EUROLEAGUE

Χιούστον, δεν έχουμε πια πρόβλημα

Χιούστον, δεν έχουμε πια πρόβλημα

Ο Μάνος Μίχαλος αφήνει στην άκρη τις μπουνιές, δεν ασχολείται για την ώρα με τα σερί του Ολυμπιακού και πιάνει κουβέντα για το βραβείο που πήρε ο καλύτερος όλων αυτή τη στιγμή Βασίλης Σπανούλης, ξεκινώντας από το Χιούστον.

Ποτέ δεν είπα στον κύριο Βαν Γκάντι ότι στην Ευρώπη ήμουν ο Μακ Γκρέιντι. Μην τρελαθούμε κιόλας! Ούτε την ίδια αξία έχουμε, ούτε τις ίδιες ικανότητες. Απλώς, σε μια συζήτηση που είχα με τον προπονητή μου, του εξήγησα ότι όσο αγωνιζόμουν στην Ευρώπη ο ρόλος μου ήταν πρωταγωνιστικός”.

Τα λόγια ανήκουν στον Βασίλη Σπανούλη και τοποθετούνται στον Μάιο του 2007, όταν ο αρχηγός του Ολυμπιακού μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας προσπαθούσε να πάρει μια απόφαση, σχετικά με το αν θα έμενε ή όχι στους Χιούστον Ρόκετς. Όπως πολύ καλά γνωρίζετε άπαντες, έφυγε. Προφανώς, όχι επειδή η θέση ΜακΓκρέιντι ήταν πιασμένο στο Χιούστον, αλλά κυρίως ο λόγος ήταν η διαφορετικότητα του εκεί κόσμου σε σχέση με αυτό που είχε ο Σπανούλης στο μυαλό του.

Περίμενε ότι θα παίζει περισσότερο, ότι θα έχει την μπάλα στα χέρια του περισσότερο, ότι θα τον είχαν ανάγκη περισσότερο και ας έβλεπε ο Βαν Γκάντι τον ΜακΓκρέιντι στο ρόστερ του. Ο Σπανούλης ήθελε το ρόλο του, ήθελε τη δική του θέση εκεί. Την πάλεψε, την προσπάθησε, έκανες διπλές προπονήσεις, έμενε μόνος του στο σπίτι και σκεφτόταν αν έκανε λάθος που έφυγε από τον Παναθηναϊκό και την Ευρώπη, αλλά επέμενε.

Η ιστορία, βέβαια, έδειξε ότι περίμενε το λιγότερο δυνατό, αφού θεωρητικά για να πετύχεις στο ΝΒΑ, να γίνεις αναγκαίος όπως ήθελε εκείνος, θέλει περισσότερες από μία σεζόν. Μέχρι να συνηθίσεις από το κλίμα μέχρι τα αποδυτήρια, ο καιρός δεν φτάνει για να γίνεις και leader, star σε μια ομάδα. Εν τέλει πήρε τις βαλίτσες του και πίσω. “Στα σίγουρα” θα πει κανείς.

Όχι, στα δύσκολα, θα πω εγώ.

Για ένα χαρακτήρα σαν του 31χρονου Λαρισαίου, με τα προσωπικά βιώματα και τις αθλητικές εμπειρίες που έχει, η αποτυχία είναι κάτι που δεν φεύγει εύκολα, όσες ψυχαναλύσεις και αν κάνεις (και ο Βασίλης από όσο γνωρίζω, δεν έχει κάνει καμία ψυχανάλυση, αλλά έκανε τρία αγόρια οπότε καλύτερη από αυτήν δεν θα μπορούσε να βρει). Οπότε, η επιστροφή στην Ευρώπη, την Ελλάδα και τον Παναθηναϊκό δεν ήταν τόσο safe ως επιλογή, όσο φαινόταν τότε, ότι δηλαδή ο Σπανούλης γύρισε στην παλιά του ομάδα και όλα καλά, όλα μια χαρά.

Αυτό, μάλιστα, φάνηκε όταν ο Kill Bill αποφάσισε να αλλάξει εντελώς μυαλά και στρατόπεδο, φεύγοντας από τον Παναθηναϊκό. Εκεί, η ανάγκη του για πρόκληση φώναζε. Η ανάγκη του για πραγματικό comeback μετά την απόπειρα του ΝΒΑ ήταν πιο εμφανής από ποτέ στην καριέρα του. Έπρεπε, να ξαναπετύχει από την αρχή, όπως το έκανε μέχρι να πάρει το αεροπλάνο για τις ΗΠΑ, εν μέσω ενθουσιασμού ότι θα γίνει ο πρώτος Έλληνας που θα μάθει για τα καλά ο Στερν και ο Bill Simmons στο Grantland.

Χιούστον, δεν έχουμε πια πρόβλημα

Η μεταγραφή του από τον Παναθηναϊκό στον Ολυμπιακό, η οποία έχει ερμηνευτεί με κάθε πιθανό τρόπο και έχει μπει στο αρχείο με τις ιστορίες προδοσίας, αγνωμοσύνης και άλλων παρόμοιων κατηγοριών, είναι περισσότερο μια προσωπική ανάγκη επιβεβαίωσης, παρά μια (μεγάλη) αύξηση τραπεζικού λογαριασμού όπως έχει γραφτεί αρκετά και έχει ειπωθεί ακόμη περισσότερο. Έψαχνε το restart, να βάλει πάλι στόχους, να κυνηγήσει την κορυφή, να την κερδίσει και να μετά να την εφεύρει πάλι. Ο Σπανούλης στον Πειραιά βρήκε πάλι τον εαυτό του, έγινε πάλι αυτός που είχε μάθει από μικρός.

