6+1 υπερτιμημένοι παίκτες

Εξαιρετικοί όλοι τους, μεγάλες καριέρες, αλλά αναγνώριση μεγαλύτερη από την πραγματική τους αξία. Ο Θέμης Καίσαρης καταθέτει τη λίστα με τους 6+1 υπερτιμημένους ποδοσφαιριστές.

Το κείμενο το χρωστάω από την προηγούμενη εβδομάδα που ασχοληθήκαμε με το γεγονός πως ο Φίγκο πήρε τη Χρυσή Μπάλα το 2000. Η ενασχόληση με τον Πορτογάλο προέκυψε από ένα θέμα που ετοίμαζαμε ποδοσφαιριστές αναγνωρισμένης αξίας που θεωρώ υπερτιμημένους.

Εδώ πρέπει να εξηγηθούμε για να μην παρεξηγηθούμε. Υπερτιμημένος δεν σημαίνει ούτε κακός, ούτε λίγος, ούτε τίποτα αρνητικό. Δεν μιλάμε για παλτά, ούτε για ταλέντα που δεν δικαίωσαν τη φήμη τους. Μιλάμε για  παίκτες που αναμφίβολα ήταν πολύ καλοί, αλλά η αναγνώριση που έχουν είναι στα μάτια μου μεγαλύτερη της πραγματικής τους αξίας. 

Ποδοσφαιριστές που στην πορεία η επιτυχημένη καριέρα που έκαναν μπερδεύτηκε με την αγωνιστική τους αξία, ενώ δεν είναι το ίδιο πράγμα.

Κανέναν απ'αυτούς που διάλεξα για να αναφέρω δεν θεωρώ κακό ποδοσφαιριστή, προς θεού. Απλώς είναι αυτοί που συχνότερα θα κάνουν το φρύδι να σηκωθεί όταν θα ακούσω το όνομά τους να αναφέρεται σε συζητήσεις που θεωρώ πως δεν ανήκουν. Αυτή είναι η λίστα μου με τους παίκτες που τοποθετώ ένα ράφι χαμηλότερα.

ΣΑΒΙΟΛΑ

Κλασική περίπτωση ποδοσφαιριστή που του έδωσαν λάμψη οι φανέλες και όχι το παιχνίδι του. Μπαρτσελόνα, Ρεάλ Μαδρίτης, Μπενφίκα, εθνική Αργεντινής. Κοντός, γρήγορος, ο Σαβιόλα έκανε μεγάλη καριέρα, άρα ήταν και παιχταράς.

Όχι ακριβώς. Ο σωματότυπος του δημιούργησε σε πολλούς την αίσθηση πως ο Σαβιόλα ήταν πχ σαν τον Αγουέρο, αλλά στην πραγματικότητα δεν είχε ποτέ ντρίμπλα, δημιουργία, προσωπική ενέργεια. Ένας σκόρερ της μιας επαφής ήταν, χωρίς όμως να έχει τα προσόντα για παίξει μόνος του στην κορυφή της επίθεσης, γεγονός που τον έκανε "προβληματικό", αφού δεν ήταν πολλές οι ομάδες που έπαιζαν με δύο στην κορυφή.

“Εντάξει, δεν πειράζει, το ζητούμενο είναι το γκολ και ο Σαβιόλα το είχε”. Ακόμα κι αυτό το λανθασμένο επιχείρημα δεν είναι ικανό να τον σώσει. Ο Σαβιόλα δεν κατάφερε ποτέ να κάνει στην Ευρώπη μια σεζόν με 20 γκολ και πάνω στο πρωτάθλημα. Δεν κατάφερε έστω να πλησιάσει τα 17 που έβαλε την πρώτη του χρονιά στην Μπαρτσελόνα.

Δεν ήταν πλήρης φορ, δεν ήταν σπουδαίος γκολτζής, δεν ήταν ποτέ καλύτερος παίκτης πχ από τον Τσιτσαρίτο. Ήταν τυχερός να είναι Αργεντινός και να έρθει στην Ευρώπη στις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν το Champions League μας τύφλωνε με τη λάμψη του και θεωρούσαμε σπουδαίους όσους βλέπαμε στην τηλεόραση.

