Τριανταφυλλίδης: "Λείπουν οι Έλληνες σταρ από το βόλεϊ"

Ο Μιχάλης Τριανταφυλλίδης μίλησε στο Sport24.gr και έκανε αναδρομή στην τεράστια καριέρα του. Το θαύμα της Γάνδης, η μεταγραφή από τον Ολυμπιακό στον Παναθηναϊκό, η κατάσταση στο ελληνικό βόλεϊ και το επόμενο βήμα ενός πρωταθλητή αποτέλεσαν ορισμένα από τα θέματα που συζητήθηκαν.

Το όνομά του έχει συνδεθεί με τίτλους και διακρίσεις σε συλλογικό και επίπεδο Εθνικών ομάδων, ενώ πέρα από τη σάλα κατάφερε να διαπρέψει και στο μπις βόλεϊ. Το παλμαρέ του κοσμούν 27 τίτλοι, επίδοση που από μόνη της προκαλεί ζάλη. Ο πρόλογος αφορά φυσικά τον Μιχάλη Τριανταφυλλίδη. Κατά τη διάρκεια της τεράστιας καριέρας του κατάφερε να αποθεωθεί και να μισηθεί από τους φίλους του Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού για διαφορετικούς λόγους και άλλες χρονικές περιόδους. Ο λόγος; Ότι ήθελε να είναι πάντοτε πρώτος.

Με τα ερυθρόλευκα κατέκτησε δέκα πρωταθλήματα εκ των οποίων τα οκτώ διαδοχικά και πριν μεταβεί στους πράσινους τους οποίους και έβγαλε από τα πέτρινα χρόνια παίρνοντας δύο πρωταθλήματα. Φυσικά, αποτέλεσε μέλος της μεγάλης φουρνιάς της Γάνδης, όπου μαζί με τους υπόλοιπους διεθνείς κατάφεραν να κατακτήσουν το χάλκινο μετάλλιο στο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα.

Παράλληλα, ήταν εκείνος που έφερε το μπιτς βόλεϊ στη χώρα μας όπου και εκεί κατέκτησε τίτλους. Πλέον έχει την δική του ακαδημία για τον… έρωτά του όπως τον αποκαλεί. Εκεί βρεθήκαμε κι εμείς. Η "Triantafyllidis Beach Arena" ήταν το σημείο συνάντησης μας όπου ο Μιχάλης Τριανταφυλλίδης μας μίλησε για όλα όσα περιγράψαμε παραπάνω.

Το ξεκίνημα στον Φάρο Κερατσινίου, η "απαγωγή" μετά το πρώτο του καρφί, τα χρυσά χρόνια στον Ολυμπιακό, η μεταγραφή του στον Παναθηναϊκό και το πρώτο του ντέρμπι με τα πράσινα, η τρελή πορεία στη Γάνδη, ο έρωτας με το μπιτς βόλεϊ και η κατάσταση που επικρατεί τώρα στο αγαπημένο του άθλημα είναι μόνο μερικά από όσα συζητήσαμε.

 Το ταξίδι μας στο χρόνο ξεκίνησε όπως  είναι φυσικό από το κλειστό του Κερατσινίου. "Όταν ξεκίνησα έπαιζα τόσο βόλεϊ, όσο και μπάσκετ. Ξεκίνησα πρώτα από το μπάσκετ στον Φάρο Κερατσινίου. Τότε έκανε δίπλα προπόνηση η ομάδα βόλεϊ. Είδαν λοιπόν ένα ψηλό παιδί να καρφώνει ανάποδα την μπάλα και ενθουσιάστηκαν. Πασαδόρος της ομάδας ήταν τότε ο Γιάννης Πλήθης, ο οποίος ήρθε που μου είπε: "θα σου κάνω μία πάσα, θα σου την δώσω στο κέντρο και εσύ πήγαινε και χτύπα την". Έτσι και έγινε, λοιπόν, εγώ κάρφωσα την μπάλα και δεν μίλησε κανένας. Τότε με πήραν όπως ήμουν με έβαλαν στο αμάξι του εφόρου και με πήγαν κατευθείαν στον πατέρα μου να υπογράψω δελτίο. Όπως καταλαβαίνετε δεν είχαν ξαναδεί τέτοια επίθεση. Αυτή ήταν η πρώτη επίθεση που έκανα ποτέ στο βόλεϊ και αποδείχτηκε καρμική. Έπαιζα ταυτόχρονα μπάσκετ και βόλεϊ στον Φάρο. Με είδε ο κ. Βελτζ όταν είχε πρωτοέρθει στην Ελλάδα, με πήρε στα κλιμάκια. Μετά η πορεία ήταν ανάλογη. Σε ένα καλοκαίρι πήρα μεταγραφή στον Ολυμπιακό, έπαιξα στην Εθνική Εφήβων στην Εθνική Ανδρών και μπήκα στο Πανεπιστήμιο".

