X

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας αποθηκεύουμε ή/και έχουμε πρόσβαση σε πληροφορίες σε μια συσκευή, όπως cookies και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως μοναδικά αναγνωριστικά και τυπικές πληροφορίες που αποστέλλονται από μια συσκευή για εξατομικευμένες διαφημίσεις και περιεχόμενο, μέτρηση διαφημίσεων και περιεχομένου, καθώς και απόψεις του κοινού για την ανάπτυξη και βελτίωση προϊόντων. Με την άδειά σας, εμείς και οι συνεργάτες μας ενδέχεται να χρησιμοποιήσουμε ακριβή δεδομένα γεωγραφικής τοποθεσίας και ταυτοποίησης μέσω σάρωσης συσκευών. Μπορείτε να κάνετε κλικ για να συναινέσετε στην επεξεργασία μας και των συνεργατών μας όπως περιγράφεται παραπάνω. Εναλλακτικά, μπορείτε να αποκτήσετε πρόσβαση σε πιο λεπτομερείς πληροφορίες και να αλλάξετε τις προτιμήσεις σας πριν από τη συγκατάθεσή σας ή να αρνηθείτε να δώσετε τη συγκατάθεσή σας. Λάβετε υπόψη ότι κάποια επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων ενδέχεται να μην απαιτεί τη συγκατάθεσή σας, αλλά έχετε το δικαίωμα να αντιταχθείτε σε αυτήν την επεξεργασία. Οι προτιμήσεις μας θα ισχύουν μόνο για αυτόν τον ιστότοπο.

LONGREADS

Παγκόσμιοι μπελάδες

Ο Γιάννης Φιλέρης θυμίζει τα συνεχόμενα προβλήματα της Ελλάδας στις τρεις πρώτες συμμετοχές της στο Παγκόσμιο Κύπελλο. Πρωταγωνιστές, Γκάλης, Γιαννάκης, Κιουμουρτζόγλου και οι αναμνήσες-διδάγματα μιας ολόκληρης εποχής

Πηγαίνοντας στη Σεβίλλη, για το 7ο Παγκόσμιο Κύπελλο (ή Μουντομπάσκετ, ή Παγκόσμιο Πρωτάθλημα, όπως το λέγαμε παλιότερο) είναι λογικό να θυμάσαι και τα έξι που προηγήθηκαν. Αυτή η διοργάνωση, άλλωστε, είναι η μόνη -σε παγκόσμιο επίπεδο- που αναδεικνύει την τρομακτική άνοδο του ελληνικού μπάσκετ τα τελευταία 30 χρόνια.

Μέχρι το 1986 η Ελλάδα δεν είχε εμφανιστεί ούτε μια φορά στη διοργάνωση, που είχε ξεκινήσει το 1950 στο “Λούνα Παρκ” του Μπουένος Άιρες. Από τότε, όμως, που έπαιξε για πρώτη φορά (το 1986) έχασε μόνο το τουρνουά του 2002 στην Ινδιανάπολη. Έπαιξε συνολικά έξι φορές, φτάνοντας αισίως τους 50 αγώνες (απολογισμός 28 νίκες 22 ήττες), δίνοντας το παρών σε ένα μεγάλο (το 2006) και δυο μικρούς τελικούς (1994, 1998). Απολογισμός ένα αργυρό μετάλλιο. Για να καταλάβετε σε ολυμπιακά τουρνουά, η Εθνική Ομάδα, έχει 3 συμμετοχές (1996, 2004 και 2008 και μια 4η το 1952, όταν πήγε στο Ελσίνκι, παίζοντας στο προολυμπιακό τουρνουά) αλλά ποτέ της δεν βρέθηκε πιο πάνω από την πέμπτη θέση.

Μας πάει το Παγκόσμιο Κύπελλο σαν διοργάνωση. Κι ας είναι ένα τουρνουά, που έχει προκαλέσει και πολλούς μπελάδες, αλλά και στο οποίο έχουμε συμμετάσχει -κατά καιρούς- με πολύ μεγάλες απουσίες! Αρκεί να σας πούμε ότι στις τρεις πρώτες συμμετοχές μας έλειψαν ο Φασούλας, ο Γκάλης και ο ... προπονητής Ευθύμης Κιουμουρτζόγλου.