Το οξύμωρο με τον Σαβιόλα είναι πως υπερτιμήθηκε στην καριέρα που έκανε και υποτιμήθηκε όταν τον γνωρίσαμε από κοντά. Με τη φανέλα του Ολυμπιακού δεν έσκισε τα δίχτυα, αλλά έχει μείνει η αίσθηση πως ήταν αποτυχημένο το πέρασμά του, πως προσέφερε λίγα, αίσθηση που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

ΤΣΕΧ

Άλλο ένα αποτέλεσμα της λάμψης της Premier League, του Champions League, αλλά και της επιρροής που έχει ο τρόπος παιχνιδιού μιας ομάδας στην αίσθηση που έχουμε για τους παίκτες. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο Τσεχ ήταν καλός τερματοφύλακας.

Αλλά δεν ήταν τόσο καλός ώστε να θεωρείται σπουδαίος, να μπαίνει σε συζητήσεις με τον Μπουφόν, τον Νόιερ, τον Σμάιχελ ή με τους πιο σύγχρονους, τον Άλισον, τον Όμπλακ, τον Ντε Χέα.

Ο Τσεχ ήταν καλός, ακόμα καλύτερη ήταν η αμυντική λειτουργία που είχε μπροστά του. Στην Τσέλσι του Μουρίνιο έχτισε το όνομά του. Και ναι, είναι κατόρθωμα να κερδίσεις τέσσερις φορές το Χρυσό Γάντι της Premier League, το βραβείο για αυτόν που θα κρατήσει περισσότερες φορές το μηδέν σε μία σεζόν.

Όμως άλλες τόσες το έχει κερδίσει και ο Τζο Χαρτ, ενώ τρεις το έχει πάρει και ο Πέπε Ρέινα. Δεν πιστεύω πως υπάρχει κανείς που να τους θεωρεί πραγματικά σπουδαίους. Ο Τσέχος ίσως να επηρεάστηκε από τον πολύ σοβαρό τραυματισμό του, έχει αυτό το άλλοθι, αλλά σε κάθε περίπτωση ήταν απλά καλός σε εξαιρετικές αμυντικές ομάδες.

Αν κάποιος τον έχει μια σκάλα κάτω από τους πραγματικά μεγάλος, είμαστε οκ. Αν τον έχει στους μεγάλος, θα του πω ότι τον υπερτιμά.

ΖΕ ΕΛΙΑΣ

“Ο Ολυμπιακός έφερνε παιχταράδες τότε τι να λέμε, Τζιοβάνι, Ζάχοβιτς, Καρεμπέ, Ζε Ελίας, Ζέτερμπεργκ”. Φράση που έχει ειπωθεί χιλιάδες φορές, όσες και οι τρύπες που έχουν ανοίξει στην καρδιά μου κάθε φορά που ακούω το όνομα του Ζε Ελίας να μπαίνει στη λίστα με τους παιχταράδες.

Πρώτα υπήρχε η αίσθηση πως ο Βραζιλιάνος ήταν κάτι το σπουδαίο ως όνομα πριν έρθει στην Ελλάδα. O Ζε Ελίας έφτιαξε το όνομά του στην Ίντερ του Ρονάλντο το 1997-98, όταν πήρε το UEFA και ήταν βασικός στον τελικό, 6άρι στον ρόμβο, με δίπλα του τον Σιμεόνε. Στο πρωτάθλημα βέβαια είχε παίξει μόνο 1.063 λεπτά και η Ίντερ τον χρησιμοποιούσε μόνο όταν ήθελε ένα πιο σκληρό σχήμα.

Τη δεύτερη χρονιά ο Ζε Ελίας έπαιξε μόνο 577’ στο πρωτάθλημα, ξεκίνησε βασικός μόνο σε πέντε παιχνίδια, συμπλήρωσε 90λεπτο μόνο δύο φορές. Η Ίντερ είχε καταστροφική χρονιά, τερμάτισε έκτη και έχασε το ευρωπαϊκό εισιτήριο στα play-off με την Μπολόνια και μάλιστα με δύο ήττες.