Πως ήταν όμως για ένα παιδί 18 ετών να βρίσκεται ξαφνικά να παίζει βασικός στον Ολυμπιακό και στην Εθνική ομάδα; Τι ήταν εκείνο που τον έκανε να ξεχωρίσει; "Είχα άγνοια κινδύνου. Δεν καταλάβαινα σε εκείνη την ηλικία τι ήταν αυτό που είχα μπροστά μου. Το θεωρούσα κάτι το φυσιολογικό. Δεν αγχώθηκα ποτέ. Ναι μεν έκανα γρήγορα βήματα, αλλά ένιωθα ότι όλο αυτό ήταν οικείο. Πως λέμε ότι η ρακέτα είναι προέκταση του χεριού του Φέντερερ; Το ίδιο συναίσθημα ένιωθα κι εγώ με το άθλημα αυτό. Από ένα σημείο και μετά μου ήταν οικείο. Δεν χρειάστηκε να μου πουν οι προπονητές πάρα πολλά πράγματα για την τεχνική. Παρ' όλο που είχα καλούς προπονητές στο ξεκίνημα της καριέρας μου δεν επέμειναν στο να μου μάθουν την τεχνική του γιατί αφομοίωνα το παραμικρό που μου έλεγαν, είχα έφεση στο συγκεκριμένο άθλημα. Αυτό με βοήθησε να έχω γρήγορη πορεία, να μην παιδευτώ ιδιαίτερα και να μπορέσω να φέρω τόσο γρήγορα αποτέλεσμα. Το ανέφερα και πιο πριν. Σε ένα καλοκαίρι έπαιξα στην Εθνική Εφήβων, στην Εθνική Ανδρών και εξάδα στον Ολυμπιακό. Δεν γίνονται εύκολα αυτά τα πράγματα. Κι όμως δεν το θεώρησα παράλογο".

* Ο Μιχάλης Τριανταφυλλίδης πανηγυρίζει με τον Σάκη Μουστακίδη σε αγώνα του Ολυμπιακού στον "Τάφο του Ινδού".

Αποτέλεσε μέλος μίας φουρνιάς αθλητών γεμάτη ταλέντο. Τότε που οι μάχες ανάμεσα σε Ολυμπιακό και Παναθηναϊκό προκαλούσαν το ενδιαφέρον πολλών φιλάθλων που γέμιζαν το κλειστό της Δραπετσώνας και τον «Τάφο του Ινδού» για να παρακολουθήσουν μεγάλες μάχες. "Η φουρνιά η δικιά μας, Μουστακίδης, Καζάζης, Γόντικας, Τεντζέρης και λίγο αργότερα ο Αμαριανάκης με τον Ντράγκοβιτς, ήταν γεμάτη με ταλέντα. Μπορεί να μην είχαμε τον άμεσο ανταγωνισμό με τους ξένους, ώστε να μας δώσουν το κλικ της βελτίωσης και του ανταγωνισμού, όμως βγήκαμε στον αφρό. Δόθηκε η ευκαιρία στα ελληνικά ταλέντα να είναι όλοι μαζί, να συναγωνίζονται και να βρουν χώρο στις εξάδες του Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού και φυσικά να παίζουν μαζί στην Εθνική ομάδα. Αυτό βοήθησε να ανέβει γρήγορα το επίπεδο του ελληνικού βόλεϊ".

Αυτή η φουρνιά έμελλε να φέρει και τη μεγαλύτερη επιτυχία στην ιστορία της Εθνικής ομάδας βόλεϊ των ανδρών. "Το αποκορύφωμα ήταν φυσικά το μετάλλιο στην Γάνδη. Ήταν μία ομάδα που ξεκίνησε το 1980 σε ένα καμπ στην Αλεξανδρούπολη, τότε που ο Βέλτζ μάζεψε την αφρόκρεμα των ταλέντων που υπήρχαν".

Τι θυμάται από εκείνη την πορεία; Προφανώς και τα πάντα: "Θυμάμαι τα πάντα. Από το ταξίδι που κάναμε, το δωμάτιο που κάναμε με τον Κώστα Μαργαρώνη. Τα πάντα. Θυμάμαι τον Στέλιο Καζάζη να παίζει με τον τοίχο πριν τον τελικό για να είναι η υποδοχή του καλή. Ήθελα να νιώθει καλά την υποδοχή του. Σίγουρα σας ακούγεται ως λεπτομέρεια, αλλά εγώ το φέρνω μέχρι και τώρα ως παράδειγμα στους μαθητές μου. Τους λέω να μη φοβούνται τις απλές ασκήσεις γιατί αυτές είναι που φέρνουν βελτίωση σε έναν αθλητή. Θυμάμαι τα πάντα από εκείνο το τουρνουά και ειδικά τον αγώνα με την Σουηδία. Οι ανατροπές που υπήρχαν στο σκορ και στα συναισθήματα, οι κρίσιμοι πόντοι. Όλα υπάρχουν στη μνήμη μας και θα τα θυμόμαστε όλοι για όσο ζούμε".

Κι όμως για να φτάσει η Εθνική ομάδα στην κατάκτηση ενός μεταλλίου δεν ήταν όλα ρόδινα. "Η πορεία της Γάνδης δεν ήταν ένα πυροτέχνημα. Είχε μία συνέχεια. Για μας που ξέρουμε καλά αυτή την πορεία είχαμε φάει μπόλικο "ξύλο" αγωνιστικό μέχρι να φτάσουμε εκεί. Είχαμε κάνει ήττες τόσο βαριές που μας πείσμωναν. Ατέλειωτες προπονήσεις, ατελείωτα ξενύχτια. Δεν ήταν τόσο απλό".