Ο σπόρος φυτεύτηκε το 1986

Σε ένα τρελό παιχνίδι των προκριματικών στο Εκκεντρεβίλ της Γαλλίας, η Ελλάδα νικούσε με 130-126 σε δυο παρατάσεις και έκανε το αποφασιστικό βήμα πρόκρισης στα τελικά της Ισπανίας. Στην παρθενική μας συμμετοχή σε ένα τόσο μεγάλο τουρνουά μας έλειπε ο κλασικός σέντερ. Ο Παναγιώτης Φασούλας δεν δίνει το παρών, αφού όλη τη σεζόν την περνάει στην Αμερική δοκιμάζοντας την τύχη του στο κολεγιακό πρωτάθλημα και το Νορθ Καρολάινα Γιουνιβέρσιτι.

Στην Ισπανία δεν ταξίδεψε ούτε ο Δημήτρης Κοκολάκης, που είχε βοηθήσει σημαντικά στα προκριματικά αλλά ήταν ήδη 37 ετών. Η Ελλάδα ταξίδεψε στην Ισπανία, παίζοντας με βασικό “πεντάρι” τον Αργύρη Καμπούρη και μπακ-απ τον 21χρονο Παναγιώτη Καρατζά. Τηρουμένων των αναλογιών, όμως, η Εθνική Ομάδα έκανε ένα εξαιρετικό τουρνουά, με τον Γκάλη να σκοράρει κατά βούληση (συνολικά 337π, πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης) κάνοντας, μάλιστα, και ρεκόρ πόντων σε ένα αγώνα (53 εναντίον του Παναμά, στην πρεμιέρα).

Εκεί “δοκιμάσαμε” για πρώτη φορά τις δυνάμεις. Τεστάραμε τη μηχανή, που ένα χρόνο μετά ... εξερράγη στην Αθήνα και στο Ευρωμπάσκετ 87. Γκάλης και Γιαννάκης έχοντας παίξει ένα χρόνο μαζί στον Άρη, βρίσκονταν με κλειστά μάτια και οι Έλληνες άρχισαν να βλέπουν την εθνική μπάσκετ σαν μια ομάδα που μπορούσε να τους ταξιδέψει. Το έκανε με τον καλύτερο τρόπο τα χρόνια που ακολούθησαν. Ο Γκάλης άρχισε να πονοκεφαλιάζει τους αντιπάλους και ο Ρισάρ Ντακουρί, μετά το ματς Ελλάδας-Γαλλίας (σκορ 87-84, ο Νικ 34π) παραδέχθηκε:

“Υπήρχε τρόπος να τον σταματήσουμε. Να τον κλειδώναμε στο ξενοδοχείο του...”

Δεν ήταν όλα ειδυλλιακά στην Ισπανία. Ο Φάνης Χριστοδούλου συνειδητοποίησε τι εστί Οσκάρ Σμιντ. Στα 21 του, ο Φάνης έπαιζε για πρώτη φορά σε μια μεγάλη διοργάνωση. Ο Πολίτης του ανέθεσε το μαρκάρισμα του Οσκάρ, αλλά ο μεγάλος Βραζιλιάνος τον ... ζάλισε για τα καλά, σημειώνοντας 40 πόντους με 8/10 τρίποντα. Στον αγώνα με την Ισπανία, ο Γιαννάκης σουτάρει για τρεις ενώ το σκορ ήταν 87-86 υπέρ των γηπεδούχων (που δεν τους είχαμε νικήσει ποτέ και θα περιμέναμε άλλα τέσσερα χρόνια για να το πετύχουμε, αφού ακόμη και στο Ευρωμπάσκετ 87, η φούρια ρόχα μας είχε νικήσει). Ο Φίλιππος Συρίγος φωνάζει από το μικρόφωνο “όχι τρίποντο”, αλλά ο Γιαννάκης παρότι αστόχησε ακόμη και τώρα επιμένει ότι έκανε το σωστό: “Το έκανα για να έχουμε κι άλλη μία επίθεση”

Επίσης στην β΄φάση, η Ελλάδα δεν νίκησε κανέναν (έχασε μέχρι και από την Κούβα), ο Γκάλης αρπάχτηκε με τον Κώστα Πολίτη μετά τον αγώνα με το Ισραήλ (όπου ο Λαβόν Μπερντ Μέρσερ, ένας θηριώδης σέντερ που έπαιζε και στη Μακάμπι μας είχε κάνει ... γιο-γιο). Ωστόσο σε αυτό το Μουντομπάσκετ, η Ελλάδα με τη 10η θέση που κατέκτησε έστελνε ένα προειδοποιητικό μήνυμα προς όλους.

