ΣΤΗΛΕΣ

Ο άνθρωπος είναι άρρωστος!

Ο άνθρωπος είναι άρρωστος!

Ο νέος προπονητής του Ολυμπιακού είναι τελειομανής, ρομαντικός, κολλημένος με την μπάλα κι άνθρωπος της πίστης. Ο Football Philosopher παρουσιάζει τον Βίτορ Περέιρα.

Ο Vitor Pereira είναι άρρωστος. Δεν το λέω εγώ, ο ίδιος το παραδέχεται: «Σκέφτομαι συνέχεια το ποδόσφαιρο. Είμαι άρρωστος! Είναι ασθένεια πραγματικά. Νομίζω πως ποτέ δε θα καταφέρω να ζήσω χωρίς ποδόσφαιρο. Είμαι πραγματικά άρρωστος με το ποδόσφαιρο, έχω εμμονή. Δεν μπορώ να το διαχωρίσω από την προσωπική μου ζωή. Φέρνω τα προβλήματα της δουλειάς στο σπίτι. Ζω σε έναν διαφορετικό κόσμο. Είμαι εξαρτημένος από το ποδόσφαιρο. Αποξενώνομαι από φίλους, από την κοινωνία.

Το ξέρω. Πρέπει να σταματήσω, αλλά πηγαίνω μια βδομάδα διακοπές με την οικογένειά μου και το μυαλό μου βρίσκεται αλλού. Αν υπάρχει ένα πρόβλημα δεν μπορώ να το λύσω, ζω σε άλλο κόσμο, δεν μπορώ να κλείσω τον διακόπτη. Υπάρχουν άνθρωποι που βάζουν όρια, διαχωρίζουν τις διαφορετικές πτυχές της ζωής, αλλά εγώ δεν έχω αυτή την ικανότητα. Η οικογένειά μου έχει πληρώσει υψηλό τίμημα για το επάγγελμά μου. Η γυναίκα μου συχνά λέει “δεν είσαι εδώ, είσαι φάντασμα”. Κοιμάμαι και σκέφτομαι το ποδόσφαιρο. Είναι αρρώστια, εμμονή και με φθείρει. Έχω γεράσει κάνοντας αυτή τη δουλειά, ζώντας με αυτόν τον τρόπο».

Δεν ξέρω εσείς, αλλά εγώ θα τον ήθελα στην ομάδα μου. Δεν είναι εύκολο να κρίνεις την αξία του αν δεν έχεις παρακολουθήσει στενά τη θητεία του στην Porto (πράγμα που δεν έχω κάνει, για αυτό παρότι είχα μια αρκετά καθαρή εικόνα, πήρα τη βοήθεια ειδικών και του ίδιου του Pereira). Εκείνες οι δύο σεζόν ήταν που δούλεψε σε υψηλό επίπεδο ως πρώτος προπονητής. Το περιβάλλον των Δράκων είναι διαφορετικό. Είναι στα 46 κι έχει ακόμα πολύ δρόμο μπροστά του.

Ο θάνατος του πατέρα και ο Θεός

Ο Pereira γεννήθηκε και μεγάλωσε κοντά στη θάλασσα. Στην πόλη Espinho, που βρίσκεται στην ευρύτερη περιοχή του Porto. Ο πατέρας του δούλευε σε ξενοδοχείο, η μητέρα του ήταν μοδίστρα. Περίπου μια δεκαετία πριν, όταν ο ίδιος δούλευε στην ομάδα της γενέτειράς του, πέθανε ο πατέρας του. «Ήταν τα δύο πιο δύσκολα χρόνια της ζωής μου. Ανάμεσα στις προπονήσεις και στα μαθήματα (σ.σ. ήταν και καθηγητής φυσικής αγωγής), πήγαινα τον πατέρα μου για χημειοθεραπεία», λέει ο Pereira και προσθέτει πως «μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον, όπου έπρεπε να παλέψω για τα πάντα. Με ταπεινά μέσα. Σε μια αλιευτική περιοχή, από την οποία οι περισσότεροι δεν μπορούν να ξεφύγουν. Είμαι συνηθισμένος να παλεύω από μικρός. Αυτό που με ξεχωρίζει είναι η εσωτερική δύναμη που έχω. Όταν κανένας δεν πιστεύει, εγώ πιστεύω περισσότερο».