Γενικότερα, ανάμεσα στο τότε και το σήμερα υπάρχουν πολλές διαφορές. "Ήταν μία άλλη εποχή. Τότε με τον φίλαθλο είχαμε μία οικειότητα. Τώρα είναι λίγο διαφορετικά. Κάποιοι παίκτες δενόμασταν. Όταν πήγα στον Παναθηναϊκό με μίσησαν οι οπαδοί του Ολυμπιακού γιατί είχαμε δεθεί. Υπήρχε μία άλλη νοοτροπία. Είχαμε μία διαφορετική συναναστροφή. Τότε δεν υπήρχαν όλα αυτά τα μέσα που έχουμε σήμερα και που μπορείς να δεις από παντού έναν παίκτη. Ο κόσμος ερχόταν στο γήπεδο. Ήταν πράγματι διαφορετικές εποχές. Τα λέμε τώρα και κάποιοι μας περνάνε για γραφικούς. Έχει αλλάξει η ροή του αθλητισμού και ειδικά του πρωταθλητισμού. Είναι άλλα τα στάνταρ και οι προτεραιότητες που δίνουν οι αθλητές. Δεν ξέρω ποια εποχή είναι καλύτερη από τις δύο. Τότε ήμασταν ίσως πιο παρέα, ζούσαμε για την προπόνηση. Τώρα είναι πιο επαγγελματικά, πιο αυστηρά. Δεν μπορώ να πω τι είναι καλύτερο από τα δύο".

Ένιωθα ότι η διοίκηση του Ολυμπιακού ήθελε να με ξεφορτωθεί

Φυσικά, δεν θα μπορούσαμε να μην τον ρωτήσουμε για τη μεταγραφή του από τον Ολυμπιακό και τον Παναθηναϊκό. Ποιοι ήταν οι λόγοι που τον έκαναν να πάρει την απόφαση να αλλάξει στρατόπεδο και πως έζησε το πρώτο του ματς ως αντίπαλος των ερυθρολεύκων. "Αυτό είναι μία μεγάλη ιστορία. Πολλοί έχουν πει διάφορα, αλλά στον Παναθηναϊκό πήγα με λιγότερα χρήματα. Αν συνέχιζα στον Ολυμπιακό τα χρήματα που θα έπαιρνα θα ήταν περισσότερα από αυτά του Παναθηναϊκού. Δεν ήταν το οικονομικό σκέλος που έπαιξε ρόλο. Δεν έφυγα από τον Ολυμπιακό να πάω στον Παναθηναϊκό για τα χρήματα. Αυτό είναι τεκμηριωμένο με αριθμούς. Ήμουν 32 ετών και είχα πάρει δέκα πρωταθλήματα με τον Ολυμπιακό, ήμουν σημαία του Ολυμπιακού και η τότε διοίκηση δεν το σεβάστηκε. Τουλάχιστον, έτσι ένιωσα εγώ. Προσέλαβε έναν προπονητή με τον οποίο όλη η Εθνική ομάδα είχε έρθει σε κόντρα. Αναφέρομαι στον Τάσο Κουμπλή. Ένιωθα ότι παραμένοντας στον Ολυμπιακό θα με παραμέριζε στον πάγκο. Ο πάγκος για μένα σήμαινε αγωνιστικός θάνατος. Μετά από τέτοια πορεία δεν θα το μπορούσα αυτό.

Ένιωθα ότι η διοίκηση του Ολυμπιακού ήθελε να με ξεφορτωθεί. Δεν υπήρχε άλλη επιλογή για εμένα από το να πάω στον μεγάλο αντίπαλο. Είχα πρόταση από τον ΠΑΟΚ και όλοι γνωρίζουν ότι είμαι φιλοπαοκτσής. Μου προσέφεραν ένα αρκετά αξιοσέβαστο συμβόλαιο και μάλιστα τους ευχαρίστησα πολύ. Δεν μπορούσα όμως να πάω στον ΠΑΟΚ γιατί θα ήμουν τριτοτέταρτος. Δεν υπήρχε περίπτωση να το κάνω. Πήρα την απόφαση να πάω στον θεωρητικά εχθρό για να παραμείνω πρωταθλητής στα 32 μου. Ήταν μία μεγάλη απόφαση για εμένα, όμως πέρασα τα πάνδεινα. Αυτό που έζησα μεταξύ Παναθηναϊκού - Ολυμπιακού δεν το έχει ζήσει κανένας ποδοσφαιριστής. Ούτε ποδοσφαιριστής δεν είχε βριστεί τόσο. Ήταν απίστευτο. Αυτό δείχνει δύο πράγματα. Ότι είχα αφήσει πράγματι τη δική μου σφραγίδα στον Ολυμπιακό και φυσικά το τι σημαίνει στην ελληνική πραγματικότητα το να πηγαίνεις από τον Ολυμπιακό στον Παναθηναϊκό. Δεν το είχα καταλάβει και το ένιωσα στο γήπεδο. Ξέρετε τι είναι να σε βρίζει όλο το γήπεδο; Είναι ένα απίστευτο συναίσθημα. Από την άλλη όμως σε πεισμώνει. Μάλιστα, σε εκείνον τον αγώνα φύγαμε νικητές. Για έντεκα αγώνες νικούσαμε τον αήττητο για οκτώ χρόνια. Ήταν μεγάλη υπόθεση. Το συναίσθημα ήταν αξέχαστο".