Ένα Μουντομπάσκετ που το κέρδισαν οι Αμερικανοί του Ντέιβιντ Ρόμπινσον και του Τάιρον Μπογκς (του ... κοντοπίθαρου των 159 εκατοστών), αλλά θα το θυμόμαστε όλοι για τον μεγάλο ημιτελικό Σοβιετικής Ένωσης-Γιουγκοσλαβίας. Λιγότερο από 60 δευτερόλεπτα, οι “πλάβι” με τον Τσούτουρα είχαν κάνει το 86-75. Ο αείμνηστος Φ.Συρίγος τους στέλνει στον τελικό, αλλά τα δυο συνεχόμενα τρίποντα από Σαμπόνις-Τιχονένκο, το νταμπλ-τριπλ του 18χρονου τότε, Βλάντε Ντίβατς και μια ακόμη τρίποντη βόμβα από τον Βάλντις Βάλτερς διαμορφώνουν το 85-85 και πάνε το ματς στην παράταση, όπου επικράτησαν οι Σοβιετικοί. Ακόμη και τώρα, αυτό το ματς θεωρείται η μεγαλύτερη ανατροπή όλων των εποχών...

Τι γίνεται ρε παιδιά;

Τέσσερα χρόνια μετά όλα ήταν διαφορετικά. Είχαν μεσολαβήσει δυο μετάλλια (το χρυσό του 87, το αργυρό του 89) οι μπασκετμπολίστες ήταν ένα είδος ποπ-σταρ της εποχής, άσχετα αν ακόμη δεν είχαν συμβόλαια.

Θεωρούνταν ερασιτέχνες, αν και οι αποδοχές τους άρχισαν να ... ξεφεύγουν. Ο γενικός γραμματέας του ΠΣΑΚ είχε απειλήσει δημόσια ότι αν “οι αρμόδιοι συνεχίζουν να κωλυσιεργούν και να μη θεσπίζουν τα συμβόλαια των παικτών, οι διεθνείς δεν πρόκειται να κατέβουν στο Μουντομπάσκετ. Και τότε θα γελάσουμε πολύ”!

Η Πολιτεία δεν φαινόταν πάντως να πολυσυμπαθεί το μπάσκετ. Η Εθνική δεν μπορούσε να προπονηθεί στο ΣΕΦ (το μεγαλύτερο γήπεδο της χώρας τότε) ενώ στη Γλυφάδα, που έκανε προετοιμασία δεν υπήρχε κλιματισμός και όλοι έβγαζαν τη μπέμπελη.

Αυτός που παραλίγο να βγει από τα ρούχα του ήταν ο προπονητής Ευθύμης Κιουμορτζόγλου. Ο Γκάλης που ήταν ήδη 33 ετών και προοριζόταν να παίξει περισσότερο “άσος” από δυάρι, στον πρώτο αγώνα του τουρνουά Ακρόπολις, εναντίον της Τσεχλοσλοβακίας, έπαθε διάστρεμμα. Αποχώρησε στο πέμπτο λεπτό, πηγαίνοντας στο νοσοκομείο κι ενώ στο γήπεδο δεν υπήρχε ... γιατρός. Ούτε καν της Εθνικής Ομάδας!

Οι μπασκετμπολίστες ήταν ένα είδος ποπ-σταρ της εποχής

Ένα διάστρεμμα δεν σε αφήνει εκτός μιας μεγάλης διοργάνωσης, ωστόσο ο Γκάλης επικαλέστηκε τραυματισμό του και αποφάσισε να μη κατέβει στο Μουντομπάσκετ. Οι φήμες ότι είχε ζητήσει μια μερσεντές από την ΕΟΚ δεν επιβεβαιώθηκαν ποτέ. Η αλήθεια είναι ότι η απουσία του προκαλούσε ένα τεράστιο σοκ γιατί ήταν η πρώτη φορά που η Εθνική Ομάδα ταξίδευε σε ένα μεγάλο τουρνουά χωρίς τον κορυφαίο της σκόρερ.

