OPINIONS

Τα "συν" και τα "πλην" του Μάικ Τζέιμς

Τα "συν" και τα "πλην" του Μάικ Τζέιμς

Είναι ο Μάικ Τζέιμς το κομμάτι που έλειπε από τον Παναθηναϊκό; Ποια είναι τα πλεονεκτήματα και ποια τα μειονεκτήματα του νέου γκαρντ των "πρασίνων". Ο Στέφανος Τριαντάφυλλος αναλύει με τη βοήθεια των προηγμένων στατιστικών.

Ο Παναθηναϊκός πρόσθεσε τον Μάικ Τζέιμς στην περιφερειακή του γραμμή. Απέκτησε, δηλαδή, έναν από τους Αμερικανούς γκαρντ που άφησαν εξαιρετικές εντυπώσεις στη φετινή Euroleague. Ποιο είναι, όμως, το αγωνιστικό του προφίλ; Ποια τα πλεονεκτήματα που τον κάνουν να ξεχωρίζει και ποιοι οι ενδεχόμενοι προβληματισμοί;

Μια καριέρα χτισμένη βήμα-βήμα

Κοιτώντας πίσω την καριέρα του Μάικ Τζέιμς ένα είναι το μοτίβο που επαναλαμβάνεται: το βήμα-βήμα. Έτσι πήγε από το ένα επίπεδο στο άλλο, φτάνοντας στο "σήμερα" που θεωρείται ένα από τα πιο περιζήτητα ονόματα της ευρωπαϊκής αγοράς.

Ξεκίνησε την καριέρα του στο Όρεγκον, οπου θεωρήθηκε το μακρινό 2008 ως ο Νο3 παίκτης της πολιτείας. Βοήθησε το γεγονός ότι είχε 15 πόντους, 4 ριμπάουντ και 3 κλεψίματα, αλλά και το γεγονός ότι το γυμνάσιο Γκραντ κατέκτησε το πρωτάθλημα του Όρεγκον Στέιτ.

Λόγω ύψους δεν κέντρισε το ενδιαφέρον των μεγάλων προγραμμάτων, αλλά αντίθετα κατέληξε σε ένα Junior college, το Ίστερν Αριζόνα. Εκεί είχε 20 πόντους την πρώτη του χρονιά και 26 πόντους τη δεύτερη. Ως sophomore αναδείχτηκε 4ος καλύτερος σκόρερ στην πρώτη κατηγορία των junior college.

Επόμενο βήμα; Η μεταπήδηση του στο κολέγιο Λαμάρ του Τέξας, όπου αγωνίστηκε υπό τις οδηγίες του Πατ Νάιτ, του γιου του θρυλικού προπονητή, Μπόμπι Νάιτ. Το πιο παράξενο; Το γεγονός ότι ενώ αγωνιζόταν μόλις 18 λεπτά και ξεκίνησε στα 22 από τα 24 παιχνίδια της ομάδας του στον πάγκο, αναδείχτηκε πρώτος σκόρερ της ομάδας με 12.5 πόντους, έχοντας ακόμη 2.4 ριμπάουντ, 1.8 ασίστ και 1.1 κλεψίματα.

Το καλύτερο του παιχνίδι, δε, ήταν στις 4 Ιανουαρίου 2011 απέναντι στο Λουιζιάνα όταν σκόραρε 52 πόντους (με 11/21 τρίποντα)! Είναι το απόλυτο ρεκόρ στην ιστορία του σχολείου, σπάζοντας το προηγούμενο που κατείχε με 50 πόντους ο Μάικ Όλιβερ από το μακρινό 1980.

Την τελευταία του χρονιά στο Λαμάρ είχε 17.1 πόντους, 3.2 ριμπάουντ, 2 ασίστ και 1.6 κλεψίματα με 45% εντός παιδειάς, κρατώντας μάλιστα την καλύτερη τους εμφάνιση για το πιο δύσκολο παιχνίδι: αυτό απέναντι στην πρωταθλήτρια ομάδα του Κεντάκι (29 πόντους). Εκείνη τη χρονιά οδήγησε μάλιστα το άσημο Λαμάρ στο τελικό τουρνουά του NCAA, όπου αποκλείστηκε στον πρώτο γύρο από το Βερμόντ.