Φόρεσε τη φανέλα του Ολυμπιακού για 14 χρόνια και έζησε απίστευτες στιγμές. Ποιος είναι όμως ο αγώνας του έχει μείνει αξέχαστος; "Με τον Ολυμπιακό δεν θα ξεχάσω ποτέ το πρώτο από τα οκτώ διαδοχικά πρωταθλήματα. Στο πρώτο ήμασταν μια παρέα παικτών αποτελούμενη από εμένα, τον Γιάννη Φάκα, τον Κώστα Γκουντάκο, τον Στέφανο Πολύζο και τα υπόλοιπα παιδιά. Πήραμε ένα απίστευτο πρωτάθλημα. Ήταν Απρίλιος του 1987 όταν πήραμε το πρωτάθλημα στον Τάφο του Ινδού, ενώ όλοι μας είχαν καταδικασμένους. Είχαμε ένα γούρι εγώ με τον Φάκα. Φεύγαμε από τη Νέα Σμύρνη που μέναμε και πηγαίναμε στη Δραπετσώνα στο πατρικό μου. Η μητέρα μου μας έφτιαχνε μία πορτοκαλάδα και με ένα αμάξι φεύγαμε για να πάμε στο γήπεδο που στην προκειμένη περίπτωση ήταν ο "Τάφος του Ινδού". Στο γυρισμό σταματήσαμε μπροστά από το Χίλτον και πανηγυρίζαμε γύρω γύρω από το αμάξι μαζί με κάποιους φιλάθλους που μας αναγνώρισαν"

* Ο Άκης Χατζηαντωνίου και ο Μιχάλης Τριανταφυλλίδης πανηγυρίζουν την κατάκτηση του πρωταθλήματος.

Με τη φανέλα του Παναθηναϊκού δεν θα ξεχάσει δύο αγώνες. Αμφότεροι απέναντι στον Ολυμπιακό. "Ήταν 5 Οκτωβρίου του 1994 στις 9.30 το βράδυ όταν μπήκα με τη φανέλα του Παναθηναϊκού στη Δραπετσώνα. Ένα γήπεδο να βράζει εναντίον μου. Το πρωτάθλημα εκείνης της χρονιάς το πήραμε και πάλι στο κλειστό της Δραπετσώνας. Ήταν το ένατο διαδοχικό πρωτάθλημα για εμένα μετά τα οκτώ που είχα κατακτήσει με τον Ολυμπιακό και συνολικά το ενδέκατο της καριέρας μου. Για μένα εκείνο το πρωτάθλημα ήταν η μεγαλύτερη στιγμή μου στον Παναθηναϊκό. Φυσικά, πήραμε και το πρωτάθλημα την επόμενη περίοδο. Ακόμα πιο δύσκολο μετά από μία χρονιά με δυσκολίες λόγω ενός χειρουργείου που έκανα".

Είναι όμως εύκολο για κάποιον που είναι μαθημένος στον πρωταθλητισμό να σκοτώνει τον αθλητή μέσα του. Ο Μιχάλης Τριανταφυλλίδης έβαλε τουλάχιστον το τέλος στην καριέρα του με τους δικούς του όρους. "Έφτασα στο πικ μου ως αθλητής και θυμάμαι τον εαυτό μου με αξιοπρέπεια. Δεν μπορώ να τον δω αναξιοπρεπή. Παίζω λίγο τώρα μόνο και μόνο να ιδρώσω. Έχω αφήσει την εικόνα του αθλητή σε τέτοιο επίπεδο που θέλω να με θυμάμαι πάντα έτσι. Δεν θέλω να την τσαλαπατήσω. Ίσως και αυτός είναι ένας λόγος που τέλειωσα την καριέρα μου στο πικ μου. Έφυγα από τον Ολυμπιακό και πήγα στον Παναθηναϊκό και ξαναέγινα πρωταθλητής. Στον Ολυμπιακό νόμιζαν ότι τελειώνω. Έγινα προπονητής στον Παναθηναϊκό όταν ήμουν πρωταθλητής. Σταμάτησα από την Εθνική ομάδα όταν ήμουν στις κλήσεις του Χερέρα και του είπα ότι σταματάω από την Εθνική. Σταμάτησα από το μπιτς βόλεϊ όταν ήμουν πρωταθλητής. Αυτή την εικόνα ήθελα να έχω από την καριέρα μου. Θες να το πεις ματαιοδοξία; Πες το ματαιοδοξία. Ήθελα αυτή η εικόνα να με ακολουθεί. Δεν είδα ποτέ τον εαυτό μου στον πάγκο. Θα με σκότωνε κάτι τέτοιο. Δεν είδα τον εαυτό μου να ξεφτιλίζεται. Θα με σκότωνε κάτι τέτοιο".