Σε συνεντεύξεις που έχει δώσει αναφέρει συχνά πως τίποτα δεν του χαρίστηκε («δούλεψα ως ναυαγοσώστης, στην οικοδομή, ασχολήθηκα με τα ψάρια, έκαναν περίεργες δουλειές»), ότι είναι μαχητής, πάλεψε για τα πάντα και τον οδηγεί μια εσωτερική δύναμη. «Η πίστη είναι το στήριγμα της ζωής μου, η εσωτερική δύναμη. Πιστεύω πως κάποιος προσέχει από εκεί ψηλά. Και όταν οι άνθρωποι είναι σωστοί, δουλεύουν, πιστεύουν στη δουλειά, είναι ικανοί, αργά ή γρήγορα ανταμείβονται»,δηλώνει ο Pereira, που πιθανότατα θα έχει αρκετά να πει με τον Άγγελο Αναστασιάδη.

Ο Πορτογάλος δεν πιστεύει στην τύχη, αλλά στη δουλειά και στον Θεό. Όταν ο Kelvin σκόραρε στις καθυστερήσεις απέναντι στην Benfica κι έδωσε ουσιαστικά το πρωτάθλημα στην Porto τη σεζόν 2012-2013, ο Pereira του είπε πως είναι ευλογημένος από τον Θεό ( ευκαιρία να θυμηθούμε εκείνο το έπος ). Όταν κλήθηκε να απαντήσει ποια σκηνή από ταινία τον έχει σημαδέψει είπε: «O Mel Gibson, ως Χριστός, στη σκηνή που λέει το ‘γιατί με εγκατέλειψες πατέρα;’». «Όταν ανέλαβα την Porto αυτό που ζήτησα από τον Θεό δεν ήταν νίκες, αλλά χρόνο για να δείξω την αξία μου. Δε διαπραγματεύομαι με τον Θεό, τον ευχαριστώ για όσα μου δίνει. Είμαι Καθολικός. Είμαι άνθρωπος της πίστης.

Η πίστη δεν έχει εξήγηση, ή τη νιώθεις ή όχι. Για μένα ο Θεός είναι κάτι σαν εσωτερική δύναμη, που εμφανίζεται όταν δεν έχω κανένα. Σε αρκετές στιγμές της ζωής μου το έχω νιώσει αυτό», εξηγεί ο Pereira, που τηρεί την οικογενειακή παράδοση και συχνά πηγαίνει για προσκύνημα στην εκκλησία της Παναγίας στη Fatima.

Η σχέση του με τους παππούδες του τον οδήγησε στην πίστη του στον Θεό. Οι γονείς τον έκαναν πιο σκληρό, εργατικό και πειθαρχημένο. «Ήταν απαιτητικοί μαζί μου σε ό,τι είχε να κάνει με το σχολείο. Αν είχα κάνει ένα λάθος, έσκιζαν το χαρτί και με έβαζαν να κάνω την εργασία από την αρχή. Τότε δεν το καταλάβαινα, αλλά αυτό με οδηγούσε μπροστά. Μεγάλωσα καλά. Η μητέρα μου ήταν αυθόρμητη. Ο πατέρας μου ήσυχος», αποκαλύπτει ο Pereira.

Διαφορετικός από AVB, αλλά γεννημένος προπονητής

Ίσως έτσι εξηγούνται η αντίδρασή του όταν του είπαν να μιλήσει για συγκεκριμένους παίκτες , η κόντρα που είχε με τον Jorge Jesus («δεν είναι μόνο αυτός έξυπνος, υπάρχουν κι άλλοι», «είναι εγωκεντρικός»), αλλά και το ότι δεν είναι πολύ επικοινωνιακός, δεν πουλάει καλά τον εαυτό του. Το παραδέχεται και ο ίδιος: «δεν είμαι σαν τον Mourinho και τον Villas-Boas».

Όταν διαδέχτηκε τον Villas-Boas, στην αρχή αντιμετώπισε προβλήματα με την πίεση από τα ΜΜΕ και τους οπαδούς (όπως λέει τον πείραξε κυρίως ότι όσα γράφονταν κι ακούγονταν επηρέαζαν τα παιδιά του). Αυτό που του προσφέρει ισορροπία εκτός από την πίστη του στον Θεό, είναι οι στιγμές που απομονώνεται κοντά στη θάλασσα. Λογικά θα αγαπήσει τον Πειραιά.

