Λουκάς Βύντρα: Ο τίμιος στρατιώτης που δεν πρόλαβα να κλάψω

Ο Χρήστος Χατζηιωάννου έγραφε τον επικήδιο μιας σχέσης πάθους την ώρα που ακούστηκε η πληροφορία της πιθανής μεταγραφής του στον Ολυμπιακό. Αυτός ο άνθρωπος δεν θέλησε ποτέ να αγαπηθεί.

Τα καλά παιδιά. Αυτά είναι που πονάς πιο πολύ όταν φεύγουν. Αυτά με το συμπαθητικό χαμόγελο, τα εργατικά παιδιά που ξέρεις ότι θα δώσουν και την ζωή τους για την φανέλα, εκείνα που τρώνε την φάπα από την εξέδρα αλλά σηκώνουν κεφάλι και αγωνίζονται πριν κλειστούν στο δωμάτιο με τον ψυχολόγο.

Τους Λουκάδες αυτής της ζωής είναι που πονάς περισσότερο.

Αλλά όχι. Ο Λουκάς Βύντρα δεν ήθελε ποτέ να γίνει ο αγαπημένος της εξέδρας. Δεν ήθελε ποτέ να πάρει μια θέση στην καρδιά κάθε Παναθηναϊκού. Τι εννοείς ήθελε; Αφού κάθε φορά που έβλεπες σε ένα καροτσάκι την φανέλα με το νούμερο 24 και σκεφτόσουν να την αγοράσεις, ο ίδιος ο Λουκάς φρόντιζε να κάνει κάτι για να το μετανιώσεις. Ακόμα και στο τελευταίο αντίο στην ομάδα που υπηρέτησε.

Φάση πρώτη: Τα μέλια

Οι οπαδοί τον υποδέχτηκαν όπως του έπρεπε. Με καχυποψία. Έτσι κι εγώ, σε μια χρονιά που όλα πήγαν καλά με ένα νταμπλ για τον Παναθηναϊκό. Κι ο Λουκάς την γλίτωσε από την εξέδρα παρά τις μέτριες εμφανίσεις. Δεν την γλίτωσε όμως από το νταμπλ. Την γλίτωσε από τον τρόπο που έμπαινε στο γήπεδο. Το γεγονός ότι έσκυβε το κεφάλι και δούλευε. Δεν μάγευε αλλά δούλευε.

Ξέρεις, τα συμπαθεί η εξέδρα αυτά τα παιδιά. Τους στρατιώτες τους λεγόμενους που στο πρώτο τσαφ που θα κάνουν θα σηκώσουν το χέρι με το βλέμμα χαμηλωμένο. Και στην επόμενη φάση θα κάνουν το καλύτερο τάκλιν της ζωής τους.

Κι έτσι αρχίσαμε να τον αγαπάμε όλοι τον Λουκά. Δεν τον αντιμετωπίζαμε ποτέ σαν το καμάρι της οικογένειας, σαν τον γιο που πήρε θέση διδακτορικού στο Χάρβαρντ. Αλλά σαν τον μικρό της οικογένειας που δεν πέρασε την βάση τον Ιούνιο αλλά κάθεται μες στο κατακαλόκαιρο και διαβάζει για να περάσει στην εξεταστική του Σεπτεμβρίου.

Αγάπη είναι κι αυτό.

Φάση δεύτερη: Το πατ πατ στην πλάτη

Βλέπεις όμως, τα τσαφ ήταν πολλά και οι συγνώμες ακόμα περισσότερες. Και κάθε φορά που πεταγόταν ένας στην εξέδρα και φώναζε να αφήσουμε τον Λουκά ήσυχο, ο ίδιος σαν να τον άκουγε και έκανε την μία γκέλα μετά την άλλη. Στα μάτια των Ελλήνων οπαδών δηλαδή γκέλα, όχι από τις κανονικές. Χωρίς φόβο μπορούμε να πούμε ότι ήταν από τους πλέον αδικημένους της εξέδρας.

Γιατί αν θέλουμε να είμαστε αντικειμενικοί, ο Λουκάς Βύντρα είναι ένας καλός ποδοσφαιριστής. Και σίγουρα αξίζει την θέση που είχε στον Παναθηναϊκό, θα έχει στον Ολυμπιακό και πρέπει να έχει και στην Εθνική Ελλάδος.

Αλλά βλέπεις είμαστε άτιμη ράτσα και την κάθε μαλακία την καταγράφουμε στον σκληρό δίσκο μια για πάντα. Ο Λουκάς έκανε απανωτές βλακείες κι εμείς τις θεωρήσαμε δεδομένες. Και τον αδικούσαμε.

Σε κάθε τάκλιν που ξεσήκωνε την εξέδρα. Σε κάθε γκολ που ξελάσπωνε την ομάδα (Τρίπολη στο νταμπλ του 2010). Ακόμα και στο διπλό του γκολ με τον ΠΑΟΚ στο ΟΑΚΑ, όλοι γέλαγαν και έλεγαν “ρε τον Λουκά τι έκανε”.