Παραμονές της αναχώρησης ο Κιουμουρτζόγλου θέτει την παραίτησή του στα υπόψιν της ομοσπονδίας, που αρνείται να την κάνει δεκτή. Ο προπονητής δίνει συνέντευξη στο περιοδικό “Τρίποντο” με τίτλο “Προς Θεού μη διαλυθούμε”. Στην ερώτηση για τον Γκάλη, δεν θέλησε να πει τίποτε περισσότερο από το “κάποιος λείπει από την παρέα” ενώ άφησε να εννοηθεί ότι δεν θα αργούσε η αποχώρησή του από τον πάγκο της Εθνικής. Το έκανε, αλλά μετά από μια τετραετία, κατά σύμπτωση, λίγο πριν από το ξεκίνημα του επόμενου Παγκοσμίου Πρωταθλήματος.

Κόντρα σε όλα τα προγνωστικά, η Εθνική Ομάδα όχι μόνο δεν διαλύθηκε, αλλά τηρουμένων των αναλογιών, πέτυχε ένα θαύμα, καθώς κατέκτησε την 6η θέση. Στην πρεμιέρα, μάλιστα, λίγο έλειψε να νικήσει και τους Αμερικανούς.

Ενάμισι λεπτό πριν από το τέλος το σκορ ήταν 89-89. Κανείς δεν έβαλε καλάθι, μέχρι το τέλος, αν και στα 3,5'' ο Παταβούκας πέταξε την μπάλα πίσω από το κέντρο του γηπέδου. Η μπάλα αναπήδησε δυο φορές στο καλάθι, ο Γαλακτερός άρπαξε το ριμπάουντ και ευστόχησε. Αρχικά οι διαιτητές το μέτρησαν, μετά όμως άλλαξαν γνώμη. Το ματς πήγε στην παράταση και η τελευταία “ερασιτεχνική” ομάδα των ΗΠΑ (αλλά με παίκτες όπως ο Αλόνζο Μούρνιγκ, ο Τσαρλς Σμιθ και ο Κένι Άντερσον) μας νίκησε 103-95 στην παράταση.

Τον Σιζέφσκι τον λέμε μίστερ ζίρο. Δεν έχει κερδίσει κάτι

Το νερό είχε μπει, όμως, στο αυλάκι. Ο Παναγιώτης Γιαννάκης έκανε το τουρνουά της καριέρας του (μ.ο 20.6π), ο Φάνης Χριστοδούλου νίκησε ...σχεδόν μόνος του την Ισπανία (παίζοντας όπως είπε και για το ξενοδοχείο της ομάδας, αφού αν έχανε η Εθνική θα πήγαινε για αγώνες κατάταξης στην ορεινή Σάλτα) σπάζοντας μια 25χρονη παράδοση, ο Γαλακτερός ήταν η αποκάλυψη της ομάδας και έγινε εξώφυλλο στο περιοδικό της FIBA με τίτλο “the rocket man” σε ένα Μουντομπάσκετ το οποίο πήρε η Γιουγκοσλαβία στην τελευταία της εμφάνιση ως ενιαία χώρα. Μια μοναδική ομάδα, στο απόλυτο σημείο της ωριμότητάς της.

Με Ντράζεν, Κούκοτς (σε αυτό το τουρνουά ξετρέλανε τον Τζέρι Κράουζε των Σικάγο Μπουλς), Πάσπαλι, Ντίβατς, Ζντοβτς, του Ζέλικο Ομπράντοβιτς (σαν παίκτη) και του Ντούσαν Ίβκοβιτς που είχε αναλάβει την ομάδα και αμέσως μετά το χρυσό μετάλλιο δήλωνε: “Νομίζω ότι βρήκαμε ξανά μια μεγάλη φουρνιά παικτών. Θα είμαστε σε υψηλό επίπεδο, τουλάχιστον μέχρι το 2000” είπε. Δεν φανταζόταν τη διάλυση της ίδιας του της χώρας. Ο τελικός, άλλωστε, Γιουγκοσλαβίας-Σ.Ένωσης ήταν ο τελευταίος των δυο ομάδων για το διεθνές μπάσκετ.