Ο Βραζιλιάνος πωλήθηκε στην Μπολόνια κι επανέλαβε πάνω-κάτω τα ίδια. Έπαιξε μόνο 1.037 στο πρωτάθλημα, ξεκίνησε βασικός μόνο δέκα φορές, συμπλήρωσε μόνο τέσσερα 90λεπτα. O πρόεδρος της Μπολόνια τον χαρακτήρισε τον χειρότερο ξένο στην ιστορία της ομάδας και τότε ήρθε ο Ολυμπιακός.

Το “Βραζιλιάνος” ήταν αρκετός για να αγαπηθεί και η αγάπη ήταν τέτοια που αλλοίωσε την πραγματικότητα. Ο Ζε Ελίας ήταν απλώς τρεχαλατζής και υπέρμετρα σκληρός στο κέντρο, δεν ήταν κάποια κλάση.

Θα μπορούσε ακόμα κι έτσι βέβαια να είναι χρήσιμος, αλλά δεν ήταν και ο καλύτερος επαγγελματίας. Την τελευταία του χρονιά στον Ολυμπιακό έφτασε να ζυγίζει πάνω από 10 κιλά περισσότερα από το βάρος που είχε όταν ήρθε στην Ελλάδα.

Από όσους ξένους έπαιξαν τα τελευταία 30 χρόνια στον Ολυμπιακό, ο Ζε Ελίας είναι μακράν του δευτέρου ο πιο υπερτιμημένος, καθώς διαρκώς μπαίνει σε προτάσεις μαζί με παίκτες που αφενός ήταν καλύτεροί και αφετέρου έκαναν πραγματικά τη διαφορά με τα ερυθρόλευκα.

Αν δεν ήταν Βραζιλιάνος, ούτε θα είχε έρθει στον Πειραιά, ούτε θα έπαιρνε τόσα λεφτά, ούτε φυσικά θα είχε μείνει τρεις σεζόν.

ΖΗΚΟΣ

Για τον Ζήκο το θέμα είναι απλό. Είναι υπερτιμημένος και μόνο για τον μύθο της δήθεν αδικίας από τον Ρεχάγκελ το 2004. Από τη στιγμή που υπάρχει σε κάποιους η αίσθηση πως ο Ζήκος θα έπρεπε βάσει αξίας να είναι με την Εθνική, στην Πορτογαλία, τότε προφανώς μιλάμε για υπερτιμημένη αξία.

Πρώτον: Ο Ζήκος ήταν στις κλήσεις του Ρεχάγκελ. Ήταν στον πάγκο και μπήκε ως αλλαγή στο ντεμπούτο του Ρεχάγκελ, στην βαριά ήττα με 5-1 από τη Φινλανδία. Ο Γερμανός καλεί τον Ζήκο και στα πρώτα του φιλικά, τον Νοέμβριο του 2001, απέναντι σε Εσθονία και Κύπρο. Και δεν τον καλεί ποτέ ξανά.

Τι έγινε; Στο φιλικό με την Κύπρο ο Ζήκος αρνήθηκε να μπει ως αλλαγή στο 85ο λεπτό. Ο Γερμανός είχε ήδη “τελειώσει” τον Γεωργάτο, δεν είχε πρόβλημα να κάνει το ίδιο με τον Ζήκο.

Δεύτερον: Τα χρόνια πέρασαν, ο Ζήκος έκανε εξαιρετική χρονιά με τη Μονακό το 2003-04, ο Ρεχάγκελ έβαλε νερό στο κρασί του και πήγε να τον δει από κοντά. Γύρισε και είπε στον Γκαγκάτση “καλώς είναι, αλλά έχω καλύτερους και θα καλέσω τον Κατσουράνη”.

