X

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας αποθηκεύουμε ή/και έχουμε πρόσβαση σε πληροφορίες σε μια συσκευή, όπως cookies και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως μοναδικά αναγνωριστικά και τυπικές πληροφορίες που αποστέλλονται από μια συσκευή για εξατομικευμένες διαφημίσεις και περιεχόμενο, μέτρηση διαφημίσεων και περιεχομένου, καθώς και απόψεις του κοινού για την ανάπτυξη και βελτίωση προϊόντων. Με την άδειά σας, εμείς και οι συνεργάτες μας ενδέχεται να χρησιμοποιήσουμε ακριβή δεδομένα γεωγραφικής τοποθεσίας και ταυτοποίησης μέσω σάρωσης συσκευών. Μπορείτε να κάνετε κλικ για να συναινέσετε στην επεξεργασία μας και των συνεργατών μας όπως περιγράφεται παραπάνω. Εναλλακτικά, μπορείτε να αποκτήσετε πρόσβαση σε πιο λεπτομερείς πληροφορίες και να αλλάξετε τις προτιμήσεις σας πριν από τη συγκατάθεσή σας ή να αρνηθείτε να δώσετε τη συγκατάθεσή σας. Λάβετε υπόψη ότι κάποια επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων ενδέχεται να μην απαιτεί τη συγκατάθεσή σας, αλλά έχετε το δικαίωμα να αντιταχθείτε σε αυτήν την επεξεργασία. Οι προτιμήσεις μας θα ισχύουν μόνο για αυτόν τον ιστότοπο.

LONGREADS

Ο "Pistol Pete" του τένις

Πριν από 22 χρόνια (12/04/1993), ο Πιτ Σάμπρας σκαρφάλωσε για πρώτη φορά στο Νο1 της παγκόσμιας κατάταξης. Η πορεία του Ελληνοαμερικανού τενίστα, που για πολλά χρόνια ήταν ο κορυφαίος όλων των εποχών.

Στις 12 Αυγούστου του 1971, ο Σάμι Σαμπράκος -γεννημένος στις ΗΠΑ από Έλληνα πατέρα και Εβραία μητέρα- και η σύζυγός του Γεωργία -μετανάστρια από τη Σπάρτη-, είδαν το τρίτο τους παιδί να έρχεται στον κόσμο, τον Πέτρο. Το "Πέτρος" έγινε σύντομα "Πιτ", ενώ το "Σαμπράκος" είχε γίνει προ πολλού "Σάμπρας" στο Πότομακ του Μέριλαντ όπου ζούσαν.

Εκεί, από ηλικία τριών ετών, τον κέρδισε το τένις, όταν ανακάλυψε μία ρακέτα στο υπόγειο του σπιτιού του κι έπαιζε με τις ώρες, χτυπώντας μπάλες στον τοίχο. Η δυνατότητα για να ασχοληθεί ακόμα πιο εντατικά με το άθλημα, δόθηκε στον Πιτ το 1978, όταν η οικογένειά του μετακόμισε στην Καλιφόρνια, και συγκεκριμένα στην παραθαλάσσια -και ιδιαίτερα ακριβή- περιοχή του Πάλος Βέρδες.

Με τον καιρό σύμμαχό του, ο 7χρονος Πιτ μπορούσε να προπονείται πολύ πιο ευχάριστα, αλλά και για περισσότερες ώρες, καθώς είχε βάλει στόχο να φτάσει πολύ ψηλά στο αγαπημένο του σπορ. Ήδη το είδωλό του ήταν ο σπουδαίος Ροντ Λέιβερ, τον οποίο είχε την τύχη να συναντήσει όταν ήταν 11 χρονών και μάλιστα να προπονηθεί μαζί του!

Το ταλέντο του εντοπίστηκε από τον Πίτερ Φίσερ, έναν παιδίατρο και λάτρη του τένις, ο οποίος ανέλαβε να προπονεί τον Πιτ, ώστε να αναδείξει τις δυνατότητες που είχε. Του έμαθε πώς να διαφοροποιήσει το μπάκχαντ του και αντί να χρησιμοποιεί και τα δύο χέρια, να μάθει να χτυπάει μόνο με το ένα. Αυτό έγινε και το σήμα-κατατεθέν του Σάμπρας στη μετέπειτα καριέρα του. Όπως άλλωστε και το σερβίς-βολέ, κάτι που επίσης διδάχθηκε από τον Φίσερ, ο οποίος μπορούσε να διακρίνει το δυνατό σημείο του παίκτη του, δηλαδή την ταχύτητά του.