Του άξιζε κάτι πολύ περισσότερο από αυτό το περιπαικτικό γέλιο. Του άξιζε κάτι πολύ περισσότερο από ένα φιλικό βλέμμα και ένα μπράβο που ναι μεν το εννοείς αλλά δεν συγκρίνεται με τίποτα με την φωνή που λύγιζε σε κάθε σύνθημα για τον Τζιμπρίλ, τον Έκι, τον Κριστόφ.

Το "Λούκας Βύντρα οε οε οε" ηχούσε στα μπετά του ΟΑΚΑ όπως ηχούσε το "Τάσος Πάντος οε οε οε" στα μπετά του Καραϊσκάκης.

Και έβλεπες στο βλέμμα του αυτό το παράπονο. Αυτό το “γιατί δεν με αναγνωρίζουν”, “γιατί δεν με αποθεώνουν”, “γιατί είναι όλοι τόσο αχάριστοι”. Το πατ πατ στην πλάτη από συμπαίκτες, δημοσιογράφους και αρκετούς οπαδούς (ανάμεσά τους κι εγώ) που τον υποστήριζαν φανατικά, δεν ήταν αρκετό για να είναι καλά, για να παίζει με την ψυχή του.

Δεν είμαι ψυχολόγος για να ανακαλύψω τι τριγυρνούσε στο μυαλό του αλλά μα τον Θεό της μπάλας, τα τελευταία 3 χρόνια ο Λουκάς δεν ήταν ίδιος. Ήταν καλός, ήταν σωστός, έπαιζε εξίσου καλά σαν στόπερ και σαν δεξί μπακ αλλά στην πίεση και την γκρίνια της εξέδρας γινόταν πάλι ο 23χρονος του 2004 που έτρεμε τα τσαφ και την λαϊκή κατακραυγή.

Φάση τρίτη: Η χαρμολύπη

Schadefreude που λένε και οι Γερμανοί. Αυτό το παιχνίδι συναισθημάτων επεφύλαξε ο Λουκάς και για την τελευταία του ημέρα στον Παναθηναϊκό. Χθες το πρωί που έμαθα ότι θα φύγει οριστικά από τον Παναθηναϊκό, θεώρησα ότι η ομάδα κάνει λάθος.

Και θα ήμουν έτοιμος να πάω στο ΟΑΚΑ να αποχαιρετίσω τον παίκτη που τόσο τίμια υπηρέτησε την ομάδα. Να φωνάξω μέχρι να πονέσει η καρωτίδα μου το όνομά του γιατί στους στρατιώτες που έφαγαν λάσπη επί πολλά χρόνια, αξίζει ένα ηρωικό αντίο. Σαν συγνώμη για το κράξιμο τόσων ετών, σαν απολογία για “το δεξί μας μπακ δεν στρίβει” και όλα όσα περιπαικτικά έφταναν στα αυτιά του.

Αλλά όχι. Ο Λουκάς αποφάσισε να μην τον κλάψει κανείς.

Κάθε γκολ το επισκίαζε με ένα τσαφ. Κάθε μπεκενμπαουερικό τάκλιν το επισκίαζε με ένα για μουντιαλίτο. Κάθε καλή χρονιά την επισκίαζε με μια χειρότερη. Έτσι και το αντίο του είπε να το επισκιάσει με την συζήτηση για μεταγραφή στον Ολυμπιακό. Μία μεταγραφή που δεν έγινε ποτέ.

Δεν είμαι από εκείνους που ονομάζουν προδότες όλους όσους τολμούν μια τέτοια μετακίνηση. Και είμαι από εκείνους που αν προχωρούσε η μεταγραφή και τον έβλεπα να κάνει μια καλή ενέργεια με την φανέλα του Ολυμπιακού, θα χαιρόμουν γιατί ξέρω ότι αξίζει τον κόπο αυτό το παιδί. Μέχρι εκεί όμως.

Άλλα ήθελα να γράψω χθες το πρωί για τον Λουκά, άλλα καταλήγω να γράφω τώρα. Ήθελα να γράψω ένα αποχαιρετιστήριο κείμενο και να βροντοφωνάξω, σκουπίζοντας δάκρυα από τα μάτια, ότι έστω και την τελευταία στιγμή τού άξιζε ένας σωστός ηρωικός αποχαιρετισμός αυτού του στρατιώτη.

Ο Λουκάς και ο Ολυμπιακός όμως αποφάσισαν αλλιώς. Ακόμα κι αν δεν έγινε ποτέ η μεταγραφή, ακόμα κι αν δεν θα φορέσει τα ερυθρόλευκα, ο δακρύβρεχτος αποχαιρετισμός που του επεφύλασσα μετατράπηκε σε αυτό το συναίσθημα που είχαν οι περισσότεροι για τον Βύντρα όλα αυτά τα χρόνια. Ξέρεις, αυτό το αδιάφορο.

Σιγά μην κλάψω...

 

(Διαφωνίες, παρατηρήσεις, δεκτές και στο @christoschatzi)

 
SHARE

24MEDIA NETWORK

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

HIGHLIGHTS