Κανείς δεν αγαπήθηκε περισσότερο από τον Στόικο

Ο Στόγιαν Βράνκοβιτς, που σήμερα γίνεται 52 ετών, έχει πετύχει πολλά για τα οποία μπορεί να είναι περήφανος. Στην Ελλάδα θα ξεχωρίζει, όμως, πάντα ως ένας ο αγαπημένος παίκτης του κόσμου του Παναθηναϊκού!

Δεν συνδέθηκε με τα χρυσά χρόνια της αυτοκρατορίας του Παναθηναϊκού, αλλά παρόλα αυτά αγαπήθηκε όσο κανείς από τους φίλους του "τριφυλλιού". Αν ήταν ταινία από τον "Πόλεμο των Άστρων" θα ήταν το τελευταίο. "The Force Awakens", παίζοντας καταλυτικό ρόλο για το "ξύπνημα" του Παναθηναϊκού. Εξάλλου από το δικό του χέρι ξεκίνησαν όλα.

Κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει πως γίνεται. Τη "χημεία" πίσω από το δεσμό της εξέδρας με έναν παίκτη. Δεν έχει να κάνει απαραίτητα με το ταλέντο, ή την προσφορά. Ούτε καν τα τρόπαια. Και ο "Στόικο" είναι ένα τυπικό τέτοιο παράδειγμα, καθώς είχε κερδίσει την θέση του στην καρδιά του κόσμου, πολύ πριν κάνει το σλάλομ στο "Παλέ Ντε Μπερσί" και το μεγαλοπρεπέστατο κόψιμο στον Μοντέρο.

 

*Αξέχαστο στιγμιότυπο μετά την πρόκριση του Παναθηναϊκού επί του Ολυμπιακού για το θεσμό του κυπέλλου τον Σεπτέμβρη του 1994. Μετά το σφύριγμα της λήξης ο Βράνκοβιτς κάνει ένα σάλτο στις εξέδρες του Σπόρτιγκ και γίνεται ένα με τον κόσμο

"Προσπαθούσα να μην κοροϊδεύω κανέναν και να να έχω καλές σχέσεις με τον κόσμο μέσα από το παιχνίδι μου" δήλωσε σε συνέντευξη του στο Contra.gr αναφερόμενος στο ζήτημα. Παραδεχόμενος, ωστόσο, την εξαιρετική σχέση που είχε με τους φιλάθλους, αλλά και τον Παύλο Γιαννακόπουλο, τον οποίο χαρακτήρισε "πατέρα του".

 

Φόρεσε τη φανέλα του Παναθηναϊκού για τέσσερα χρόνια από το 1992 ως το 1996, κατακτώντας σ' αυτό το διάστημα ένα κύπελλο (1993) και ένα ευρωπαϊκό (1996). Το πρώτο για την ακρίβεια ευρωπαϊκό που κατακτά ελληνική ομάδα. Ήταν το μακρινό 1996 όταν ο Παναθηναϊκός παραλίγο να χύσει την καρδάρα με το γάλα απέναντι στη Μπαρτσελόνα. Ο Γκαλιλέα κάνει το κλέψιμο, ο Μοντέρο ετοιμάζεται να σκοράρει και να δώσει το προβάδισμα στη Μπαρτσελόνα, αλλά ο Βράνκοβιτς εμφανίζεται από το πουθενά και κόβει το lay-up, σφραγίζοντας τη νίκη του Παναθηναϊκού.

"Αυτό που έγινε στο τέλος ήταν απίστευτο. Τα λίγα αυτά δευτερόλεπτα διήρκησαν έναν αιώνα! Ο Στόικο έτρεξε σαν τον Καρλ Λιούις από τη μια άκρη του γηπέδου στην άλλη για να κόψει τον Μοντέρο" θυμάται ο Παναγιώτης Γιαννάκης, που είχε υπάρξει συμπαίκτης του Βράνκοβιτς και στον Άρη, αλλά και επί σειρά ετών αντίπαλος του με την εθνική ομάδα. Το κόψιμο αποτέλεσε το θέμα των ημερών, καθώς οι άνθρωποι της Μπαρτσελόνα θεώρησαν ότι είναι αντικανονικό. Τελικά και μετά από πολύωρη συνεδρίαση των ανθρώπων της FIBA, κατοχυρώθηκε ως "νόμιμο".