Το άλμα και οι πρώτες ενδείξεις

Έτσι, το 1988, χωρίς ακόμα να έχει κλείσει το 17ο έτος της ηλικίας του, ο Πιτ έγινε επαγγελματίας. Τα προηγούμενα χρόνια, είχε ήδη αρχίσει να φτιάχνει το όνομά του ως ανερχόμενος αστέρας του αθλήματος, ενώ σπουδαίες ήταν οι... μάχες του στα τζούνιορς κόντρα στους Αντρέ Άγκασι, Τζιμ Κούριερ, Μάικλ Τσανγκ και Ντέιβιντ Γουίτον, μερικούς δηλαδή από τους μετέπειτα σπουδαιότερους αντιπάλους του.

Το πλέον εντυπωσιακό επίτευγμά του μόλις στην πρώτη του επαγγελματική χρονιά ήταν ότι κατάφερε να κάνει άλμα 796 (!) θέσεων στην παγκόσμια κατάταξη, καθώς από το Νο893 που βρισκόταν, έφτασε στο τέλος της σεζόν μέχρι το Νο97.

Μάλιστα, πρόλαβε να κάνει και την πρώτη του απόπειρα σε τουρνουά Γκραν Σλαμ, καθώς συμμετείχε στο US Open με wild card, αλλά ανεπιτυχώς, καθώς μόλις στον πρώτο γύρο ηττήθηκε με 7-6, 7-6, 4-6, 5-7, 2-6 από τον Περουβιανό Χάιμε Ισάγκα (Νο69). Έδειξε ωστόσο πως έχει τις δυνατότητες να σταθεί σε υψηλό επίπεδο.

Η πρώτη του νίκη σε Γκραν Σλαμ έμελλε να έρθει -τι ειρωνεία!- στο μοναδικό από τα τέσσερα που δεν κατέκτησε ποτέ, το Ρολάν Γκαρός. "Θύμα" του ήταν ο Μεξικανός Χόρχε Λοσάνο, τον οποίο νίκησε εύκολα με 6-3, 6-2, 6-4. Στο 2ο γύρο, όμως, βρήκε απέναντί του τον γνώριμό του, Μάικλ Τσανγκ, ο οποίος βρισκόταν ήδη στο Νο15 της παγκόσμιας κατάταξης. Ο Τσανγκ διέλυσε τον Σάμπρας με 6-1, 6-1, 6-1 και μάλιστα έφτασε στην κατάκτηση του τίτλου, σε ηλικία μόλις 17 ετών, κερδίζοντας μεγάλα ονόματα όπως ο Ιβάν Λεντλ και ο Στέφαν Έντμπεργκ.

Ο Σάμπρας δεν το έβαλε κάτω. Στο US Open του 1989 προχώρησε δύο βήματα παραπέρα, φτάνοντας μέχρι τον 4ο γύρο. Μάλιστα, στο 2ο γύρο έκανε και μία σπουδαία έκπληξη, αφήνοντας εκτός συνέχειας το Νο5 της παγκόσμιας κατάταξης, τον Σουηδό Ματς Βιλάντερ. Το αποτέλεσμα των εμφανίσεών του ήταν να βελτιώσει ελαφρά τη θέση του στην παγκόσμια κατάταξη, καθώς ανέβηκε στο Νο81.

Το... σήκωσε στο "σπίτι" του

Λίγο πριν το Αυστραλιανό Όπεν του 1990, ουσιαστικά δηλαδή λίγο πριν την έναρξη της σεζόν, ο Σάμπρας είχε βρεθεί στο Νο61 του κόσμου. Στη Μελβούρνη δεν κατάφερε τίποτα περισσότερο από όσα είχε κάνει λίγους μήνες νωρίτερα στη Νέα Υόρκη, φτάνοντας και πάλι μέχρι τον 4ο γύρο. Ωστόσο, λίγες μέρες μετά, στις 25 Φεβρουαρίου 1990, είχε έρθει η ώρα του. Η ώρα να κατακτήσει τον πρώτο τίτλο της επαγγελματικής του καριέρας.