Δεν έγινε ντραφτ και αποφάσισε να κάνει το υπερατλαντικό ταξίδι για να ξεκινήσει την επαγγελματική του καριέρα. Την πρώτη του χρονιά άλλαξε δύο ομάδες παίζοντας στην ΚΚ Ζάγκρεμπ και στην Χαποέλ Γκιλμπόα Γκαλίλ. Την σεζόν 2013-14 είπε "ναι' στην Παφόνι που αγωνίζεται στην ιταλική Α2, όπου έλαμψε με 21.6 πόντους, 5 ριμπάουντ και 5 ασίστ.

Το επόμενο καλοκαίρι ήταν αυτό που εκτόξευσε την καριέρα του. Κι αυτό γιατί συμφώνησε με τον Κολοσσό Ρόδου, που αποδείχτηκε το κατάλληλο μέρος για να κάνει το επόμενα βήμα.

Με τους Ροδίτες πρόλαβε να... βγάλει μάτια. Σε 8 παιχνίδια είχε 21 πόντους (1ος σκόρερ στη λίγκα) με 40% στο τρίποντο, 5,1 ριμπάουντ και 3.4 ασίστ έχοντας παράλληλα 21,7 στο ranking. Και πάλι κράτησε τις καλύτερες του εμφανίσεις για τα δύσκολα παιχνίδια: είχε 28 πόντους (7/9 δίποντα, 3/7 τρίποντα) απέναντι στον Ολυμπιακό στο ΣΕΦ, είχε 21 πόντους και 5 ασίστ απέναντι στον Παναθηναϊκό και 28 πόντους (11/19 σουτ) απέναντι στον Άρη στο Αλεξάνδρειο.

Τα επιτεύγματα του δεν άφησαν ασυγκίνητες τις κορυφαίες ευρωπαϊκές ομάδες, προεξέχοντος της Λαμποράλ Κούτσα, που έψαχνε έναν παίκτη να συμπληρώσει την περιφερειακή της γραμμή, που έχασε εκείνο το διάστημα τον Τομάς Ερτέλ από την Εφές. Την πρώτη του (μισή) χρονιά στην Βιτόρια είχε 11.1 πόντους (22% στο τρίποντο) και 2.0 ασίστ στην Euroleague, ενώ παράλληλα μέτρησε 12.90 πόντους (38% στο τρίποντο) και 3.0 ασίστ ανά παιχνίδι στην ισπανική λίγκα.

Επί της ουσίας όμως ήταν μια μεταβατική χρονιά, γιατί έδειξε το καλό του πρόσωπο φέτος, έστω κι αν είχε μικρότερα νούμερα. Ο Τζέιμς κάλυψε επί της ουσίας τη θέση "1" μαζί με τον Ντάριους Άνταμς, που επίσης έκανε χρονιά-εκτόξευσης. Αμφότεροι σήκωσαν όλο το βάρος από τη στιγμή που ο Φαμπιέν Κοζέρ αντιμετώπιζε πρόβλημα τραυματισμού.

Υπό τις οδηγίες του Βέλιμιρ Περάσοβιτς είχε 10.0 πόντους (37% στο τρίποντο) και 2.5 ασίστ ανά παιχνίδι στην Euroleague και παρόμοια νούμερα στην Lega Edensa (10.2 πόντοι, 30% στο τρίποντο, 2.7 ασίστ).

