Sorry Phil Jackson: το 4ποντο δεν είναι καλή ιδέα

Ο Φιλ Τζάκσον πρότεινε το 4ποντο και τέσσερις ειδικοί του σουτ (Ιτούδης, Γιαννάκης, Κουφός, Δέδας) καταθέτουν την άποψη τους. Το Sport24.gr ανοίγει το μεγάλο φάκελο "τρίποντο". Γιατί είναι τόσο σημαντικό; Πόσο έχει αλλάξει το μπάσκετ; Και πως αντιδρά το άθλημα σε αλλαγές της γραμμής;

Sorry Phil Jackson: το 4ποντο δεν είναι καλή ιδέα

 

Πάνω που όλοι αποδέχτηκαν τη θέση του τριπόντου στον μπασκετικό Όλυμπο, ήρθε ο Φιλ Τζάκσον για να ρίξει τον κεραυνό του: μήπως πρέπει να βάλουμε και γραμμή στα 10 μέτρα και να δημιουργήσουμε το τετράποντο;

Σύμφωνα με τον προπονητή που έχει κατακτήσει τα περισσότερα πρωταθλήματα στην ιστορία του ΝΒΑ το μπάσκετ χρειάζεται αυτή την αλλαγή. "Γιατί να μην έχουμε τετράποντο στα 10 μέτρα; Δεν αργεί η εποχή που οι παίκτες θα αισθάνονται αρκετά άνετα για να σουτάρουν από εκεί. Αυτό το σουτ θα έδινε τη δυνατότητα στις ομάδες να ανατρέψουν με μεγαλύτερη ευκολία το εις βάρος τους σκορ".

Από την άλλη ο νυν πρόεδρος των Νικς πρότεινε να μπουν και άλλα 6 δευτερόλεπτα στο ρολόι των 24'', θεωρώντας ότι η ταχύτητα του παιχνιδιού έχει βγάλει από την εξίσωση τους παίκτες που παίζουν με πλάτη στο καλάθι, ενώ παράλληλα θεωρεί ότι μια τέτοια κίνηση θα υποχρεώσει τις άμυνες να δουλεύουν σκληρότερα και τις επιθέσεις να πασάρουν περισσότερο.

Ας επικεντρωθούμε, όμως, στη γραμμή τεσσάρων πόντων. Δεν είναι η πρώτη φορά που κάτι τέτοιο ρίχνεται το τραπέζι. Για παράδειγμα χρησιμοποιείται σε μια επαρχία του Καναδά (την Μανιτόμπα) από το 2014, ενώ αποτελεί σκέψη παραγόντων στην Ασία, σε λίγκες δηλαδή που βασίζονται περισσότερο στο σουτ και λιγότερο στα αθλητικά προσόντα.

Η ιδέα, όμως, του Φιλ Τζάκσον, αν εφαρμοστεί αλλάζει τα δεδομένα. Θα επιφέρει σημαντικές αλλαγές τόσο στην τακτική, όσο και στο recruiting. Από τη μια θα μεγαλώσουν ακόμη περισσότεροι οι χώροι που θα πρέπει μια ομάδα να αμυνθεί (γιατί μετά από ένα σημείο θα χρειάζεται να μαρκαριστεί και η ζώνη των 4 πόντων και από την άλλη ενδεχομένως να μπουν στο παιχνίδι παίκτες που έχουν μόνο αυτή την ικανότητα. Διότι ξαφνικά σε ένα παιχνίδι που τα δίποντα αποτελούν την πλειοψηφία, θα υπάρχει και η δυνατότητα για καλάθι που δίνει τους διπλάσιους πόντους. Δεν αποκλείεται επομένως να δούμε στο παρκέ και παίκτες σαν κι αυτούς που χρησιμοποιούνται στις "ειδικές ομάδες" του φούτμπολ, αυτούς που κλωτσούν δηλαδή τη μπάλα μετά από ένα touchdown. Οι συγκεκριμένοι δεν χρειάζεται να είναι δυνατοί ή γρήγοροι σαν τους υπόλοιπους. Αρκεί που μπορούν να κλωτσούν τη μπάλα. Κάτι αντίστοιχο ίσως εφαρμοστεί και στο μπάσκετ. Παίκτες χωρίς μέγεθος ή προσόντα που μπορούν να ευστοχήσουν από πολύ-πολύ μακριά.