Στο Ebel U.S. Pro Indoor της Φιλαδέλφεια νίκησε τους Αντρέ Άγκασι (Νο6), Τιμ Μάγιοτ (Νο8) και Αντρές Γκόμες (Νο18). Κι όχι μόνο πανηγύρισε για πρώτη φορά ένα τρόπαιο σε μεγάλο τουρνουά, αλλά κατάφερε με αυτόν τον τρόπο να κάνει εκκωφαντική είσοδο στο Top-20 της παγκόσμιας κατάταξης.

Ποτέ δεν ήθελα να είμαι ο ωραίος τύπος ή ο ιδιαίτερος τύπος ή ο ενδιαφέρων τύπος. Ήθελα να είμαι ο τύπος που κατακτά τίτλους.

Ο μεγάλος του στόχος πλέον ήταν το US Open στο τέλος του καλοκαιριού. Η σκληρή επιφάνεια ήταν αυτή στην οποία είχε μάθει να παίζει στην Καλιφόρνια κι εκεί ακριβώς πόνταρε. Κι ας ήταν μόλις 19 ετών. Δεν έλαβε μέρος στο χωμάτινο Ρολάν Γκαρός, ενώ στο χορτάρι του Γουίμπλεντον έμεινε για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά εκτός μόλις από τον 1ο γύρο.

Η προετοιμασία του για το US Open ήταν σκληρή και περιελάμβανε σχεδόν δύο μήνες συνεχόμενων αγώνων στα σημαντικότερα τουρνουά σκληρής επιφάνειας στη Βόρειο Αμερική, αντιμετωπίζοντας τενίστες όπως ο Τζον ΜάκΕνροου, ο Στέφαν Έντμπεργκ, ο Μάικλ Τσανγκ και ο Γκόραν Ιβανίσεβιτς. Σαν να λέμε, προπόνηση υψηλού επιπέδου, πόσω μάλλον για έναν τενίστα με ελάχιστη εμπειρία.

Κι όμως, το θαύμα έγινε! Ξεκινώντας στο US Open ως το Νο12 του ταμπλό, πέρασε πολύ εύκολα τους τρεις πρώτους γύρους για να βρει το πρώτο δύσκολο εμπόδιο στον 4ο γύρο, τον Αυστριακό Τόμας Μούστερ (Νο6). Έχασε το πρώτο σετ, αλλά πήρε τα τρία επόμενα και για πρώτη φορά στην καριέρα του πέρασε σε προημιτελικά Γκραν Σλαμ. Εκεί, έπεσε πάνω στον Ιβάν Λεντλ (Νο3) και σε ένα δραματικό παιχνίδι, όπου ο Αμερικανός πήρε προβάδισμα δύο σετ, αλλά ισοφαρίστηκε, τελικά πήρε τη νίκη επί του σπουδαίου Τσέχου.

Ο ημιτελικός τού έφερε τον ΜάκΕνροου, αλλά του είχε ήδη πάρει τον αέρα ένα μήνα νωρίτερα στον Καναδά και χάνοντας μόλις ένα σετ, πήρε το εισιτήριο για τον τελικό. Και πώς τα έφερε η μοίρα! Αντίπαλός του ήταν ο Αντρέ Άγκασι, ο άνθρωπος ο οποίος θα αποτελούσε το μεγαλύτερό του αντίπαλο σε ολόκληρη την καριέρα του. Εκείνος που αντιμετώπισε στον πρώτο του νικηφόρο τελικό σε Γκραν Σλαμ, αλλά κι εκείνος που θα αντιμετώπιζε στον τελευταίο του αγώνα σε Γκραν Σλαμ, και πάλι σε νικηφόρο τελικό στο US Open, το 2002.

Ο Άγκασι ήταν τότε Νο4 στον κόσμο, αλλά ο Σάμπρας δεν είχε κανένα απολύτως πρόβλημα να τον νικήσει με 6-4, 6-3, 6-2 και να χαρίσει και πάλι στους Αμερικανούς τον τίτλο, έξι χρόνια μετά τον ΜάκΕνροου, ενώ ολοκλήρωσε τη χρονιά στο Νο5 της παγκόσμιας κατάταξης.

