Ζιάγκος: "Φαινόταν ακατόρθωτο, αλλά το πιστέψαμε"

Ο τεχνικός ηγέτης του Ρεθύμνου, Βαγγέλης Ζιάγκος, μίλησε στον Sport24 Radio 103,3 και την εκπομπή Match Center" με τους Αντρέα Παλομπαρίνι και Λευτέρη Αμπατζή, μετά το 83-73 επί του Περιστερίου.

Ο τεχνικός ηγέτης του Ρεθύμνου, Βαγγέλης Ζιάγκος, μίλησε στον Sport24 Radio 103,3 και την εκπομπή Match Center" με τους Αντρέα Παλομπαρίνι και Λευτέρη Αμπατζή, μετά τη μεγάλη νίκη επί του Περιστερίου (83-73) και το άλμα παραμονής στη Basket League.

Αναλυτικά οι δηλώσεις του:

Για το πως άλλαξαν τα πράγματα στην ομάδα από τη στιγμή που ανέλαβε: «Ο αρχιτέκτονας της ομάδας ήταν ο Σταύρος Μυκονιάτης με την έννοια ότι σχεδίασε την ομάδα και έκανε την προετοιμασία και έβαλε τις βασικές αρχές πάνω στις οποίες πάτησα και εγώ. Χωρίς τον Σταύρο δίπλα μου ενδεχομένως η σεζόν δεν θα ήταν έτσι. Ένα μεγάλο μερίδιο ανήκει στον ίδιο και στους υπόλοιπους συνεργάτες μου. Από εκεί και πέρα έγιναν δύο σημαντικές αλλαγές στο ρόστερ που άλλαξαν το προφίλ μας και κλείσαμε κάποιες τρύπες, που κραύγαζαν ότι είχαμε πρόβλημα. Η μία ήταν στον άσο που ήρθε ο Χίκι, ο οποίος βοήθησε φρεσκάδα, πίεση και σημαντική βοήθεια στο ανοικτό γήπεδο και στο οργανωτικό σκέλος και πριν από ένα μήνα που ήρθε ο Μπέιντερ. Ένα παιδί με δεινότητα στο μακρινό σουτ. Ήρθαν και κούμπωσαν αυτά τα παιδιά, δουλέψαμε πάνω στις αδυναμίες των υπολοίπων και πιστέψαμε ότι θα τα καταφέρουμε όταν φαινόταν ακατόρθωτο. Μεταδώσαμε την πίστη στα παιδιά. Ήρθε η νίκη στο Λαύριο εκτός έδρας, η νίκη στην Κύμη εκτός έδρας και φυσικά το ντεμαράζ στο τέλος».

Για την παρουσία του Στιβ Μπαρτ και τι άλλαξε στο παιχνίδι του: «Ο Στιβ είναι ένα πολύ ιδιαίτερο και δύσκολο παιδί. Έχει πολλά ηγετικά γνωρίσματα στον χαρακτήρα και στην προσωπικότητά του. Εξαρχής φαινόταν ότι θα ήταν ο ηγέτης της ομάδας. Εμείς φτάναμε στην πηγή, αλλά δεν πίναμε νερό. Πριν τις δύο προσθήκες που ανέφερα, ο Στιβ ένιωθε ότι δεν είχε την κατάλληλη βοήθεια στο σκοράρισμα. Κάποια στιγμή άρχισε να κρασάρει, να πέφτει ψυχολογικά. Μεσολάβησαν κάποιες συζητήσεις και με εμένα και με τον ιδιοκτήτη της ομάδας τον κύριο Ζομπανάκη με τον οποίο έχει εξαιρετικές σχέσεις και βέβαια οι προσθήκες των παικτών. Έτσι ένιωσε ότι έχει βοήθεια και φεύγει ένα μεγάλο κομμάτι βάρους από την πλάτη του κατανέμεται και στα άλλα παιδιά και ένιωσε πιο απελευθερωμένος».

Για τον Έλληνα προπονητή και την παρουσία του στο ελληνικό πρωτάθλημα: «Αποδεδειγμένα και με βάσει τα αποτελέσματα των προπονητών που έχουν φύγει εκτός Ελλάδας, ο Έλληνας προπονητής φαίνεται ότι έχει την τεχνογνωσία να στήσει τις ομάδες και διαχειριστεί δύσκολες καταστάσεις και υψηλούς στόχους. Αυτό έχει να κάνει με το γεγονός ότι είμαστε μια μπασκετική χώρα που παράγει μπάσκετ. Έχουμε πολύ καλές εικόνες και ερεθίσματα όλοι. Ένας Έλληνας που έχει δουλέψει στις ελληνικές λίγκες που δεν φημιζόμαστε ως χώρα για τις συνθήκες, την υπομονή των εργοδοτών μας και τις υποδομές. Όταν ένας Έλληνας τα καταφέρνει και τα πάει καλά στη χώρα του, έξω που οι συνθήκες που αγγίζουν το ιδανικό σε κάποιες χώρες έξω είναι πιο εύκολα. Υπάρχουν δύο κατηγορίες επαγγελματιών προπονητών, χωρίς να εννοώ ότι η μία είναι καλύτερη από την άλλη. Η μία είναι αυτή που λόγω μιας σπουδαίας επαγγελματικής καριέρας ως παίκτες μεταπηδούν σε ένα προπονητικό πόστο. Ίσως εκεί φαίνεται η φάση προσαρμογής που χρειάζεται ο προπονητής είναι πιο βατή. Και είναι και μια νέα γενιά προπονητών που έρχονται όπως είναι ο Δημήτρης Πρίφτης που μας άνοιξε τον δρόμο, εννοώντας ότι δεν υπήρξε επαγγελματίας παίκτης, πιο πίσω ο Άρης Λυκογιάννης, η δική μου γενιά, ο Γιάννης Καστρίτης, ο Ηλίας Παπαθεωδώρου, είναι παιδιά που έπρεπε και πρέπει και ακόμα κάποιοι από εμάς οφείλουμε να αποδεικνύουμε ότι μπορούμε να σταθούμε σε μια σκληρή και ανταγωνιστική λίγκα όπως είναι η ελληνική. Νομίζω ότι μέχρι στιγμής δείχνουμε ότι έχουμε τις δυνατότητες να σταθούμε σε υψηλό επίπεδο. Είναι ευτύχημα για το ελληνικό μπάσκετ ότι εκτός από παίκτες έχουμε και παραγωγή προπονητών».