Κι εδώ μπαίνει η κουβέντα της υπερτίμησης. Ο Ζήκος ήταν ένα καλό 6άρι, ένας καλός holding midfielder, μέσος που κρατάει τη θέση του και παίζει σε λίγα τετραγωνικά στο γήπεδο. Σκληρός, αλλά βαρύς.

Πως και γιατί να τον επιλέξει ο Ρεχάγκελ; Σε ποιου τη θέση; Ο Ζαγοράκης ήταν ο αρχηγός της ομάδας, μαζί με τον Μπασινά έτρωγαν το γήπεδο, ενώ ο Άγγελος είχε και πάσα και στημένα, την ώρα που ο Καραγκούνης πατούσε παντού και με την μπάλα και χωρίς. Ο Κατσουράνης έπαιζε κάθετα όλο το γήπεδο. Μπορούσε να παίζει στο έξι και στο ίδιο ματς να κόβει μέσα στην περιοχή μας σαν στόπερ και να πατήσει στην αντίπαλη περιοχή σαν 2ος φορ, ακριβώς όπως έκανε στο γκολ με τη Γαλλία.

Όλοι τους μπορούσαν να υπηρετήσουν πολλούς ρόλους. Ο Κατσουράνης με την Ισπανία έπαιξε στόπερ, με την Τσεχία δεξί μπακ, ενώ ο Ζαγοράκης έπαιξε στο δεξιό άκρο της άμυνας με τη Γαλλία. Τι σχέση είχε με όλα αυτά ο Ζήκος και το μονοδιάστατο παιχνίδι του;

Ο καημός του Ρεχάγκελ ήταν που δεν είχε υγιή τον Πατσατζόγλου, άλλον έναν παίκτη που κάλυπτε όλο το γήπεδο και μπορούσε να προσφέρει σε δύο θέσεις. Παίκτες σαν τον Ζήκο δεν υπήρχαν στο πλάνο του, γιατί είχε καλύτερους. Ακόμα και τον Καφέ τον πήρε ως μια έξτρα επιθετική λύση, για το κάθετο παιχνίδι του.

Ο Ζήκος προφανώς και ήταν καλός παίκτης και εννοείται πως έκανε εξαιρετική χρονιά τότε με τη Μονακό. Απλώς, στην εποχή των Ζαγοράκη, Μπασινά, Κατσουράνη, Καραγκούνη, Πατσατζόγλου δεν μπορεί να θεωρείται αδικημένος. Ήταν καλός, αλλά πάντα πίσω από όλους αυτούς.

ΣΚΟΟΥΛΣ

“Ντροπή, φίλος της Λίβερπουλ, εμπαθής με Γιουνάιτεντ”. Πρώτον, δεν γράφω ποτέ με οπαδικά αισθήματα για άλλες ομάδες. Αυτά επιτρέπονται μόνο όταν μιλάμε για την ομάδα μας και πάντα με μέτρο.

Δεύτερον, καμία εμπάθεια και θα το διαπιστώσετε. Δεν υπάρχει πρόβλημα με τους παίκτες της θρυλικών Γιουνάιτεντ που έφτιαξε ο Φέργκιουσον. Δεν υπάρχει καν πρόβλημα με τον ίδιο τον Σκόουλς. Τον εκτιμούσα πολύ όσο αγωνιζόταν.

Απλώς από τότε που ο μεγάλος Άγγλος σταμάτησε το ποδόσφαιρο, έχω την αίσθηση πως κάθε χρόνο γίνεται και καλύτερος στο μυαλό όσων τον θυμούνται και τον σχολιάζουν.

Ο Σκόουλς ήταν σίγουρα ξεχωριστός. Δεν βάσιζε το παιχνίδι του στα κλασικά αγγλικά χαρακτηριστικά της δύναμης, της ταχύτητας, της αντοχής, των τάκλινγκ και των τρεξιμάτων. Είχε φοβερό χτύπημα μπάλας και μυαλό, κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει, ούτε εγώ έχω κάποια πρόθεση να το κάνω.