Σκέφτεστε κι εσείς το baseketball έτσι δεν είναι;

Την ιδέα του Φιλ Τζάκσον σχολιάζουν τέσσερις ειδικοί:

  • Ο Δημήτρης Ιτούδης: πρωταθλητής Ευρώπης με την ΤΣΣΚΑ και προπονητής της ομάδας που σουτάρει καλύτερα από κάθε άλλη τρίποντο στην Euroleague (10.2 εύστοχα και 42%)
  • Ο Παναγιώτης Γιαννάκης: Πρόεδρος του Συνδέσμου Ελλήνων Προπονητών Καλαθοσφαίρισης και πρωταθλητής Ευρώπης με την Εθνική ομάδα το 2005.
  • Ο Στέργιος Κουφός: Ο προπονητής που λατρεύει το τρίποντο περισσότερο από κάθε άλλον, συνδέοντας άμεσα την προπονητική του φιλοσοφία με το σουτ.
  • Ο Γιώργος Δέδας:  ένας από τους τελευταίους γνήσιους σουτέρ του ελληνικού μπάσκετ.

 

"Γιατί όχι;" είναι η πρώτη αντίδραση του Δημήτρη Ιτούδη, που προσπαθεί να επεξεργαστεί το σκεπτικό του Φιλ Τζάκσον. "Όχι, βέβαια ότι λείπει το σασπένς στο ευρωπαϊκό μπάσκετ. Έχουμε δει ότι οι διαφορές χάνονται και με τους υπάρχοντες κανονισμούς". Ο προπονητής της ΤΣΣΚΑ είναι ανοιχτός στις αλλαγές λέγοντας ότι "είμαι υπέρ οποιασδήποτε ιδέας που μπορεί να βελτιώσει τις συνθήκες του παιχνιδιού. Νομίζω ότι για να είμαστε σίγουροι πρέπει να το δοκιμάσουμε, αλλιώς δεν ξέρουμε αν θα είναι αρνητική ή θετική αλλαγή".

Ο Στέργιος Κουφός, που εργάζεται τα τελευταία δύο χρόνια στο Κατάρ (και παλαιότερα στον Ρέθυμνο, στον Ηλυσιακό και πολλές άλλες ομάδες) είναι θιασώτης του τριπόντου. Τα προηγούμενα χρόνια είχε θεωρηθεί πρωτοπόρος σε θέματα τακτικής, δίνοντας -μεταξύ άλλων- μεγάλο βάρος στο σουτ πίσω από τη γραμμή. Διδάσκοντας στο Διεθνές Σεμινάριο Προπονητών του ΣΕΠΚ στη Θεσσαλονίκη το 2012 είχε πει μεταξύ άλλων ότι "το τρίποντο είναι το νέο κάρφωμα", εξηγώντας ότι είναι η φάση που ξεσηκώνει περισσότερο από όλες το κοινό και αλλάζει το momentum ενός αγώνα. Φιλοσοφία που θα ενισχυθεί ακόμη περισσότερο με το τετράποντο. Ακόμη και για αυτόν, όμως, η ιδέα του σουτ από τα 10 μέτρα... ξεπερνά τη γραμμή.

"Δεν μου αρέσει ως ιδέα. Δεν νομίζω ότι θα κάνει καλό στο μπάσκετ" ήταν τα πρώτα λόγια του Στέργιου Κουφού, που αναρωτιέται "σ΄αυτή την περίπτωση για ποιο λόγο να έχεις σέντερ στην ομάδα". Για να καταλήξει ότι "αλλοιώνει το χαρακτήρα του παιχνιδιού το 4ποντο".

Έχει εμπορική λογική, όχι μπασκετική

Αρνητικός στο ενδεχόμενο είναι και ο Παναγιώτης Γιαννάκης που μπορεί ως παίκτης να μας είχε συνηθίσει σε "τρελά" τρίποντα στον αιφνιδιασμό, αλλά ως προπονητής έδειχνε μια προτίμηση σε παίκτες ρακέτας και σουτ που έβγαιναν μέσα από την ομαδική δουλειά, βασίζοντας τη φιλοσοφία του στη λογική των αριθμών: το λέι-απ έχει το μεγαλύτερο ποσοστό επιτυχίας, ακολουθούν οι βολές, τα στατικά σουτ και τελευταία τα δύσκολα σουτ μετά από ντρίμπλα. "Έχει περισσότερη εμπορική λογική και όχι μπασκετική. Δεν θα βοηθήσει το παιχνίδι, αν και ενδεχομένως θα βοηθήσει στις ανατροπές και θα κάνει τους αγώνες πιο ενδιαφέροντες ως προς το σασπένς. Τεχνικά, θα δημιουργήσει πολλά προβλήματα. Δεν θα είναι ωραίο. Αρκετό τρίποντο έχουμε κι έτσι".