Ο Pereira χρειάστηκε προσπάθεια για να κερδίσει όχι μόνο τα ΜΜΕ και τους οπαδούς (παρότι έκανε μόνο μια ήττα στο πρωτάθλημα, αρκετούς δεν τους κέρδισε ποτέ: «δεν είχε τη γοητεία του προκατόχου του, τη δεύτερη χρονιά η ομάδα έπαιζε βαρετό ποδόσφαιρο, στην Ευρώπη η ομάδα δεν πέτυχε όσα μπορούσε», υποστηρίζουν), αλλά και τους παίκτες του.

Από όλους τους συνεργάτες του Villas-Boas σίγουρα δεν ήταν αυτός που βρισκόταν πιο κοντά τους. Ήταν επιφορτισμένος κυρίως με την τακτική. Και όταν έγινε πρώτος προπονητής, όπως λέει ο ίδιος, σημαντικό βάρος στο κομμάτι σύνδεση-συναναστροφή με τους παίκτες, έπεσε στους βοηθούς του.

Ένας ρόλος, αυτός του βοηθού, που δεν είναι για τον ίδιο: «Το να είμαι βοηθός ήταν η πιο δύσκολη απόφαση της ζωής μου. Δε γεννήθηκα για να είμαι βοηθός. Απόλαυσα την εμπειρία επειδή ο André [Villas-Boas] ήταν ανοιχτός, δίκαιος και μοιραζόταν πολλά. Γεννήθηκα όμως για να είμαι πρώτος προπονητής, να κάνω τα πράγματα με τον τρόπο μου, να οδηγώ την ομάδα, να νιώθω υπερήφανος για τη δουλειά μου».

Έχει διανύσει πολύ δρόμο ο Pereira. Στα 12 απορρίφθηκε από την Porto, την ομάδα που υποστήριζε, γιατί ήταν μικροκαμωμένος. Κατάλαβε νωρίς πως δε θα μπορούσε να κάνει καριέρα ποδοσφαιριστή σε υψηλό επίπεδο. Εξάλλου, «πάντα ήθελα να γίνω προπονητής. Ήμουν παίκτης-προπονητής, αλλά περισσότερο προπονητής. Μπορούσα να οργανώσω την ομάδα, παρά να παίξω». Πήρε το πτυχίο του στη Φυσική Αγωγή και το δίπλωμα προπονητή (συντάσσοντας μια εκπληκτική ανάλυση του τρόπου παιχνιδιού της Barcelona του Cruyff), διανύοντας πολλά χιλιόμετρα κάθε μέρα για να συνδυάζει, δουλειά προπονήσεις και σπουδές.

Αρχικά δούλεψε σε τμήματα υποδομής (και στην Porto), στη συνέχεια σε ομάδες μικρών κατηγοριών. Πριν έρθει το κάλεσμα από τον Pinto da Costa (τον Δεκέμβριο του 2010 ο πρόεδρος της Porto είχε δηλώσει πως οι δύο προπονητές που τον έχουν εντυπωσιάσει είναι ο Jardim και ο Pereira) και τον Villas-Boas, είχε φτάσει κοντά στην άνοδο στην πρώτη κατηγορία με τη Santa Clara.

Σε αναζήτηση της τελειότητας

Ποια είναι λοιπόν η αγωνιστική φιλοσοφία του Pereira; «Μου αρέσει ένα συγκεκριμένο είδος ποδοσφαίρου, παρά προπονητές. Μου αρέσει ο σχεδιασμός του Guardiola στην Barcelona (σ.σ . πρόσφατα παρακολούθησε προπονήσεις της Bayern κι είχε μια ιδέα που άρεσε στον Guardiola ). To έργο του Cruyff στην Barcelona, αν και η αμυντική προσέγγιση από τότε μου φαινόταν ανεπαρκής. Θαύμαζα τη Milan του Sacchi. Την Porto στην πρώτη σεζόν του Mourinho. Μου αρέσει ένα ποιοτικός τρόπος παιχνιδιού. Πολλή κατοχή, έλεγχος. Θέλω η ομάδα μου να κυριαρχεί, να έχει την πρωτοβουλία, να ενεργεί προληπτικά, να δρα, όχι να αντιδρά».