Αλλά δεν ήταν τόσο καλός όσο περιγράφεται από τότε που σταμάτησε. Και για να αποδείξω πως δεν υπάρχει οπαδικό θέμα, δεν θα τον συγκρίνω με τον Λάμπαρντ ή τον Τζέραρντ στο κλασικό αγγλικό ερώτημα, αλλά με τους υπόλοιπους της Γουνάιτεντ.

Σόρι, αλλά ο Σκόουλς δεν ήταν ποτέ καλύτερος από τον Γκιγκς, τον Μπέκαμ, τον Κιν, ακόμα και τον Φέρντιναντ. Ήταν παικταράς, αλλά οι άλλοι ήταν καλύτεροι, ακόμα πιο ξεχωριστοί.

Ο Κιν έκανε τα πάντα στο κέντρο, ήταν και το μηχανάκι που δέρνει άμα χρειαστεί, είχε και πάσα, που έχει ξεχαστεί. Ο Γκιγκς ήταν ασταμάτητος στη γραμμή και ιδιοφυής όταν ήρθε πιο κεντρικά. Ό Μπέκαμ ήταν συγκλονιστικός ποδοσφαιριστής, συνδύαζε απαράμιλλη τεχνική με ανεξάντλητα πνευμόνια, επηρέαζε όσο κανένας τα ματς και όποιος έχει διαφορετική άποψη προφανώς τον υποτιμά.

Ως παλαίμαχος ο Σκόουλς γνωρίζει μια αποθέωση και μια αναγνώριση πάνω από όλους αυτούς, την οποία δεν είχε όταν έπαιζε. Αφήστε το αν ήταν ο καλύτερος στην Αγγλία, δεν ήταν ποτέ ο καλύτερος της Γιουνάιτεντ.

Και φαίνεται στα ατομικά βραβεία που κέρδισε. Μόνο δύο φορές στην καλύτερη ενδεκάδα της χρονιάς: Ο Κιν μπήκε πέντε φορές, ο Γκιγκς έξι, ο Μπέκαμ τέσσερις, παρότι έφυγε νωρίς, και τρεις χρονιές ήταν πρώτος στις ασίστ. Και οι τρεις κάποια σεζόν πήραν το βραβείο του παίκτη της χρονιάς και οι τρεις μπήκαν στην καλύτερη ομάδα της δεκαετίας 1997-2007.

Μπορώ να καταλάβω κάποιον που θα πει πως ίσως ο Σκόουλς άξιζε λίγο μεγαλύτερη αναγνώριση όσο έπαιζε, αλλά και πάλι θεωρώ πως υπερτιμάται αν κάποιος τον έχει πιο ψηλά από τους υπόλοιπους θρύλους της Γιουνάιτεντ.

Σε αυτούς ανήκει με βάση την τεράστια καριέρα που έκανε, δεν χωράει αμφιβολία σε αυτό, αλλά η αξία του δεν έφτασε ποτέ τις δικές τους κορυφές.

ΚΑΝΑΒΑΡΟ

"Che cannavaro, che capitano", που έλεγε και το τραγούδι στο διαφημιστικό πριν το Μουντιάλ του 2010. Ο Καναβάρο πήγαινε σε αυτό ως ο αρχηγός της ομάδας που κατέκτησε το προηγούμενο, ως ο νικητής του 2006, που ταυτόχρονα κέρδισε και τη Χρυσή Μπάλα την ίδια χρονιά.

Και αυτή ακριβώς η τετραετία, το 2006-10, είναι και η περίοδος που ο Καναβάρο υπερτιμήθηκε. Σύμφωνοι, κανείς δεν μπορεί να του αφαιρέσει όσα έκανε στα γήπεδα της Γερμανίας σε εκείνο το αξέχαστο Μουντιάλ. Ηγετικός, αρχηγικός, με φάση-ορόσημο, τις δύο συνεχόμενες κερδισμένες μονομαχίες στο φινάλε της παράτασης του ημιτελικού, που έφεραν την αντεπίθεση και το οργασμικό γκολ του Ντελ Πιερο.