Πρωταγωνιστής, leader, ηγέτης, αρχηγός, πρώτο βιολί. Τα αξίζει όλα αυτά, δεν μπορεί να το αμφισβητήσει κανείς και αυτοί που το κάνουν, είναι επί της ουσίας αυτοί που βλέπουν μόνο χρώματα και τίποτα παραπάνω μέσα σε ένα γήπεδο, οπότε δεν αφορούν την κουβέντα που πιάσαμε σήμερα. Η βράβευση που του έγινε στο παιχνίδι με τη Γαλατά είναι το πιο σημαντικό γεγονός του αγώνα και ας πλακώθηκαν στις μπουνιές ο Μπέγκιτς και ο Πρίντεζης με τον Μπονσού ή ας νίκησαν οι ερυθρόλευκοι τόσο εύκολα, φτάνοντας σε νέο σερί νικών στην Ευρωλίγκα.

Ένα βραβείο παγκοσμίου επιπέδου, για το ήθος, το ταλέντο και τις ικανότητες, είναι μια προσωπική κατάκτηση ενός παίκτη, που πριν από έξι χρόνια άρχισε να χάνει την επαφή ακόμη και με την πραγματικότητα των δυνατοτήτων του, χαμένος ανάμεσα σε αστέρες άλλης μπασκετικής κουλτούρας. Το παρέλαβε, ύστερα από δύο συνεχόμενες Ευρωλίγκες με την ίδια ομάδα, προσωπικές διακρίσεις, ένα καλοκαίρι γεμάτο εκατομμύρια να τον περιμένουν στη Μόσχα και την Ισπανία (σε μια επιβεβαίωση του προηγούμενου, ότι δεν κοίταξε ούτε στον Ολυμπιακό –από τον Παναθηναϊκό ερχόμενος- τα περισσότερα χρήματα) και μια παραδοχή αν όχι από όλους, αλλά από τους περισσότερους, ότι αυτή τη στιγμή είναι ο κορυφαίος παίκτης στην Ευρώπη.

Τώρα, ήδη, 10 άτομα τουλάχιστον έχετε πει, όχι είναι ο τάδε, όχι είναι ο άλλος, μα καλά τι λες, ρε πάμε να φύγουμε, τι διαβάζουμε εδώ μέσα;

Χιούστον, δεν έχουμε πια πρόβλημα

Κι όμως είναι. Δεν ξέρω αν θα είναι σε ένα χρόνο, αλλά τώρα είναι αυτός, όπως πριν από λίγα χρόνια ήταν ο Διαμαντίδης, το 2006 ήταν ο Παπαλουκάς (τρεις Έλληνες, αυτό κρατήστε το, μην το πετάτε τόσο άδοξα), ο Ναβάρο ενδιάμεσα. Όλοι τους τεράστιες προσωπικότητες, αξίες ανεκτίμητες για το άθλημα. Όμως, τώρα, ένας παίκτης που επιστρέφει ως αποτυχημένος στα 25 του, φεύγει μερικά χρόνια από την ομάδα που τον ανέδειξε (ναι, ο Παναθηναϊκός τον ανέδειξε –μετά την εξαιρετική εκκίνηση στο Μαρούσι με τον Π. Γιαννάκη) και πάει στον αιώνιο αντίπαλο.

Και εκεί, βρίσκει τον Ολυμπιακό ανάμεσα σε εκατομμύρια ευρώ πεταμένα δεξιά και αριστερά, παίκτες να φεύγουν, προπονητές να έρχονται, στόχοι να μην μπορούν με τίποτα να επιτευχθούν και τι κάνει; Δύο σερί Ευρωλίγκες και τώρα 7/7 νίκες στη νέα σεζόν, έχοντας κάνει τις προηγούμενες εβδομάδες δύο πραγματικά μεγάλες ή τέλος πάντων εντυπωσιακές εμφανίσεις/καταθέσεις της αξίας του, αγωνιστικής και μη. Με το βραβείο που έλαβε το βράδυ της Πέμπτης, ο Σπανούλης κλείνει ένα μεγάλο κύκλο, ένα κεφάλαιο.

Κατέκτησε τον κόσμο, αυτόν που ήθελε να κατακτήσει τότε που καθόταν τα βράδια στο Χιούστον ξύπνιος μέχρι αργά, για να βρει πως θα καθιερωθεί στο ΝΒΑ. Προσπάθησε, δεν τα κατάφερε, του κόστισε, το θεώρησε ένα έντονο μείον στο τεράστιο από συν βιογραφικό του, αλλά συνέχισε, προχώρησε, έγινε καλύτερος. Ο καλύτερος. Οπότε, όποιο πρόβλημα και αν είχε τότε, πάει, τέλειωσε.

Και όλα αυτά, τα έκανε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Το δικό του. Αυτό κάνει πάντα, καλύτερα από οποιονδήποτε εκεί έξω.

TAGS EUROLEAGUE
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