Η επόμενη ερώτηση ταλανίζει πολλούς από τους αθλητές ακόμα και σήμερα. Μετά τον πρωταθλητισμό τι; "Αυτή είναι μία άλλη μεγάλη συζήτηση για την οποία έχουν γραφτεί πολλά. Πολλοί αθλητές τελειώνουν την καριέρα τους και περνάνε πολλά προβλήματα. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα πάνω σε αυτό. Για παράδειγμα ο Γκερτ Μίλερ έγινε αλκοολικός, ο Κρόιφ πτώχευσε. Για αυτό το λόγο τα τελευταία χρόνια γίνονται ειδικά σεμινάρια από τους συνδέσμους των αθλητών παγκοσμίως για να δουν την επόμενη ημέρα του πρωταθλητή. Από τη μία μέρα στην άλλη περνάς στην απόλυτη ανυπαρξία. Ακούγεται σκληρό αλλά έτσι είναι. Όταν σαν αθλητής έχεις φτιάξει το παλατάκι σου πάνω στην άμμο, περνάς στο απέναντι στάδιο και είναι καταστροφικό για τους περισσότερους.

Στη δική μου περίπτωση ετοίμαζα αυτή την ημέρα πολλά χρόνια πριν. Ίσως η συναναστροφή μου με αθλητές αυτού του επιπέδου, που πέρασαν από αυτό το στάδιο, κάπως να με είχε προετοιμάσει. Από νωρίς μου άρεσε να σπουδάζω αντικείμενα που ήταν χόμπι μου. Πέρα από τα ΤΕΦΑΑ, το ένα ήταν πάνω στο αθλητικό μάρκετινγκ και το άλλο πάνω στο web masters. Αυτά τα έκανα επάγγελμα, αλλά τα ξεκίνησα όταν ήμουν αθλητής. Το λέω σε όλους. Δεν υπάρχει δεν προλαβαίνω. Μπορείς να σπουδάζεις και να είσαι πρωταθλητής. Ναι, είναι δύσκολο, αλλά πρέπει να γίνει. Όλα αυτά που σπούδασα με οδήγησαν εδώ που είμαστε σήμερα. Το ένα κομμάτι αφορά την προπονητική, το μάρκετινγκ με βοήθησε πάνω στη διοργάνωση αθλητικών γεγονότων, ενώ το web masters στην κατασκευή σάιτ και στην καλύτερη προβολή αυτής της εγκατάστασης".

Θέλοντας να κλείσουμε το κομμάτι του αθλητή Μιχάλη Τριανταφυλλίδη κι εμείς του ζητήσαμε να μας επιλέξει τους καλύτερους προπονητές που είχε στην καριέρα του και η απάντηση του ήταν άμεση. "Ήταν οι δύο πρώτοι μου προπονητές. Ο πρώτος ήταν ο Ντμίτρι Ζαχάριεφ στον Ολυμπιακό ο οποίος με έμαθε την τεχνική και την δημοκρατία του αθλήματος και ο Γέρζι Βελτζ ο οποίος με έμαθε την πειθαρχία και το τι σημαίνει να είσαι σκληρός μέσα στο γήπεδο. Για αυτούς τους δύο προπονητές έκανα και την πτυχιακή μου εργασία στα ΤΕΦΑΑ. Αυτοί οι δύο προπονητές ήταν που μου έμαθαν τα δύο άκρα των προπονητών. Ο δημοκρατικός προπονητής και ο αυταρχικός προπονητής. Είμαι τυχερός που το έζησα αυτό και αφομοίωσα χαρακτηριστικά που με ακολούθησαν και ως παίκτη και ως προπονητή. Χρωστάω πολλά σε αυτούς τους δύο. Στην πορεία είχα πολλούς καλούς προπονητές. Ήμασταν μία φουρνιά που είχαμε καλούς Έλληνες προπονητές. Λάιος, Γεωργαντής, Μαργαρίτης ήταν εξαιρετικοί. Όλοι τους προσέφεραν".

Ακόμα πιο άμεση, αλλά και αναμενόμενη, ήταν η αντίδραση του όταν του ζητήσαμε να μας αναφέρει τους συμπαίκτες που ξεχωρίζει: "Όλοι ξέρουν ότι το τρίο Στέλιος Καζάζης, Μουστακίδης και εγώ ήμασταν μία τριπλέτα που αφήσαμε κάτι το διαφορετικό".