Ο μοναδικός που εκφράστηκε εξ αρχής θετικά ήταν ο σουτέρ Γιώργος Δέδας, ο αρχηγός του ΠΑΟΚ, που σουτάρει με 42% στην καριέρα του στην Α1 και έχει εκτελέσει όλα αυτά τα χρόνια διπλάσια τρίποντα (718) σε σχέση με δίποντα (317).  "Είναι μια πρωτοποριακή ιδέα που θα αλλάξει σίγουρα τον τρόπο που σκέφτονται οι ομάδες και οι παίκτες. Θα βοηθήσει το σασπένς".

Πόσο θα άλλαζε όμως το μπάσκετ το ίδιο το παιχνίδι η νέα γραμμή των 10 μέτρων; "Δεν μπορούμε να ξέρουμε. Δηλαδή οι ομάδες θα αφήνουν έναν παίκτη εκεί; Θα σουτάρουν όλοι από εκεί; Κι η άμυνα πως θα αντιδράσει; Θα μαρκάρει τον παίκτη που θα μένει εκεί" θέτει τους προβληματισμούς του ο Δημήτρης Ιτούδης.

Ο Γιώργος Δέδας προσθέτει ότι "έχω την εντύπωση ότι θα ήταν χρήσιμο μόνο για ειδικές καταστάσεις, όταν τελειώνει ένα δεκάλεπτο δηλαδή ή ένα παιχνίδι. Δεν πιστεύω ότι θα κάθεται κάποια ομάδα και θα σουτάρει από τα 10 μέτρα". Ο Κουφός από τη μεριά του ξεκαθαρίζει ότι "βιολογικά δεν μπορούν όλοι να σουτάρουν από τα 10 μέτρα. Θα μπει στρατηγική και τεχνική και θα μπλέξει παραπάνω τα πράγματα".

Τα 10 μέτρα είναι μακριά;

 

Πόσο μακριά είναι τα 10 μέτρα; Το γήπεδο του ΝΒΑ είναι 28,6 μέτρα. Στην Ευρώπη (και όπου εφαρμόζονται οι κανόνες της FIBA) είναι 28. Οπότε η γραμμή του κέντρου απέχει 14 μέτρα. Τα 10 είναι περίπου -όπως μάθαμε- στη γραμμή του βόλεϊ.

Είναι αρκετά μακριά; Για τους περισσότερους παίκτες, ναι. Αλλά όχι για όλους. Για παράδειγμα φέτος ο Στεφ Κάρι μέχρι τις 17 Μαρτίου ευστόχησε σε 7 τέτοια σουτ. Χωρίς καν να υπάρχει η γραμμή ή ο έξτρα πόντος. Συνολικά μες στη χρονιά ο MVP και πρώτος σκόρερ του ΝΒΑ είχε 21/45!!! Δηλαδή 46%!!

Αυτό σημειώνει και ο Δημήτρης Ιτούδης: "Αναρωτιόμαστε με το τετράποντο αν πρέπει να μαρκάρουμε τους παίκτες τόσο μακριά. Ο Κάρι όμως δεν σουτάρει ούτως ή άλλως από εκεί; Δεν τον μαρκάρουν σ' αυτές τις αποστάσεις";

Βέβαια, δεν σημαίνει ότι το (τόσο) μακρινό σουτ είναι στο ρεπερτόριο όλων των παικτών. Ο 2ος σκόρερ του πρωταθλήματος, ο Τζέιμς Χάρντεν, έχει σουτάρει μόνο δύο φορές χωρίς να ευστοχήσει σε κάποια προσπάθεια. Αντίστοιχα ο Κέβιν Ντουράντ έχει 1/7 προσπάθειες. Υπάρχουν βέβαια και αυτοί που "έχουν" τέτοιες αποστάσεις. Ο Κλέι Τόμπσον για παράδειγμα μεταξύ 10 και 11 μέτρων έχει 3/4 σουτ, 75% δηλαδή! Αρκετές προσπάθειες είχαν ακόμη ο Τζαμάλ Κρόφορντ (1/14) και ο Ντάμιεν Λίλαρντ (2/15).