Το αγωνιστικό του στυλ

Υπάρχουν ξεκάθαρα αγωνιστικά χαρακτηριστικά σε ότι αφορά το παιχνίδι του Μάικ Τζέιμς. Τα κυριότερα είναι αυτά:

Maximum αθλητικότητα: Ο Μάικ Τζέιμς βασίζει το παιχνίδι του στην αθλητικότητα. Δεν διακρίνεται τόσο για την τεχνική του, όσο για το κορμί του. Μπορεί να είναι κοντός (κοντύτερος του 1.85 που είναι δηλωμένος), αλλά είναι εκρηκτικός, αλτικός και διαθέτει συνδυασμό δυνατών ποδιών και δυνατού κορμού. Και για αυτό το καλύτερο του "κομμάτι" στο παιχνίδι όταν ορμάει στο αντίπαλο καλάθι, όπου συνηθίζει να τελειώνει εντυπωσιακά τις φάσεις, όπως έκανε για παράδειγμα εδώ:

ΣΧΕΤΙΚΟ ΑΡΘΡΟ

Η έλλειψη ύψους δεν θεωρείται μειονέκτημα στην προκειμένη περίπτωση. Αφενός γιατί θα συμπληρώνει ένα ψηλό γκαρντ όπως ο Καλάθης και αφετέρου διότι είναι αρκετά δυνατός, ώστε να καλύψει το μειονέκτημα του. Δεν είναι τυχαίο ότι είχε αρκετά υψηλά νούμερα στα ριμπάουντ (για το μπόι του), αλλά και το γεγονός ότι λόγω δύναμης μπορεί να σπρώξει μες στο καλάθι και επομένως να ανταποκριθεί σε άμυνα με αλλαγές, που είναι βασικό στοιχείο της φιλοσοφίας του Αργύρη Πεδουλάκη. Εξ ου και η επιλογή του Σίνγκλετον στους ψηλούς.

Scoring guard: Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως ο Τζέιμς δεν είναι ένας αυθεντικός point guard. Το ρόλο του "πλέι-μέικερ" εξάλλου στη Λαμποράλ είχε πέρσι ο Μπουρούσης, όπως είχε παρατηρήσει ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς την παραμονή του φάιναλ-φορ. Δεν είναι από τους παίκτες που "ελέγχουν" την ομάδα ή από αυτούς που διακρίνονται για τις αποφάσεις του. Υστερεί σε ζητήματα όπως τεχνική πάσας και "διάβασμα" του παιχνιδιού. Αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι παραδοσιακά στην καριέρα του είχε "φτωχά" νούμερα σε ασίστ. Την τελευταία χρονιά στο κολέγιο είχε λιγότερες από 2, ενώ ουδέποτε έχει ξεπεράσει τις 4 ανά παιχνίδι, παρότι αγωνίζεται στο "1".

Το στοίχημα για τον Παναθηναϊκό (κάτι που ισχύει και για τον Σίνγκλετον) έχει να κάνει με την ένταξη των δύο σε ένα παιχνίδι "διαβάσματος". Η φιλοσοφία του κόουτς Πεδουλάκη βασίζεται περισσότερο στην αναγνώριση του mismatch και όχι στην καλή επιθετική λειτουργία βάσει ρυθμού, όπως ίσχυε για την Λαμποράλ (και την Λοκομοτίβ Κουμπάν). Θα μπορέσει να μπει σε ένα τέτοιο στυλ παιχνιδιού ένας παίκτης που μες στο παιχνίδι αναζητά και ο ίδιος να βρει (τον δικό του) ρυθμό μέσω προσωπικών φάσεων;

Streacky shooter: Υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ του σουτέρ και του σκόρερ, κάτι που δεν μεταφράζεται απαραίτητα στα ποσοστά. Η διαφορά έχει να κάνει με το ρυθμό, ή αυτό που λέμε "ημέρα". Παράδειγμα; Ο Κόμπι Μπράιαντ είναι σκόρερ. Στην καριέρα του σουτάρει με 33% από τη γραμμή. Παρόλα αυτά είναι ο παίκτης που κατέχει το ρεκόρ εύστοχων τριπόντων με 12.

Έτσι και ο Τζέιμς. Είναι ένας streaky shooter. Που μπορεί για παράδειγμα αν "ζεσταθεί" να βάλει πολλά, χωρίς όμως να είναι σταθερός. Αυτό φαίνεται από τα ποσοστά του, που έχουν μεγάλη απόκλιση από χρονιά σε χρονιά, ακόμη και μέσα στην ίδια περίοδο.