Λείπουν οι Έλληνες σταρ από το βόλεϊ

Κάπως έτσι φτάσαμε στην κουβέντα στο σήμερα και στην κατάσταση που επικρατεί στο ελληνικό βόλεϊ. Αμέσως, η έκφραση στο πρόσωπο του άλλαξε σαν να ήξερε πως αυτά που θα έλεγε μπορεί να μην αρέσουν, αλλά δεν το σκέφτηκε ιδιαίτερα. "Σίγουρα είναι δύσκολο να έχω αντικειμενική άποψη. Θα προσπαθήσω να το δω σαν φίλαθλος και όχι σαν οπαδός του αθλήματος. Οπότε θα μεταφέρω αυτό που ακούω όχι στο αυστηρά βολεϊμπολικό περιβάλλον που όλοι μας λέμε κάτι παραπάνω για να το ανεβάσουμε. Θα προσπαθήσω να μεταφέρω αυτά που μου λένε άνθρωποι με τους οποίους συναναστρέφομαι. Τα τελευταία χρόνια το ελληνικό βόλεϊ βρίσκεται σε μία μετριότητα. Ο κόσμος δεν έχει να παρομοιάσει κάποιους αθλητές πρότυπα. Δεν έχουμε τον παλιό Καζάζη που τον ήξεραν πέντε άτομα παραπάνω και τον συζητούσε ο κόσμος στα καφενεία. Τώρα ψάχνουμε να βρούμε έναν Έλληνα; Λέμε ο Τζούριτς είναι; Ο Φιλίποφ; Ο Κοκκινάκης; Ο Πρωτοψάλτης που κάνει την καλύτερη καριέρα στο εξωτερικό; Ποιος είναι; Ποιος θα αποτελέσει το παράδειγμα για ένα νέο παιδί που θέλει να ασχοληθεί με το βόλεϊ. Λείπουν δηλαδή οι Έλληνες σταρ από τους οποίους θα παραδειγματιστούν τα παιδιά. Αυτό έχει οδηγήσει σε μία μετριότητα επικοινωνιακή το άθλημα. Αυτό σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση που έχουμε περάσει τα τελευταία χρόνια και δεν μπορούν να έρθουν πρωτοκλασάτοι παίκτες στην Ελλάδα, έχουν φέρει το βόλεϊ πιο κάτω".

Πριν προλάβουμε να τον ρωτήσουμε για τους σταρ του παγκοσμίου βόλεϊ μας διακόπτει και αναφέρεται στο μεγάλο ματς του Champions League ανάμεσα στη Λούμπε και την Καζάν. "Έβλεπα τις προάλλες το ματς της Λούμπε με την Καζάν. Τι παιχνιδάρα ήταν αυτή; Έβλεπες το ματς κι έλεγες πως θα έρθει να παίξει στην Ελλάδα ο Λεόν; Πως θα έρθει να παίξει ο Νγκαμπέτ; Μιλάμε τώρα για δύο σταρ. Έχουν πάει το βόλεϊ σε υψηλό επίπεδο. Χαίρεσαι να το βλέπεις. Αυτοί είναι μόνο για Ρωσία, Ιταλία, άντε και λίγο Πολωνία. Είναι μεγάλη η ψαλίδα των ελληνικών ομάδων με αυτές τις ομάδες. Δεν έχουμε τα λεφτά και το πρωτάθλημα".

Υπάρχει άραγε ελπίδα σύντομα να ξαναδούμε το επίπεδο του ελληνικού πρωταθλήματος όπως ήταν αυτό πριν από μία δεκαετία. Για τον Μιχάλη Τριανταφυλλίδη κάτι τέτοιο δεν φαντάζει αρκετά πιθανό, τουλάχιστον όχι σύντομα. "Δύσκολο. Πριν από μία δεκαετία υπήρχαν άνθρωποι που έριχναν χρήματα. Όπως είναι για παράδειγμα τώρα στο μπάσκετ η οικογένεια Γιαννακόπουλου και τα αδέρφια Αγγελόπουλου. Δεν υπάρχει κάτι ανάλογο αυτή τη στιγμή στο ελληνικό βόλεϊ. Έτσι, στηρίζεται μόνο στις δικές του δυνάμεις. Αυτές είναι μικρές. Δεν υπάρχουν χορηγικές δυνατότητες, τα έσοδα είναι μικρά από εισιτήρια και τηλεοπτικά, άρα το θεωρώ δύσκολο να φτάσουμε σε επίπεδο της προηγούμενης δεκαετίας. Τότε, που ο Σταθοκωστόπουλος έδινε 1,7 εκατομμύρια το χρόνο και έφερνε τον Ντάντε, τον Μαρσελίνιο. Έφερνε παικταράδες. Δεν μπορείς να φέρεις τον Λεόν και τον Νγκαμπέτ.

Είδαμε τον Ολυμπιακό που είναι η καλύτερη ομάδα στην Ελλάδα και έπαιξε με την Τρεντίνο. Η διαφορά τους ήταν μεγάλη και είναι καθαρά οικονομική. Είναι μία διαφορά που γίνεται επειδή λείπουν οι καλοί ξένοι και οι καλοί Έλληνες. Αυτή τη στιγμή απέχουμε και δεν βλέπω να γίνεται κάτι τα επόμενα χρόνια".