Ο πιο εύστοχος κερδίζει

 

Το τρίποντο, πάντως, τα τελευταία χρόνια παίζει διαρκώς και σημαντικότερο ρόλο στο σύγχρονο μπάσκετ. Κυρίως επειδή υποστηρίζει την θεαματική αύξηση της αθλητικότητας. Οι καλοί σουτέρ με άλλα λόγια βοηθούν τους ικανούς αθλητές "ανοίγοντας" το γήπεδο. Από τη μια λοιπόν οι άμυνες υποχρεώνονται να κλείνουν για να σταματήσουν τους ικανούς παίκτες και από την άλλη οι επιθέσεις διαθέτοντας καλούς σουτέρ είναι έτοιμες να "τιμωρήσουν" το overhelping. Δράση και αντίδραση.

Να μιλήσουμε με στοιχεία; Η ευστοχία από το τρίποντο είναι αλληλένδετη με την επιτυχία τα τελευταία χρόνια. Τόσο στο επίπεδο της Euroleague, όσο και σ' αυτό του ΝΒΑ. Εξάλλου είναι νωπές οι αναμνήσεις από τους πρόσφατους τελικούς του ελληνικού πρωταθλήματος που κρίθηκαν από τα δύο νικητήρια τρίποντα του Σπανούλη. Αλλά και πιο αναλυτικά να το εξετάσουμε η εξέλιξη του 4ου και τελευταίου τελικού πριν "κλείσει" με το buzzer-beater του αρχηγού του Ολυμπιακού, σημαδεύτηκε από το τρίποντο με ταμπλό του Δημήτρη Αγραβάνη και του τριπόντου ισοφάρισης του Βαγγέλη Μάντζαρη.

Η ΤΣΣΚΑ που κατέκτησε την Euroleague ήταν μεταξύ άλλων η ομάδα με το υψηλότερο ποσοστό στα σουτ τριών πόντων με 42%. Παράλληλα ήταν και αυτή που ευστοχούσε στα περισσότερα σε 10.3. Με άλλα λόγια οι Μοσχοβίτες που είχαν την καλύτερη επίθεση με 90,9 πόντους έπαιρναν το 33% από τρίποντα. Αντίστοιχο παράδειγμα και η Λοκομοτίβ Κουμπάν, που κατέκτησε την 3η θέση αποτελώντας τη μεγάλη έκπληξη της διοργάνωσης. Η ομάδα του Γιώργου Μπαρτζώκα θριάμβευσε συστήνοντας ένα διαφορετικό στυλ μπάσκετ, στο οποίο είχε πέντε παίκτες ταυτόχρονα στο παρκέ που μπορούσαν να σουτάρουν για τρεις πόντους.

 

Αυτό εξηγείται και στατιστικά: το τρίποντο απεικόνιζε το 44% των σουτ εντός πεδιάς που επιχειρούσαν οι παίκτες της Λόκο. Κοινώς από τα 100 σουτ που επιχειρούσαν οι Ρώσοι, τα 44 ήταν τρίποντα. Επίδοση που τους φέρνει στην πρώτη θέση. Στη 2η είναι η Λαμποράλ (41%) επίσης μια ομάδα του φάιναλ-φορ, ενώ αντίστοιχα τόσο η ΤΣΣΚΑ (39%), όσο και η Φενέρ (30%) είναι πάνω από το σχετικό μέσο όρο (30%). Να το δούμε και από την ανάποδη; Τελευταίες στη σχετική λίστα μεταξύ των 24 ομάδων ήταν η Ζιέλονα Γκόρα, το Μιλάνο και η Λιμόζ. Όλες τους αποκλείστηκαν στην κανονική περίοδο.

Η ίδια η εικόνα και στο ΝΒΑ. Πλέον ακόμη και οι άπιστοι έχουν πειστεί λόγω των Γκόλντεν Στέιτ Ουόριορς. Τα δύο τελευταία χρόνια οι "Πολεμιστές" ήταν η ομάδα με την καλύτερη επίθεση στην κανονική περίοδο. Τη μια σεζόν κατέκτησαν το πρωτάθλημα δια περιπάτου και τη δεύτερη έκαναν το απόλυτο ρεκόρ στην ιστορία του ΝΒΑ, το 73-9.