 

Ο θρύλος λέει ότι οι "μπλαουγράνα" αυτοανακηρύχθηκαν ως "ηθικοί πρωταθλητές" για να πάρουν την πληρωμένη απάντηση του Μπόζα Μάλκοβιτς, ο οποίος έλεγες προς την καταλανική διοίκηση "αφού είστε πρωταθλητές, να δώσετε στους παίκτες και το πριμ της κατάκτησης του ευρωπαϊκού".

Η φάση με τον Βράνκοβιτς συμπυκνώνει τον ίδιο τον παίκτη. Ο Βράνκοβιτς ήταν ένας ψηλός που έβαζε πάντα την ομάδα πάνω από τον ίδιο ή τα στατιστικά του. Μετρ της άμυνας και των κοψιμάτων (έχει ρεκόρ τα 11 στο ελληνικό πρωτάθλημα), αποτελούσε σημείο αναφοράς για το αμυντικό παιχνίδι του Παναθηναϊκού. Στην εποχή των "δεινοσαύρων" του ευρωπαϊκού μπάσκετ, αυτός έπαιζε το ρόλο της νέμεσις. Τα έβαζε στα ίσα με τον Άρβιντας Σαμπόνις, έδινε σκληρές μάχες με τον Παναγιώτη Φασούλα και ήταν ο μοναδικός παίκτης που φοβόταν ο Ουόλτερ Μπέρι.

Στην επίθεση έχοντας στην περιφέρεια "πιστόλια" όπως ο Κόμαζετς, ο Πάσπαλι, ο Γιαννάκης και ο Γκάλης είχε έναν ρόλο περισσότερο διακοσμητικό. Έκανε εντυπωσιακά καρφώματα όμως μετά τις ασίστ των "κοντών" και έπαιζε πλάτη στο καλάθι, κρατώντας τη μπάλα με τον χαρακτηριστικό του τρόπο με το ένα χέρι υψωμένη μακριά από τα αδιάκριτα χέρια των αμυντικών.

 

Ένα ακόμη κεφάλαιο του θρύλου που ονομάζεται Βράνκοβιτς ήταν η μυωπία του. Είχε 8 βαθμούς από το ένα μάτι και έπαιζε πάντα με φακούς επαφής. Και ήταν αμέτρητες οι φορές που ένα δάχτυλο έβγαζε τον φακό από τη θέση του, υποχρεώνοντας τον Δαλματό σέντερ να τρέχει στα αποδυτήρια για να τον τοποθετήσει και πάλι.

Ο Βράνκοβιτς, ωστόσο, δεν συστήθηκε στο ελληνικό μπάσκετ την εποχή του Παναθηναϊκού. Αντίθετα έπαιξε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1989 φορώντας τη φανέλα του Άρη. "Μετακόμισε" στη Θεσσαλονίκη το καλοκαίρι του 1989, παίρνοντας τη θέση του Καναδού Γκρεγκ Γουίλτζερ κι ενώ προηγουμένως είχε ξεκινήσει το φλερτ με τη Ρεάλ, που δεν κατέληξε ποτέ σε γάμο.  Οι "κίτρινοι" έφτασαν στο φάιναλ-φορ παίζοντας τον ημιτελικό απέναντι στη Μπαρτσελόνα, όπου ο Όντι Νόρις αποδείχτηκε απροσπέλαστο εμπόδιο. Ο Κροάτης δεν έπαιξε στον μικρό τελικό σ' αυτό το κύκνειο άσμα του Άρη στα μεγάλα ευρωπαϊκά ραντεβού.

 

Ο Άρης ήταν η πρώτη του ομάδα εκτός Γιουγκοσλαβίας. Όπως παραδέχεται και ο ίδιος εξάλλου ξεκίνησε την καριέρα του σε μεγάλη ηλικία, στα 16 του χρόνια στη Ζαντάρ (γεννήθηκε στο Ντρνις) . Ο άνθρωπος που τον επηρέασε όσο κανείς άλλος ήταν ο Κρέζμιρ Τσόσιτς, ο θρύλος του γιουγκοσλάβικου μπάσκετ, ο τάφος του οποίου βρίσκεται κι αυτός σε περίοπτη θέση στο "Μιρογκόι", το νεκροταφείο του Ζάγκρεμπ. Λίγο πιο δίπλα "κοιμάται" ο κολλητός του Στόικο, ο Ντράζεν Πέτροβιτς.