Δεν είναι όμως μόνο το αγωνιστικό κομμάτι. Το ελληνικό βόλεϊ υστερεί και σε άλλους τομείς, με τη βία να αποτελεί ένα από τα προβλήματα. "Φταίνε σίγουρα όλα, αλλά είναι απλά ένα κομμάτι του προβλήματος. Για παράδειγμα ο ρατσισμός, ο οποίος είναι ένα σημαντικό θέμα, θεωρώ ότι προέρχεται από ειδικούς πυρήνες των οπαδών. Τώρα έγινε στον ΠΑΟΚ, παλιότερα στον Ολυμπιακό, μπορεί να γίνει στον Παναθηναϊκό, στον Άρη, παντού. Αυτά αφορούν οπαδούς που κοιτούν φανέλα και χρώμα. Είναι ένα από τα προβλήματα της εποχής, δεν ευθύνεται ο αθλητισμός για αυτό. Είναι ένα σοβαρό θέμα το οποίο απασχολεί παγκοσμίως. Για αυτό προτιμώ γεμάτα γήπεδα με αθλούμενους παρά να πάρει μία ελληνική ομάδα το Champions League".

Δεν είναι όμως όλα μαύρα στο ελληνικό βόλεϊ, αφού βλέπουμε έστω και από ανάγκη να ξεπροβάλουν νέα παιδιά. "Η παρουσία νεαρών παιδιών είναι το μόνο θετικό σημάδι. Για παράδειγμα το δίδυμο του Ράπτη με τον Ανδρεόπουλο είναι δύο καλές περιπτώσεις. Βγήκαν δύο παιδιά από το πουθενά, να παίξουν σε ένα δύσκολο πρωτάθλημα για αυτούς και μάλιστα ως βασικοί. Ειδικά στις θέσεις των ακραίων που οι ομάδες παίρνουν συνήθως ξένους. Είναι σημαντικό λοιπόν που αυτά τα δύο παιδιά, αλλά και άλλα, πήραν τις ευκαιρίες τους μέσα από αυτή την συνθήκη που επικρατεί τώρα στο ελληνικό βόλεϊ".

Στις μέρες μας γίνεται μεγάλη συζήτηση για τον πρωταθλητισμό και τον μαζικό αθλητισμό. Η θέση του Μιχάλη Τριανταφυλλίδη για αυτό το δίλημμα είναι ξεκάθαρη. "Από την πλευρά μου θα προτιμούσα να βλέπω γήπεδα γεμάτα με κόσμο παρά στην εποχή που ζούμε να βλέπω πρωταθλητισμό. Όταν έπαιζα είχα διαφορετική αντίληψη. Τότε ήταν διαφορετικά δομιμένη η Ελλάδα και ήθελε πρωταθλητές. Τώρα, η Ελλάδα με την κρίση και τα κοινωνικά προβλήματα που έχει, έχει ανάγκη εκτόνωσης. Η εκτόνωση δίνεται με το να μπει ο απλός πολίτης στα γήπεδα. Θεωρώ πιο σημαντικό το 2019 να μπει ο κόσμος στα γήπεδα και να παίξει. Να δει ένα γήπεδο μπιτς βόλεϊ και να παίξει. Να δει ένα γήπεδο τένις και να παίξει. Να δει ένα γήπεδο 5Χ5 και να παίξει. Να μπει στο γήπεδο για να δοθεί εκτόνωση, ώστε να είναι καλύτερη η καθημερινότητα του. Αυτό έχει μεγαλύτερη ανάγκη η Ελλάδα και όχι τόσο να έχουμε υψηλό αθλητισμό".

ΤΟ ΜΠΙΤΣ ΒΟΛΕΪ ΚΑΙ Η "TRIANTAFYLLIDIS ARENA"

Κάπου εδώ ήρθε η ώρα να αλλάξουμε θέμα συζήτησης και να αναφερθούμε στον μεγάλο έρωτα της αθλητικής ζωής του που δεν είναι άλλος από το μπιτς βόλεϊ. "Πρωτοέπαιξα μπιτς βόλεϊ σε ένα ταξίδι μου το 1986 στο Κολοράντο όπου είχα πάει να παίξω σε ένα στρατιωτικό πρωτάθλημα. Φεύγοντας πήγα σε ένα φίλο και συμμαθητή μου στην Καλιφόρνια για να παρακολουθήσω ένα σεμινάριο αθλητικού μάρκετινγκ. Εκεί σε μία από τις εξόδους μας έπαιξα για πρώτη φορά. Από τότε έλεγα πότε θα βοηθήσω να έρθει αυτό το άθλημα στη χώρα μας. Τελικά το 1989, σαν πρόεδρος των αθλητών βοήθησα και διοργανώσαμε το πρώτο τουρνουά στην Ελλάδα. Έπαιζα όλα τα καλοκαίρια. Αρχικά, το συνδύαζα με την Εθνική και στη συνέχεια έμεινα μόνο στο μπιτς βόλεϊ. Είναι αυτό που λέω και κάποιοι το παρεξηγούν. Το βόλεϊ ήταν αγάπη και το μπιτς βόλεϊ ήταν έρωτας".