Οι Αμερικανοί κατακτούσαν το χάλκινο μετάλλιο με προπονητή τον Μάικ Σιζέφσκι, τον οποίο ο Ντον Νέλσον “έθαβε” στους Έλληνες δημοσιογράφους: “Τον Σιζέφσκι τον λέμε μίστερ ζίρο. Δεν έχει κερδίσει κάτι. Περιμένετε μέχρι το 92 και θα δείτε τις ΗΠΑ με τους επαγγελματίες του ΝΒΑ...”

Ή εγώ ή αυτός, δηλαδή... αυτός!

Το 1994 η Εθνική βρέθηκε πάλι στην αμερικάνικη Ήπειρο. Αυτή τη φορά στην Β.Αμερική και τον Καναδά. Την περίμενε η θαυμάσια ελληνική ομογένεια του Τορόντο. Το ταξίδι άρχισε με περιπετειώδη τρόπο. Και για μένα που μαζί με τον αείμνηστο συνάδελφο και φίλο Γιάννη Αντωνόπουλο, χάσαμε το αεροπλάνο από το Λονδίνο και κυρίως για την Εθνική που ενδιάμεσα Αμερικής και Καναδά, έχασε τον προπονητή της.

Η ελληνική ομάδα προετοιμαζόταν στην Ουάσιγκτον. Στην ημέρα του ρεπό, ο Παναγιώτης Φασούλας ζήτησε άδεια από τον Κιομουρτζόγλου να πάει βόλτα. Μόνο, που η βόλτα ήταν μέχρι το ... Μανχάταν της Νέας Υόρκης. Ο Ευθύμης είπε όχι, ο Φασούλας όμως δεν έκανε πίσω. Ενημέρωσε τον αρχηγό της αποστολής, Κώστα Παρίση, ότι θα έφευγε για τη Ν.Υόρκη και θα επέστρεφε κανονικά την επόμενη μέρα.

Ο ομοσπονδιακός προπονητής, ζήτησε από την ΕΟΚ να τιμωρήσει τον Φασούλα αποκλείοντάς τον από την αποστολή για το Μουντομπάσκετ, λέγοντας ότι “κρούσματα απροθυμίας έχουν υπάρξει στο παρελθόν, απειθαρχίας όμως, ποτέ”.

Η ομοσπονδία που τέσσερα χρόνια πριν είχε στηρίξει τον προπονητή, τώρα στήριζε τον Φασούλα.

Ο Ευθύμης δεν μπορούσε να συνεχίσει. Υπέβαλλε την παραίτησή του και επέστρεψε στην Αθήνα, λέγοντας το ιστορικό “μπορείτε να αρχίσετε την επανάσταση χωρίς εμένα”. Προπονητής αναλάμβανε ο Μάκης Δενδρινός και ο Φασούλας την υποχρέωση να παίξει το ... μπάσκετ της ζωής του.

Πρώτα στο Μέιπλ Λιφς Σέντερ και εν συνεχεία στο αχανές Σκάιντομ, η Ελλάδα έκανε μια μικρή επανάσταση. Πήρε την 4η θέση, την καλύτερη ως τότε, χάνοντας στον μικρό τελικό από την Κροατία, έχοντας περάσει δια πυρός και σιδήρου. Με δυο μεγάλες νίκες επί της Γερμανίας και του Καναδά (στον οποίο έπαιζαν ο Ρικ Φοξ και ο Στιβ Νας) και την περίφημη βολή του Σιγάλα που του ζητήθηκε να πάει στο σίδερο να ... βρίσκει τον στόχο.

H ήττα από το Π.Ρίκο με +8π δεν μας άρεσε. Κανείς δεν είχε κέφι να πανηγυρίσει, γιατί με βάση τη λογική, αν η Ισπανία νικούσε την Κίνα, θα ερχόταν στον όμιλό μας, οπότε βράσε όρυζα.