Αλλά είναι άλλο πράγμα η φόρμα σε ένα τουρνουά και άλλο πράγμα η κλάση. Ο Καναβάρο καλός ήταν, σπουδαία καριέρα έκανε, αλλά το πρόβλημα είναι σε ποιο ράφι τον τοποθετεί κανείς. Εκεί έρχεται η αντίρρηση.

Προφανώς και ο Καναβάρο έκανε μεγάλη καριέρα, προφανώς και δεν είναι λίγο να το πετύχεις ως ο στόπερ του 1.75, αλλά εκείνο το Μουντιάλ του 2006 και η Χρυσή Μπάλα τον έχουν μετατρέψει στη συνείδηση αρκετών σε κάτι που δεν ήταν.

Όχι, ο Καναβάρο δεν ανήκει στην κουβέντα που μπαίνουν ο Μπαρέζι με τον Μαλντίνι. Και από τους Ιταλούς της γεννιάς του, δεν ανήκει ούτε στην ίδια κουβέντα με τον κορυφαίο Νέστα. Δεν ήταν ποτέ τόσο καλός, δεν ήταν στα κορυφαία μέλη της ιταλικής ελίτ.

ΦΙΓΚΟ

Ο Πορτογάλος ήταν μέσα στο αρχικό κείμενο, αλλά τον ξεχώρισα και του έδωσα μια ξεχωριστή αναφορά. Σε αυτήν μπορείτε να διαβάσετε γιατί είναι σκάνδαλο η βράβευσή του με τη Χρυσή Μπάλα το 2000.

 
SHARE

Μικρός ήθελε να γίνει τερματοφύλακας, αλλά ο Καμπούρης έβαλε τις βολές και έτσι έπαιξε μπάσκετ όπως όλοι, με συνέπεια να χάσουν και τα δύο σπορ. Δεν τελείωσε ποτέ το τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, πέρασε χρόνια μακριά απ’τη δημοσιογραφία, αλλά τελικά επέστρεψε σ’αυτήν. Τον χειμώνα του 2016 συμπληρώνεται εικοσαετία από τα πρώτα του βήματα στο αθλητικό internet της χώρας. Μετά την ΕΡΑ Σπορ και τον Sentra, πλέον κάνει ραδιόφωνο στον Sport24Radio 103.3. Αποχαιρέτισε το Contra.gr μετά από τέσσερα χρόνια αρθρογραφίας και δύο αρχισυνταξίας για να ενταχθεί στην ομάδα του SPORT 24, στην οποία είναι αρχισυντάκτης. Απεχθάνεται τη λέξη “λούζερ” και το “υπάρχει επαφή”. Λατρεύει το ποδόσφαιρο και προσπαθεί να βάζει σε τάξη το χάος του. Δεν βλέπει το δίλημμα στο Beatles ή Stones και στο Messi ή Ronaldo.

24MEDIA NETWORK

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Μικρός ήθελε να γίνει τερματοφύλακας, αλλά ο Καμπούρης έβαλε τις βολές και έτσι έπαιξε μπάσκετ όπως όλοι, με συνέπεια να χάσουν και τα δύο σπορ. Δεν τελείωσε ποτέ το τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, πέρασε χρόνια μακριά απ’τη δημοσιογραφία, αλλά τελικά επέστρεψε σ’αυτήν. Τον χειμώνα του 2016 συμπληρώνεται εικοσαετία από τα πρώτα του βήματα στο αθλητικό internet της χώρας. Μετά την ΕΡΑ Σπορ και τον Sentra, πλέον κάνει ραδιόφωνο στον Sport24Radio 103.3. Αποχαιρέτισε το Contra.gr μετά από τέσσερα χρόνια αρθρογραφίας και δύο αρχισυνταξίας για να ενταχθεί στην ομάδα του SPORT 24, στην οποία είναι αρχισυντάκτης. Απεχθάνεται τη λέξη “λούζερ” και το “υπάρχει επαφή”. Λατρεύει το ποδόσφαιρο και προσπαθεί να βάζει σε τάξη το χάος του. Δεν βλέπει το δίλημμα στο Beatles ή Stones και στο Messi ή Ronaldo.

HIGHLIGHTS