Πως όμως προέκυψε η "Triantafyllidis Beach Arena"; Η ιδέα είχε έρθει εδώ και πολλά χρόνια και πλέον έχει γίνει πράξη. "Η ιδέα για αυτό εδώ υπήρχε πάντα. Το να δημιουργήσω έναν δικό μου χώρο ήταν ένα όνειρο που υπήρχε από όταν έπαιζα ακόμα στη σάλα. Πήγαινα στο εξωτερικό και έβλεπα μέσα να παίζουν και απέξω να κάθονται τα μέλη και να πίνουν τον καφέ και την μπύρα τους. Ήταν ένα στέκι αθλητικό. Η εικόνα αυτή πάντα μου άρεσε και ήταν όνειρο για μένα να δημιουργήσω μία σχολή με αυτή την εικόνα. Αυτό ξεκίνησε αργά αργά. Ήταν περίπου πριν από οκτώ χρόνια. Το 2011 ξεκίνησα σιγά σιγά, το ένα γήπεδο έγιναν δύο. Είδαμε ότι άρεσε στον κόσμο, ήθελαν να το κάνουν τρόπο ζωής. Ρωτούσες κόσμο και έλεγε ότι το άθλημα τους είναι το μπιτς βόλεϊ.

Αφού είδαμε αυτό αποφασίσαμε να κάνουμε το δικό μας χώρο. Υπήρχε όμως μία βασική προϋπόθεση. Αυτός να είναι ένας κλειστός χώρος. Βέβαια, αυτό δεν ήταν εύκολο. Ψάξαμε αρκετά μέχρι να βρούμε τον κατάλληλο χώρο, περάσαμε πολλά μέχρι να γίνει. Έγινε μία σοβαρή επένδυση. Είναι ο μοναδικός κλειστός χώρος με δύο γήπεδα στην Ελλάδα. Υπάρχουν άλλοι 2-3 αλλά ανήκουν στο δημόσιο και έχουν ένα γήπεδο. Κάπως έτσι δημιουργήθηκε η Triantafyllidis Beach Arena, η οποία είναι μία οικογενειακή επιχείρηση.

Είναι η Μαρία, τα παιδιά μας που ο καθένας έχει το δικό του κομμάτι. Υπάρχουν βέβαια και άλλα παιδιά τα οποία είναι της δικής μας αισθητικής και φιλοσοφίας. Όλοι μαζί έχουμε κάνει θεωρώ μία δυνατή ομάδα. Λειτουργούμε χειμώνα και καλοκαίρι. Ποιος θα έλεγε ότι το μπιτς βόλεϊ θα παιζόταν και τον χειμώνα. Με βροχή, χιόνι και οποιαδήποτε άλλη συνθήκη δεν αναβάλλεται τίποτα".

Όσοι είναι μέλη της ακαδημίας του έχουν την ευκαιρία να μετρούν τις δυνάμεις τους συχνά και φυσικά, να απολαμβάνουν μία διέξοδο από την καθημερινότητά τους. "Κάνουμε 40 τουρνουά το χρόνο. Λόγω των συνθηκών που προανέφερα μας επιτρέπεται να έχουμε κάθε σαββατοκύριακο τουρνουά. Έτσι, ο κόσμος ξέρει ότι υπάρχει τουρνουά. Είναι αρκετά οργανωμένο. Έχουμε συνεργασία με αρκετούς φορείς που μας βοηθάνε είτε με τα δώρα των αθλητών, είτε με την προώθηση των τουρνουά. Με αυτόν τον τρόπο τα μέλη μας, τα οποία είναι αρκετά αυτή τη στιγμή, πέρα από τις καθημερινές προπονήσεις να έχουν μία διέξοδο τα Σαββατοκύριακα τους".

Για το τέλος της κουβέντας μας του ζητήσαμε να κάνει μία ευχή για το ελληνικό μπιτς βόλεϊ το οποίο έχει περάσει πολλά τα τελευταία χρόνια. "Εύχομαι στα κορίτσια να φτάσουν στους Ολυμπιακούς Αγώνες γιατί το θέλουν αρκετά και σίγουρα θα κάνει καλό στο άθλημα. Θεωρώ ότι δεν είναι δύσκολο γιατί είναι καλή ομάδα και παίζουν καλά. Αν είναι λίγο τυχερές θα τα καταφέρουν. Από εκεί και πέρα πρέπει με κάποιον τρόπο να γίνει "επένδυση" σε αθλητές και αθλήτριες. Ειδικά στο ανδρικό μπιτς βόλεϊ είμαστε αρκετά πίσω. Έχω κουραστεί να ακούω να κάνει η Πολιτεία το ένα, να κάνει το άλλο. Έχω κουραστεί ειλικρινά. Μη γίνω γραφικός. Είμαστε μία ελεύθερη αγορά και ίσως πρέπει να βοηθήσει. Είναι δύσκολο να πω εγώ μία ιδέα. Δεν θέλω να μπαίνω στα χωράφια άλλων. Υπάρχουν αρμόδιοι οι οποίοι πρέπει να σκεφτούν και να βρουν τον τρόπο που θα συμβεί αυτό. Χρειαζόμαστε περισσότερο χώρο για να μπορέσουν να δημιουργηθούν οι συνθήκες και να έρθουν επιτυχίες".

 

 
SHARE

24MEDIA NETWORK

6 δυσοίωνες προβλέψεις για τη μεγάλη μάχη του Winterfell

Ποια θα είναι η έκβασή της και ποια είναι τα πιθανότερα θύματα.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