Ακολούθησαν δύο στείρες χρονιές σε επίπεδο Γκραν Σλαμ, αφού τα μοναδικά του επιτεύγματα ήταν ότι έφτασε στον τελικό του US Open το 1992 και στα ημιτελικά του Γουίμπλεντον την ίδια χρονιά. Βέβαια, το 1991 κέρδισε τον Τζιμ Κούριερ στους τελικούς της ATP, προσθέτοντας από νωρίς και αυτόν τον τίτλο στη συλλογή του. Έναν τίτλο που θα κατακτούσε άλλες τέσσερις φορές (1994, 1996, 1997, 1999) μέχρι το τέλος της καριέρας του.

Το σωτήριο έτος 1993

Το 1993 ήταν η χρονιά-ορόσημο. Η χρονιά που θα αποδείκνυε σε όλους ότι δεν ήταν απλά ένας καλός τενίστας, αλλά ένας εξαιρετικός τενίστας. Το ξεκίνημά του ήταν αρκετά καλό, καθώς έφτασε μέχρι τα ημιτελικά του Αυστραλιανού Όπεν, όπου δεν είχε λάβει μέρος τα δύο προηγούμενα χρόνια. Παρά το γεγονός ότι δεν είχε κατακτήσει κάποιο Γκραν Σλαμ σχεδόν για 2,5 χρόνια, τον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς ανέβηκε για πρώτη φορά στο Νο1 του κόσμου, όπου έμεινε συνολικά για 286 εβδομάδες και είναι δεύτερος στη σχετική λίστα πίσω από τις 302 του Ρότζερ Φέντερερ.

Και τι δεν άκουσε τότε για το γεγονός ότι ήταν ο κορυφαίος τενίστας (βάσει κατάταξης), χωρίς να έχει κατακτήσει κάποιο μεγάλο τουρνουά για πολύ καιρό. Και βάλθηκε να διαψεύσει τις κακές γλώσσες. Μπορεί στο Ρολάν Γκαρός, στην κακή του επιφάνεια, να έφτασε μέχρι τα προημιτελικά, αλλά στο Γουίμπλεντον ήταν συγκλονιστικός. Νίκησε τους Άγκασι, Μπέκερ και Κούριερ κι άνοιξε το δρόμο για ένα μοναδικό ρεκόρ που θα ακολουθούσε τα επόμενα χρόνια, αφού μέχρι το 2000 συνέχισε να φεύγει με το τρόπαιο από το Λονδίνο, με μοναδική εξαίρεση το 1996, όταν ο Ρίχαρντ Κράιτσεκ τον απέκλεισε στα προημιτελικά. Έγινε έτσι ο πολυνίκης του Γουίμπλεντον με 7 κατακτήσεις, κάτι που κατάφερε μερικά χρόνια αργότερα και ο Φέντερερ.

Αγαπούσα το Γουίμπλεντον και ό,τι σήμαινε, αλλά η επιφάνεια δεν ήταν άνετη. Δεν μου άρεσε, ήμουν ένα παιδί της σκληρής επιφάνειας, ένα παιδί της Καλιφόρνια.

Και δεν ήταν μόνο το Γουίμπλεντον εκείνη τη χρονιά. Ήταν και ο δεύτερος τίτλος στο US Open, τρία χρόνια μετά την πρώτη του επιτυχία. Και μάλιστα χάνοντας μόνο δύο σετ στους 7 αγώνες που έδωσε μέχρι την κατάκτηση του τροπαίου. Ολοκλήρωσε τη σεζόν με περισσότερους από 1.000 άσους, ενώ χάρη στη φιλανθρωπική του δράση, για κάθε άσο χάριζε 100 δολάρια. Οπότε μπορεί πολύ απλά να αναλογιστεί κανείς πόσα εκατομμύρια δολάρια δόθηκαν χάρη στους άσους του.

Η τελευταία μεγάλη παράσταση

Με κεκτημένη ταχύτητα από το εξαιρετικό φινάλε στο 1993, ήρθε ο τίτλος και στο Αυστραλιανό Όπεν της νέας χρονιάς. Και ακολούθησαν άλλοι 10 τίτλοι σε τουρνουά Γκραν Σλαμ, 14 στο σύνολο. Το καλοκαίρι του 2000, όταν πήρε τον 7ο τίτλο του στο Γουίμπλεντον (η μοναδική φορά που οι γονείς του βρέθηκαν στο γήπεδο για να τον παρακολουθήσουν), είχε κάθε δικαίωμα να περηφανεύεται πως είναι ο κορυφαίος τενίστας όλων των εποχών, αφού έφτασε τις 13 κατακτήσεις Γκραν Σλαμ, ξεπερνώντας τον Ρόι Έμερσον, που είχε 12. Βέβαια, όπως προαναφέραμε, δεν ήταν ο τελευταίος του μεγάλος τίτλος.

