Τον άνθρωπο που ίδρυσε και διεύθυνε μια αθλητική εφημερίδα εδώ 62 ολόκληρα χρόνια κι έφυγε το Σάββατο (18/3) σε ηλικία 91 ετών, αφήνοντας πίσω του ένα τεράστιο όσο και δυσαναπλήρωτο κενό.

Συνήθως στη μνήμη των εκλιπόντων, όλοι εμείς που μένουμε πίσω, γράφουμε για τις δικές μας … εμπειρίες. Λες και τον αναγνώστη, ή τον ακροατή, τον ενδιαφέρουν τι κάναμε εμείς και όχι αυτός που έφυγε από τη ζωή. Θα προσπαθήσω να το αποφύγω, έστω κι αν η ζωή μου, είναι συνυφασμένη με το Φως.

Ο Θόδωρος Νικολαΐδης απέφευγε τη δημοσιότητα, όπως ο διάολος το λιβάνι. Δεν του άρεσε να δίνει συνεντεύξεις, να φαίνεται προς τα έξω. Ελάχιστες φωτογραφίες του υπάρχουν. Ίσως γιατί αγαπούσε ακόμη και τώρα στα 91 του, την παλιά καλή δημοσιογραφία, αυτή που υπηρέτησε από μικρό παιδί στην Αθλητική Ηχώ κι ύστερα στο δημιούργημα της ζωής του, το Φως των Σπορ.

Ναι, ο κυρ Θόδωρος ήταν ο τελευταίος πραγματικός εκδότης στην Ελλάδα. Εκδότης, κανονικός, όχι εργολάβος, επιχειρηματίας, βιομήχανος, εφοπλιστής κλπ. Η δουλειά του ήταν να βγάζει μια εφημερίδα. Κι αυτό το έκανε με υποδειγματική συνέπεια περισσότερο από μισό αιώνα.

Πριν από τριαντατόσα χρόνια, δεν έχει τόση σημασία, η πρώτη απόδειξη πληρωμής από την ΘΜ Νικολαΐδης ΑΕ, κόπηκε στο όνομά μου. Μου την είχε δώσει η κυρία Ειρήνη Νικολαΐδου, που μαζί με την κόρη της Μαρία, είχαν την ευθύνη του λογιστηρίου: 640 δραχμές, αν δεν κάνω λάθος. Το ΦΩΣ ήταν για τον κυρ Θόδωρο η ίδια του η οικογένεια. Λίγα χρόνια αργότερα, άρχισε να δημοσιογραφεί στην εφημερίδα και η δεύτερη κόρη του, Όλγα.

Για τους Ολυμπιακούς το ΦΩΣ ήταν και παραμένει το «ευαγγέλιο». Κυκλοφορούσε για να περιγράφει τους θριάμβους της «ερυθρόλευκης» ομάδας, να κριτικάρει τα κακώς κείμενα, να είναι παρών σε όλα τα μεγάλα γεγονότα. Δεν έκρυψε ο κυρ Θόδωρος ότι ήταν Ολυμπιακός. Ότι ζούσε και ανέπνεε για να κερδίζει η ομάδα του, ότι είχε ένα σωρό γούρια.

Πολλές φορές δεν άντεχε να βλέπει την εξέλιξη των αγώνων, γι αυτό και τις Κυριακές είχε καθιερώσει τη βόλτα με την κόκκινη Τζάγκουαρ, γύρω-γύρω από το παλιό Καραϊσκάκη. Μέσα έπαιζε ο Ολυμπιακός και απ' έξω ο κυρ Θόδωρος, περίμενε τη λήξη για να πάει στα ιστορικά Γραφεία στην οδό Πειραιώς 9-11.

Το Γραφείο του ήταν σαν άβατο, τότε για μας τα μειράκια της δημοσιογραφίας. Απ' έξω … κέρβερος ο μακαρίτης πλέον Νίκος Καρελλάς, να ακούει τις εντολές, τις παρατηρήσεις και τα σχόλια του «αφεντικού» όπως τον φώναζαν όλοι. «Το 'χες πει Θόδωρε» η μόνιμη απάντησή του.