Οι δυο τους είχαν πολύ στενό δεσμό και ο Βράνκοβιτς ήταν ένας από τα άτομα που κουβάλησαν το φέρετρο του τον Ιούνιο του 1993 όταν έφυγε τόσο άδοξα από τη ζωή. Έπαιξε μάλιστα καταλυτικό ρόλο στη δημιουργία του μουσείου στη μνήμη του Ντράζεν, κίνηση που θεώρησε πολύ σημαντική καθώς "έτσι θα μάθουν οι νεότεροι για τον μπασκετικό Αμαντέους".  Για τον Βράνκοβιτς ο "Ντράζεν ήταν παραπάνω από φίλος και συμπαίκτης. Ήταν αδερφός".

 

Η διεθνής του καριέρα ξεκίνησε το 1986 παίρνοντας για πρώτη φορά μέρος σε μεγάλη διοργάνωση με τη Γιουγκοσλαβία στο Μουντομπάσκετ της Ισπανίας, κατακτώντας το χάλκινο μετάλλιο (μετά την απρόσμενη ανατροπή των Σοβιετικών στον ημιτελικό μετά το λάθος του Ντίβατς). Πήρε το χάλκινο μετάλλιο το '87 στην Αθήνα και το ασημένιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Σεούλ.

Μετά το 1992 αποτέλεσε βασικό στέλεχος της εθνικής Κροατίας, σημειώνοντας μάλιστα μοναδικά επιτεύγματα: πήρε μέρος στον τελικό του 1992 απέναντι στην πρώτη και αυθεντική Ντριμ-Τιμ και πήρε τρία συνεχόμενα χάλκινα μετάλλια το 1993, το 1994 και το 1995 όλα στον μικρό τελικό απέναντι στην εθνική μας ομάδας.

Το 1996 άφησε την Ευρώπη για να επιστρέψει στο ΝΒΑ, εκεί όπου είχε αγωνιστεί τη διετία 1990-1992 (στους Σέλτικς) ακολουθώντας το πρώτο κύμα ευρωπαϊων που πέρασαν τον Ατλαντικό. Όπως έκανε δηλαδή ο Ντίβατς, ο Ντράζεν, ο Μαρτσουλιόνις και άλλοι. Ο Βράνκοβιτς στη Βοστόνη δεν βρήκε ποτέ ρόλο, καθώς επαιζε λίγα λεπτά και αυτά συνήθως στο τέλος των αγώνων. Ούτε όμως και το δεύτερο πέρασμα του (1996-1997) από τη Μινεσότα, ήταν διαφορετικό. Τελικά έμεινε δύο ακόμη σεζόν στο ΝΒΑ (παίζοντας για τους Κλίπερς) πριν επιστρέψει στην Ευρώπη για την Φορτιτούντο Μπολόνια (1999-2001), έχοντας όμως ξεκινήσει να χάνει ματς λόγω προβλημάτων τραυματισμού. Τέλειωσε τελικά την καριέρα του το 2001 στα 37 του χρόνια.

 

Κοιτώντας πίσω στην μακρόχρονη καριέρα του ομολογεί ότι "δεν έπρεπε να 'χω φύγει από τον Παναθηναϊκό" αν και ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω. Κατά κάποιον τρόπο, δηλαδή, διότι ο Στόγιαν Βράνκοβιτς "ζει" ξανά την δική του καριέρα μέσα από τα μάτια του γιο του, του Αντόνιο, ο οποίος αγωνίζεται στο Ντιουκ. "Είναι διαφορετικός από μένα. Σουτάρει από έξω για παράδειγμα" εξηγεί ο Στόικο, που ήταν από τους τελευταίους ψηλούς-τερματοφύλακες του μπάσκετ των '90s. Ένας παίκτης που λάτρευε να μαζεύει ριμπάουντ, να κόβει σουτ και να κερδίζει παιχνίδια. Για αυτό και αγαπήθηκε όπου κι αν πήγε.

 
SHARE

24MEDIA NETWORK

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