Το καλύτερο το φύλαγε για το τέλος. Σε ηλικία 31 ετών. Και το φύλαγε και πάλι για το "σπίτι" του. Μπροστά στους συμπατριώτες του. Στο US Open του 2002.

Αν και Νο17 πλέον, στον 4ο γύρο πέταξε έξω το Νο3, τον Γερμανό Τόμι Χάας, ενώ ακολούθησε μία εύκολη νίκη επί του Άντι Ρόντικ, που τότε έκανε τα πρώτα του βήματα. Στα ημιτελικά ο Ολλανδός Σιένγκ Σάλκεν δεν αποτέλεσε δύσκολο εμπόδιο, για να φτάσει η ώρα του τελικού απέναντι στον "αγαπημένο" του Αντρέ Άγκασι, που έδειχνε σε τρομερή κατάσταση, έχοντας αποκλείσει στον ημιτελικό το Νο1 Λέιτον Χιούιτ.

Ο Αντρέ Άγκασι ήταν ο αντίπαλός μου στα '90s και νομίζω πως όσο μεγαλώναμε, πηγαίναμε το παιχνίδι σε άλλη διάσταση. Ήταν πιθανότατα ο καλύτερος παίκτης που έχω αντιμετωπίσει στην καριέρα μου. Υπάρχει μία λίστα παικτών που ήταν δυνατοί, αλλά ο Αντρέ, σίγουρα, ήταν μοναδικός.

Αλλά ο Σάμπρας ήταν αποφασισμένος να νικήσει και πάλι το συμπατριώτη του, όπως ακριβώς είχε κάνει 12 χρόνια πριν, στον παρθενικό του τίτλο στη Νέα Υόρκη. Και το έκανε μάλιστα με επιβλητικό τρόπο (6-3, 6-4, 5-7, 6-4), φτάνοντας έτσι τις 14 κατακτήσεις Γκραν Σλαμ. Και παρέμεινε ο κορυφαίος μέχρι το 2009, όταν ο Ρότζερ Φέντερερ τον προσπέρασε με το 15ο του Γκραν Σλαμ, ενώ πλέον ο Ελβετός έχει 17. Πάντως, ο Σάμπρας εξακολουθεί να είναι δεύτερος με 14 τίτλους, αλλά με... συγκάτοικο τον Ραφαέλ Ναδάλ. Το 2007, μόλις πέντε χρόνια μετά την απόσυρσή του από την ενεργό δράση, έγινε μέλος του International Hall of Fame.

Οι αριθμοί του "Pistol Pete"

Ρεκόρ καριέρας: 762 νίκες - 222 ήττες (77.43%)

Τίτλοι καριέρας: 64

Τίτλοι Γκραν Σλαμ: 14 (2 Αυστραλιανά Όπεν, 7 Γουίμπλεντον, 5 US Open)

Τίτλοι Γουίμπλεντον: 7 (1993, 1994, 1995, 1997, 1998, 1999, 2000) - Ρεκόρ (μαζί με Ρότζερ Φέντερερ)

Τίτλοι US Open: 5 (1990, 1993, 1995, 1996, 2002) - Ρεκόρ (μαζί με Τζίμι Κόνορς και Ρότζερ Φέντερερ)

Τίτλοι ATP Finals: 5 (1991, 1994, 1996, 1997, 1999)

Χρονιές στο Νο1: 6 (1993, 1994, 1995, 1996, 1997, 1998) - Ρεκόρ

Τενίστας της χρονιάς: 6 φορές (1993, 1994, 1995, 1996, 1997, 1998) - Ρεκόρ

Συνεχόμενες χρονιές παρουσίας σε τουλάχιστον 1 τελικό Γκραν Σλαμ: 12 (1992-2002) - Ρεκόρ (μαζί με Ιβάν Λεντλ)

Τουλάχιστον 5 τίτλοι σε δύο τουρνουά Γκραν Σλαμ: 7 στο Γουίμπλεντον (1993, 1994, 1995, 1997, 1998, 1999, 2000), 5 στο US Open (1990, 1993, 1995, 1996, 2002) - Ρεκόρ (μαζί με Μπιορν Μποργκ και Ρότζερ Φέντερερ)

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