Τον φωνάζαμε «Μάο» με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Και τον θυμόμαστε ακόμη να φοράει το περίφημο καρό σακάκι και τα μαύρα γυαλιά Rayban.

Τα δωμάτια μύριζαν δημοσιογραφικό χαρτί, που κόβαμε για να γράψουμε, εμείς τα μειράκια του επαγγέλματος. Πιο μέσα τα μελάνια και οι τσίγκοι του τυπογραφείου, με τους λινοτύπες να χτυπάνε τα κείμενά μας, έμοιαζε με σκηνικό γεμάτο μαγεία, για ένα επάγγελμα που μαθαίναμε από το … άλφα.

Λένε ότι ο Νικολαΐδης ήταν ισχυρογνώμων, πεισματάρης, αυταρχικός, ήθελε να περνάει το δικό του, να επιβάλλει τη γραμμή του, αν δεν συμφωνούσες μαζί του σου’ κλεινε το τηλέφωνο. Μπορεί.

Η εφημερίδα του, όμως, είτε στην Πειραιώς, είτε στην Λεωφόρο Καβάλας που μετακόμισε αργότερα, ήταν πάντοτε ανοιχτή για τους νέους δημοσιογράφους. Γαλούχησε γενιές και γενιές, έδωσε ευκαιρίες, άνοιξε δρόμους και εμπιστεύτηκε τους νέους, ακόμη κι εκείνους που δεν τους ήξερε καν, ή δεν του είχαν πάει «συστημένοι». Μην σας πω ότι αυτούς τους … γούσταρε και περισσότερο.

Ίσως, γιατί στα πρόσωπά τους, στη λαχτάρα τους, να πετύχουν να κάνουν κάτι καλό στη ζωή τους, έβλεπε τον δικό του εαυτό. Πως ξεκίνησε φτωχόπαιδο από τον Πειραιά, για να χτίσει σιγά-σιγά την μικρή του αυτοκρατορία. Πως αγάπησε το ποδόσφαιρο και τον Ολυμπιακό, τον παλιό καλό Ολυμπιακό, με τους Χέλμηδες, τον Κοτρίδη, τον Μουράτη, τον Ρωσίδη, τον Υφαντή, τον Μπέμπη, το Δαρίβα.

Λάτρεψε τον Ολυμπιακό, είναι αλήθεια. Αλλά και σεβόταν τους αντιπάλους του. Την εφημερίδα του, άλλωστε, τη διάβαζαν και πολλοί ΑΕΚτζήδες και πολλοί Παναθηναϊκοί. Ακόμη και στην εποχή του πλήρους διαχωρισμού, του οπαδισμού και του ρεπορτάζ του «ή εμείς, ή κανείς», το ΦΩΣ ήταν διαφορετικό. Σεβόταν την είδηση, υπηρετούσε τη δημοσιογραφία.

Του το αναγνώριζαν όλοι, στην πολυετή διαδρομή του. Ο κυρ Θόδωρος, αγαπούσε πάνω απ’ όλα την εφημερίδα. Ήταν εκεί, μέχρι την τελευταία στιγμή, ακλόνητος, να βλέπει τους τίτλους, να κάνει την πρώτη σελίδα, να παίρνει τηλέφωνο για να διορθώσει μια λάθος φράση. Ένας δημοσιογράφος, με όλη τη σημασία της λέξης.

Αυτή είναι και η κληρονομιά που αφήνει ο Θόδωρος Νικολαΐδης. Ένας αρχοντάνθρωπος, προσωπικός φίλος και οικοδεσπότης στο σπίτι του στην αγαπημένη του Μύκονο, του Κωνσταντίνου Καραμανλή.

Μια σπάνια φιλία, που κράτησε χρόνια έστω κι αν ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας και Πρωθυπουργός δεν ήταν καν … φίλαθλος.

Καλό ταξίδι κυρ Θόδωρε. Σε ευχαριστούμε για όλα…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