Τα "συν" και τα "πλην" του Μάικ Τζέιμς

Την πρώτη του χρονιά στη Λαμποράλ είχε 22% στο τρίποντο στην Euroleague, αλλά 38% στο ισπανικό πρωτάθλημα. Πέρσι είχε 37% στην Euroleague και 30% στο πρωτάθλημα. Αντίστοιχες μεταπτώσεις παρουσίασε από φάση σε φάση: πχ είχε 47% στους "8", 42% στο Top-16, 32% στην κανονική περίοδο και 0% στο φάιναλ-φορ.

Το καλό του σημείο είναι η διείσδυση. Χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορεί να σουτάρει μετά από ντρίμπλα. Αν μάλιστα "ζεσταθεί" μπορεί να εκτελέσει και από μακρινή απόσταση, όπως βίωσε στο πετσί του πέρσι ο Παναθηναϊκός. Στην προημιτελική σειρά ο Αμερικανός γκαρντ "χτύπησε" ουκ ολίγες φορές και μάλιστα στο τελείωμα των 24'' ή των περιόδων.

Mentality: Το γεγονός ότι συνηθίζει να κάνει καλά παιχνίδια απέναντι στους λεγόμενους "μεγάλους" αντιπάλους είναι κάτι πολύ σημαντικό. Για παράδειγμα πέρσι σκόραρε 27 πόντους απέναντι στη Ρεάλ, επίδοση που αποτελεί το προσωπικό του ρεκόρ στην Euroleague Στον Κολοσσό έκανε το καλύτερο του ματς στο ΣΕΦ, ενώ στην τελευταία του χρονιά στο κολέγιο "σκότωσε" με 29 πόντους την πρωταθλήτρια ομάδα. Όλο αυτό κάτι σημαίνει.

Είναι επίσης σημαντικό ότι ο Παναθηναϊκός παίρνει έναν παίκτη με φιλοδοξία. Που θα παίξει μεν για 3η χρονιά στην Euroleague, αλλά είναι μόλις 26 ετών και θα κάνε step-up σε μια ομάδα με υψηλούς στόχους και μεγαλύτερη πίεση. Βάσει καριέρας και χαρακτήρα, όμως, είναι ένας παίκτης που έχει δείξει ότι ανταποκρίνεται στις προκλήσεις.

Τα προηγμένα στατιστικά

Εξετάζοντας τα προηγμένα στατιστικά ο Τζέιμς πέρσι πήρε τους περισσότερους πόντους του από καταστάσεις pick-n-roll. Οι 4.5 από τους τους 10 πόντους του ερχόντουσαν από αυτές τις καταστάσεις έχοντας 0.993 πόντους ανά κατοχή, επίδοση που τον φέρνει στην τρίτη θέση της σχετικής λίστας μεταξύ των παικτών με περισσότερες από 5 PnR ανά παιχνίδι. Ο πρώτος ήταν ο Γιουλ (1.049) και ο δεύτερος ο Νάντο Ντε Κολό (1.007).

Η στατιστική επιβεβαίωσε σε ότι αφορά τον διαχωρισμό του σκόρερ με τον σουτέρ, έχει να κάνει με τα πολύ καλά του ποσοστά σε σουτ από ντρίμπλα (0.97 πόντοι/ανά κατοχή) σε σχέση με τα στατικά σουτ (0.931), έχοντας κάτω από 1 πόντο ανά παιχνίδι από συνθήκες catch-n-shoot.