Αυτά μας έχουν φάει. Οι υπολογισμοί και οι ... διαφορές, οι ήττες και οι νίκες που είναι καλές ή κακές. Τελικά, ο Σιγάλας έκανε καλά που την έβαλε τη βολή. Γιατί λίγη ώρα αργότερα η Κίνα νικούσε την Ισπανία και όλα άλλαζαν. Ο δρόμος για την τετράδα ήταν ανοιχτός!

Ο αγώνας με τον Καναδά, που εν τέλει μας έστειλε στα ημιτελικά, άρχιζε στις 4 τα ξημερώματα, ώρα Ελλάδας. Θυμάμαι ακόμη τα... κλομπ των Καναδών αστυνομικών, να με σπρώχνουν σε ολόκληρο το δεύτερο ημίχρονο ενώ μετέδιδα το ματς από τις “εγκαταστάσεις του Flash 9.61” όπως ευφυώς είχε βαφτίσει ο συνάδελφος Άρης Νικολάκης τα δυο τεράστια κινητά τηλέφωνα που κάναμε τις μεταδόσεις.

Στο τέλος δεν άντεξα και φώναξα: Please its a live transmission! Μάλλον ο αστυνομικός με λυπήθηκε. Μπορεί να φοβήθηκε το κινητό τηλέφωνο, γιατί με άφησε να ορμήξω αμέσως μετά τη λήξη και να πάρω απευθείας τις πρώτες δηλώσεις του συγκινημένου Μάκη Δενδρινού.

Έλεγα ότι δεν είχα βγάλει φωτογραφίες αυτών των τηλεφώνων, που μετά από 20 χρόνια μοιάζουν προϊστορικά. Το έκανε για μένα ο 17χρονος τότε Θέμης Καίσαρης, που τη δημοσίευσε στο Contra και με... πήγε μια εικοσαετία πίσω. Ακριβώς δίπλα στον Δενδρινό και στον Φ.Συρίγο, όπως βλέπετε στην φωτογραφία.

Η Ελλάδα όχι μόνο δεν διαλύθηκε αλλά έκανε ένα μεγάλο τουρνουά. Ο Φασούλας που είχε ξεκινήσει από την αναχώρηση της ομάδας την γκρίνια (“είμαστε σα λαθρομετανάστες” είχε πει, γιατί ΕΟΚ και σωματεία δεν προχωρούσαν στην ασφάλιση των παικτών, όχι για να μη νομίζετε ότι τα θέματα που προκύπτουν είναι ... καινούργια) έκανε πράγματι τα καλύτερα ματς της καριέρας του: 14.2π και 7.2 ρ! Ο Φάνης ήταν επίσης απολαυστικός, ενώ στον Γιαννάκη έκαναν δώρο μια τούρτα με τον αριθμό 300. Όσοι και οι αγώνες του με την Εθνική ως εκείνο το τουρνουά.

Η Εθνική έπαιξε και με την Ντριμ Τιμ Νο 2. Έγινε η πρώτη ομάδα που την κράτησε κάτω από τους 100 πόντους, ενώ προηγήθηκε κιόλας με το ιστορικό 17-14. Ο Σακίλ Ο΄Νιλ που στον αγώνα με την Κροατία κρατούσε και ένα ελληνικό σημαιάκι, μιλούσε με τα καλύτερα λόγια για την ομάδα, που είχε κάνει ξανά το θαύμα της.

Αυτή είναι η έναρξη των περιπετειών της Εθνικής στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων. Όχι ότι η συνέχεια ήταν πιο ήρεμη. Το 1998 η ανακατωσούρα ήρθε στο τέλος, όταν ο Γιαννάκης (προπονητής, πλέον) ξέσπασε για την “άδικη κριτική” σε βάρος του (ενώ η ομάδα είχε κατακτήσει την 4η θέση). Που να φανταζόταν κι αυτός ότι η επόμενη φορά, θα 'ρχόταν οκτώ χρόνια αργότερα σε μια προσωπική δικαίωση και ένα ρεσιτάλ απ' όλη την ομάδα του 2006, που κατέκτησε το αργυρό μετάλλιο...

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