Για αν ο κόσμος στην Κρήτη και το Ρέθυμνο πιο συγκεκριμένα αγαπάει το μπάσκετ: «Το Ρέθυμνο είναι μια μπασκετική κοινότητα. Έχει δημιουργηθεί μια μαγιά και γενιές μπασκετικών φιλάθλων από τα προηγούμενα χρόνια. Υπάρχει μαι αλληλεπίδραση ανάμεσα στο κλαμπ και την κοινωνία έτσι όπως έχει δομήσει αυτό το πρότζεκτ ο ιδιοκτήτης της ομάδας. Ο κόσμος έχει αγκαλιάσει την προσπάθεια. Μέχρι και πριν από ένα μήνα ο κόσμος άρχισε να απογοητεύεται και ήταν φυσιολογικό. Μετά τις νίκες αγκάλιασε και πάλι την ομάδα και γέμισε το γήπεδο. Δυστυχώς είμαστε πρώτα οπαδοί και μετά φίλαθλοι».

Για το ερέθισμα που είχε να κυνηγήσει το όνειρό του: «Είναι μια ερώτηση που με πάει πολλά χρόνια πίσω. Μεγάλωσα στη Νέα Φιλαδέλφεια και περνούσαμε σε εποχές που οι γονείς μας άφηναν απροβλημάτιστοι ελεύθερους από το πρωί του Σαββάτου μέχρι να δύσει ο ήλιος. Είχα την τύχη να μεγαλώσω σε μια γειτονιά με αλάνες και γήπεδα μπάσκετ. Είμαι παιδί της γενιάς του ’87. Είχα την τύχη να είμαι στον πυρήνα μιας γειτονιάς πολύ μπασκετικής. Ξεκίνησα παίζοντας στον Αθλητικό Όμιλο Νέας Φιλαδέλφειας και περνώντας στον πρώτο χρόνο στα ΤΕΦΑΑ ο Βαγγέλης Σιταράς ο υπεύθυνος των ακαδημιών της ΑΕΚ έτυχε να είναι ο προπονητής μου στην ομάδα που έπαιζα. Τότε ξεκίνησα ως φοιτητής την καριέρα μου την προπονητική στις ακαδημίες της ΑΕΚ. Έδεσαν όλα μαζί όλα αυτά και επέλεξα να ακολουθήσω αυτό το δύσκολο μονοπάτι της προπονητικής».

Για το μέλλον του στο Ρέθυμνο και τις προσωπικές του φιλοδοξίες: «Ο αθλητισμός είναι μια συνθήκη που όλα είναι μετρήσιμα. Κρινόμαστε και αξιολογούμαστε από το αποτέλεσμα. Ο Βαγγέλης Ζιάγκος θέλει να φτάσει στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο. Ο κατάλληλος να απαντήσει είναι ο ιδιοκτήτης της ομάδας. Δεν γνωρίζω τα πλάνα του για την επόμενη σεζόν. Καλώς ή κακώς στον επαγγελματικό αθλητισμό όλα είναι συνάρτηση του τι πορτοφόλι αποφασίζεις να διαθέσεις. Είναι μια συζήτηση που θα γίνει στην ώρα της όταν δηλαδή και τυπικά τελειώσει η σεζόν».

Για τα πλέι οφ της Ευρωλίγκας και αν έχει τύχη ο Παναθηναϊκός να περάσει στο φάιναλ φορ: «Ήταν μια πολύ συναρπαστική εβδομάδα για εμάς που αγαπάμε το μπάσκετ με τα διπλά στη Μόσχα και στην Κωνσταντινούπολη. Νομίζω ότι εύκολα ή δύσκολα, η Φενέρ και ΤΣΣΚΑ θα ξεπεράσουν το εμπόδιο των αντιπάλων τους. Θεωρώ ότι, όσο και αν το θέλω ως Έλληνας μπασκετικός, δύσκολο αν και όχι ακατόρθωτο, να κερδίσει ο Παναθηναϊκός τρεις φορές συνεχόμενες μια ομάδα της ποιότητας και του μεγέθους της Ρεάλ».

 
SHARE

24MEDIA NETWORK

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

HIGHLIGHTS