Σε ότι αφορά τις συνήθειες του στα pick-n-roll εμπιστεύεται αρκετά το αριστερό του χέρι, συνηθίζει να τελειώνει τις φάσεις μέχρι μέσα, ενώ παράλληλα αρέσκεται στο να ψάχνει είτε το δικό του σκορ, είτε την πάσα στον ψηλό, αφήνοντας ως τρίτη επιλογή την πάσα έξω σε κάποιον σουτέρ. Αυτό βέβαια δικαιολογείται τόσο από την φιλοσοφία του σκόρερ (scoring mentality), όσο και από το γεγονός ότι δεν διαθέτει το απαραίτητο ύψος για να βλέπει ξεκάθαρα όλες τις φάσεις.

Ο Τζέιμς ως κομμάτι του παζλ

Αυτή τη στιγμή ο Παναθηναϊκός με τους Τζέιμς και Σίνγκλετον κλείνει δύο κομβικές θέσεις. Και συνεχίζει το ψάξιμο για τους υπόλοιπους παίκτες που θα συμπληρώσουν το παζλ, έχοντας έναν περιορισμό που τους δυσκολεύει. Το γεγονός ότι θα πρέπει να ψάξουν δύο κοινοτικά διαβατήρια.

Αυτή τη στιγμή οι "πράσινοι" αναζητούν έναν ακόμη γκαρντ και τη σύνθεση των ψηλών. Το σενάριο που αρέσει περισσότερο αυτή τη στιγμή στο τεχνικό τιμ σε ότι αφορά την φροντ-λάιν είναι μια σύνθεση με τους : Φώτση - Γκιστ - Σίνγκλετον, την οποία θα ενισχύσουν ο Έλληνας ψηλός (Βουγιούκας) και ένας ακόμη ξένος που θα έχει περισσότερο τα χαρακτηριστικά του "stretch-four", να μπορεί δηλαδή να παίξει ακόμη και στο "3".

Αυτό σημαίνει ότι οι "πράσινοι" θα έχουν ως βασική επιλογή στο "5" τον Γκιστ, αλλά και τον Σίνγκλετον που παίζει και στις δύο θέσεις. Το αμυντικό αυτό δίδυμο (Γκιστ-Σίνγκλετον) ενδεχομένως να τελειώνει και τα παιχνίδια δίνονοντας ένα μεγάλο αβαντάζ στο πίσω μέρος του γηπέδου, κάτι που συνέβαινε για παράδειγμα στην εποχή των Γκιστ-Λάσμε.

Τα "συν" και τα "πλην" του Μάικ Τζέιμς

Με την προσθήκη του Σίνγκλετον επομένως απομακρύνεται το σενάριο απόκτησης αυθεντικού ξένου σέντερ (Τάιους, Εμπάκουε) και η προσοχή στρέφεται σε έναν παίκτη στυλ Οκάρο Ουάιτ ή Κένι Γκάμπριελ, που να είναι ελαφρύς και να σουτάρει καλά. Το πρόβλημα και σ' αυτή την περίπτωση έχει να κάνει με το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή οι "πράσινοι" έχουν τέσσερις ξένους (Τζέιμς, Γκιστ, Σίνγκλετον, Φελντέιν). Οπότε οι παίκτες που θα βρει πρέπει να έχουν κοινοτικό διαβατήριο, εκτός αν γίνει αλλαγή σε κάποιον εκ των Φελντέιν-Γκιστ.

Οπότε το ρόστερ ως τώρα έχει ως εξής:

1: Καλάθης - Τζέιμς - Παππάς - Μποχωρίδης

2: ξένος γκαρντ - Παππάς - Φελντέιν - Μποχωρίδης

3: Χαραλαμπόπουλος - Φελντέιν - ξένος φόργουορντ

4: Φώτσης - Σίνγκλετον - ξένος φόργουορντ

5: Γκιστ - Έλληνας σέντερ - Σίνγκλετον

*Ο ξένος γκαρντ και ο ξένος φόργουορντ αναφέρονται σε δύο πρόσωπα.

Αυτό έχει "δέσει" τα χέρια του Αργύρη Πεδουλάκη και των συνεργατών του που προσπαθούν να λύσουν αυτό το πρόβλημα για δυνατούς λύτες.

Δείτε τις ειδικές προσφορές των footshirts σε τιμές από 13 ευρώ!

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