Είναι ξεκάθαρη η ιδέα του: 4-3-3, πίεση ψηλά, κατοχή, συμπαγές κέντρο, έλεγχος. Αρκετοί στην Πορτογαλία πιστεύουν πως στο κομμάτι της τακτικής είναι από τους πιο ικανούς προπονητές. Είναι προπονητής των λεπτομερειών όπως λέει και ο ίδιος. Δημιουργεί πολλές παραλλαγές του ίδιου μοτίβου και σε ό,τι έχει να κάνει με τις προπονήσεις, άρα και όσον αφορά αυτό που βλέπουμε στα ματς. «Είμαι δημιουργικός, μου αρέσει να φτιάχνω ασκήσεις. Η απόλαυση που μου δίνει κάθε μέρα το ποδόσφαιρο είναι ότι μπορώ να δημιουργώ», δηλώνει και προσθέτει πως «πιστεύω πολύ στην ικανότητα και στην τελειομανία». Σαν άλλος Bielsa, επαναλαμβάνει πολλές φορές μια άσκηση, πιστεύοντας στην επανάληψη, αναζητώντας την τελειότητα.

Έχει αλλάξει όμως λίγο τα τελευταία χρόνια: «Είμαι πολύ απαιτητικός. Παλιότερα έκανα το λάθος να στέκομαι στο ένα κακό κι όχι στα δέκα καλά, που είχε κάνει η ομάδα. Πλέον έχω αλλάξει. Δεν εξετάζω αν η ομάδα έχει προοδεύσει με βάση τα λάθη, αλλά με βάση αυτά που κάνει σωστά. Έχω αλλάξει. Στο παρελθόν οι ομάδες μου έπαιζαν το δικό μου παιχνίδι. Τώρα παίζουν το δικό τους παιχνίδι, αλλά οργανωμένο από εμένα». Ο Victor Frade είναι αυτός που του έμαθε να αμφισβητεί τα πάντα, να μην είναι ικανοποιημένος με αυτά που λένε άλλοι. «Να ανακαλύπτω και να ανακαλύπτω ξανά την προπόνηση και το παιχνίδι. H προπονητική είναι μια διαρκής αναζήτηση κι ανακάλυψη», όπως λέει ο Pereira.

Λιγότερη λάμψη, συγκεκριμένες ιδέες

O Michel έχει αίγλη, γοητεία, κερδίζει τα ΜΜΕ και το κοινό. Ο διάδοχός του στον πάγκο του Ολυμπιακού υστερεί σε αυτά. Παράλληλα, διαφέρει, και κατά τη γνώμη μου υπερτερεί, στο καθαρά αγωνιστικό κομμάτι. Αναγνωρίζει πως ο χρόνος είναι μικρός στο ποδόσφαιρο, δεν είναι εύκολο να ενεργείς με βάση μακροπρόθεσμα πρότζεκτ, αλλά θέλει να εφαρμόζει στην ομάδα του μια συγκεκριμένη ιδέα, έναν σταθερό τρόπο παιχνιδιού, από τον οποίο δύσκολα ξεφεύγει (αυτός δε σημαίνει πως δεν κάνει προσαρμογές, κάθε άλλο, όπως είπαμε).

«Δεν είναι εύκολο. Έχω μια ιδέα, αλλά οι παίκτες είναι αυτοί που καλούνται να την ενσαρκώσουν, μέσω του ταλέντου τους. Πρέπει να βρω έναν τρόπο με τον οποίο θα εκφράζεται οργανωμένα το ατομικό ταλέντο. Είναι σχεδόν σαν να βλέπεις ένα παιδί να μεγαλώνει (σ.σ. κάτι θα ξέρει, τρία έχει, αγόρια). Αυτό είναι το ποδόσφαιρο για μένα. Το να βλέπεις μια ομάδα να αναπτύσσεται είναι σαν να βλέπεις ένα παιδί να ωριμάζει. Είναι κάτι δικό σου, το πλάθεις, το καθοδηγείς, αλλά χωρίς να του αφαιρείς τη δική του έκφραση. Αυτό με συναρπάζει στη δουλειά μου, όχι τα λεφτά», σημειώνει ο νέος προπονητής του Ολυμπιακού.

Ρομαντισμός και κίνητρα

Διακρίνεις εύκολα μια ρομαντική πλευρά στο Πορτογάλο. Η θάλασσα, το δέσιμο με την οικογένεια, η παραδοχή πως δε θυμάται πότε έκλαψε τελευταία φορά γιατί «είμαι πολύ συναισθηματικός. Συχνά πηγαίνω στο Arcozelo, στον φάρο , το βράδυ. Εκεί, μπορεί ακόμα και να φωνάξω». Το γεγονός πως παραμένει κολλημένος με το στυλό και το μπλοκάκι, σημειώνει ακόμα και σε χαρτοπετσέτες, δεν είναι fan των νέων τεχνολογιών («Σημειώνω τα πάντα σε ένα μπλοκάκι. Ένα μπλοκ, ένα στυλό και μουσική. Και να είμαι μόνος»). Η δήλωση μετά την κατάκτηση του δεύτερου πρωταθλήματος με την Porto πως «ήθελα να δω την ευτυχία στα μάτια των ανθρώπων. Αυτό είναι που μας ενθουσιάζει. Γιατί δε μιλάμε για μια εύκολη δουλειά. Είναι ψυχοφθόρα, έχει πίεση συνέχεια». Όλα δείχνουν έναν άνθρωπο που πιθανότατα θα ένιωθε πιο άνετα σε μια άλλη εποχή.

Είναι φανερό πως πέρα από τη μαγεία της ανακάλυψης και όλα τα υπόλοιπα, αυτό που τον οδηγεί είναι ο τρόπος που μεγάλωσε και η αμφισβήτηση που δέχεται. Είναι ωραίο το «έχω πολλά να ανακαλύψω ακόμα και ξέρω για τι είμαι ικανός. Γνωρίζω πως έχω αυτή την εσωτερική δύναμη που διακρίνει. Είμαι μαχητής. Τίποτα δε μου χαρίστηκε», αρκεί να μη χάνεις το μυαλό και την ισορροπία σου.

Επιλογή με λογική

Ο Ολυμπιακός παίρνει έναν προπονητή, που δίνει μεγάλη σημασία στο να αποκτήσει σταθερές αρχές η ομάδα. Στην Porto τα κατάφερε (βοήθησε και το σύστημα του club), αν και η αλήθεια είναι πως σε αρκετά ματς η ομάδα ήταν αποτελεσματική, αλλά όχι ελκυστική. Ο Πορτογάλος δε νιώθει άνετα με όσα δεν είναι κομμάτι του ποδοσφαίρου, αλλά είναι κομμάτι του περιβάλλοντός του. Έτσι οδηγείται και σε ξεσπάσματα. Δε διστάζει να τα βάλει και με τους διαιτητές: «αν τα λάθη είναι επαναλαμβανόμενα θα μιλήσω, κανείς δε θα με σταματήσει γιατί δε χρωστάω σε κανέναν».

Ο Pereira είναι λάτρης της τακτικής και της πειθαρχίας (ξέρω, κλισέ, αλλά εδώ ισχύει), προστατεύει τους παίκτες του (για αυτό και οι περισσότεροι μιλούν με καλά λόγια). Έχει διαχειριστεί με επιτυχία πώληση σημαντικών παικτών («δε θα πω ‘αν δεν έχω τον τάδε παίκτη, φεύγω’, αλλά αν ένας παίκτης δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις μου, δε θα παίζει») και κρίσεις στη διάρκεια της σεζόν, με γκρίνια για βαρετό ποδόσφαιρο κι ενώ ο μεγάλος αντίπαλος βρισκόταν στην κορυφή. Είναι δίκαιος, θέλει να εντάσσει με προσοχή τους νεαρούς παίκτες στην ομάδα και δε φοβάται να αφήσει στον πάγκο αστέρια.

Προσωπικά δεν έχω καταλήξει πόσο καλός είναι ο Pereira, αλλά πιστεύω πως σίγουρα αξίζει άλλη μια ευκαιρία σε ομάδα Champions League. Σίγουρα δεν έχει τη λάμψη του Michel, φαίνεται πως ακόμα έχει να λύσει κάποια θέματα ισορροπίας, νοοτροπίας κι επικοινωνίας, δε μιλάει καλά αγγλικά, αλλά αν ο Ολυμπιακός έψαχνε κάποιον φιλόδοξο («Ονειρεύομαι να κατακτήσω το Champions League. Αυτός είναι ο στόχος μου και μια μέρα θα τα καταφέρω. Το ξέρω πως θα τα καταφέρω»), παθιασμένο με την τακτική, ικανό να διατηρήσει -έστω και οριακά αρκετές φορές- τις ισορροπίες και να δώσει ταυτότητα στην ομάδα, τότε μάλλον έκανε σωστή επιλογή. Αρκεί να τη στηρίξει κατάλληλα. Αυτό είναι πάντα βασικό ζητούμενο.

*Shimbalaiê, quando vejo o sol beijando o mar – Από τη Maria Gadu, αγαπημένη ερμηνεύτρια και δημιουργό του Pereira

Ό,τι είναι σε εισαγωγικά προέρχεται από δύο συνεντεύξεις του Pereira, που μπορείτε να βρείτε στο Diario de Noticias και στο maisfutebol

Τα λέμε και στο @ampalofilosofos

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