Η παρέα του Στεφ Κάρι και του Κλέι Τόμπσον σκόραραν 114.9 πόντους ανά παιχνίδι (1οι). Είχαν επίσης το καλύτερο Offensive Rating (112.5). Παράλληλα ήταν η πιο εύστοχη ομάδα στα τρίποντα με 41.6% (1οι), ευστοχώντας σε 13.1 ανά παιχνίδι (1οι). Σημείωναν δηλαδή 39,3 πόντους ανά παιχνίδι πίσω από τη γραμμή. Δεύτερη σε ποσοστό (37.5%) ήταν οι Σπερς, που επίσης έκλεισαν την χρονιά με το καλύτερο ρεκόρ στην ιστορία τους και το 4ο καλύτερο ρεκόρ όλων των εποχών (67-15). Τα "Σπιρούνια" είχαν την 2η καλύτερη επίθεση, ενώ ήταν 3οι σε OffRtg (108.4).

Αντίστοιχα η καλύτερη επιθετικά ομάδα της Ανατολής οι Cavs ήταν 4η σε OffRtg (108.1) και δεύτερη σε εύστοχα τρίποντα. Επίδοση που κατάφεραν να βελτιώσουν στα Playoffs, όπου και κατέκτησαν τον πρώτο τίτλο της ιστορίας τους. Στην post-season η ομάδα του LeBron James είχε το καλύτερο offensive rating (112.5) έχοντας βελτιωμένο ποσοστό (40.6%) και περισσότερα εύστοχα τρίποντα ανά παιχνίδι (12.3). Οι Warriors από την άλλη είδαν το ποσοστό τους να φθίνει (39.3%), τα εύστοχα να μειώνονται (12.8) και μοιραία να πέφτει και το OffRtg (108.4).

Απόδειξη της συσχέτισης μεταξύ τριπόντου (ευστοχία, αριθμός εύστοχων σουτ), του offensive rating και της αποτελεσματικότητας. Η βάση αυτής της σχέσης έχει να κάνει με απλά μαθηματικά. 3 > 2. Το τρίποντο μετράει για τρεις πόντους. Τόσο απλό.

Η σημασία του τριπόντου

 

Ο Δημήτρης Ιτούδης που βλέπει την ΤΣΣΚΑ όχι μόνο να πετυχαίνει τα περισσότερα τρίποντα (η μοναδική με περισσότερα από 10 στην Euroleague), αλλά να σουτάρει και με το υψηλότερο ποσοστό. Οι Μοσχοβίτες είναι η μοναδική ομάδα φέτος που σουτάρει πάνω από 40%. Μάλιστα το 42% είναι το καλύτερο ποσοστό της τελευταίας 12ετίας και με διαφορά το καλύτερο από τότε που ορίστηκαν ως απόσταση τα 6.75.

Παρόλα αυτά, θεωρεί, ότι το τρίποντο είναι ένα κομμάτι του παιχνιδιού. Είναι το αποτέλεσμα, αλλά όχι ο σκοπός. "Είναι ένα στοιχείο. Το σημαντικό όμως είναι να δημιουργήσεις το τρίποντο" υπογραμμίζει, θεωρώντας ότι το παιχνίδι έχει γίνει πιο περιφερειακό, διότι σπανίζουν οι ικανοί παίκτες μες στο καλάθι. "Ήταν διαφορετικά όταν στον Παναθηναϊκό είχαμε τον Ρέμπρατσα και τον Μποντίρογκα. Τότε παίζαμε σκάκι. Μια μπάλα στον έναν, μια μπάλα στον άλλον. Δεν υπάρχουν πλέον τέτοιοι παίκτες".

Παρόμοια άποψη έχει και ο Παναγιώτης Γιαννάκης: "Έχει σημασία το τρίποντο γιατί ανεβάζει το σκορ και βάζουν πρόβλημα στην άμυνα. Είναι τρεις πόντοι. Μια ομάδα μπορεί έτσι να δημιουργήσει μεγαλύτερο σκορ, με λιγότερες κατοχές. Συν του ότι δημιουργεί και μια συναισθηματική φόρτιση, θετική για την ομάδα που το πετυχαίνει και θετική για την ομάδα που το δέχεται".

Το αποτέλεσμα κρίνεται πάντα από ένα σουτ

Ο Στέργιος Κουφός ανέκαθεν λάτρευε το σουτ τριών πόντων. "Από το 1994 όταν ήμουν στον Παπάγου, που είχαμε μια ομάδα που σούταραν και οι πέντε παίκτες. Από εκεί βγήκε ότι μου αρέσει πολύ το τρίποντο. Τώρα, βέβαια, αυτό το στυλ παιχνιδιού έχει βρει πολλούς θιασώτες. Εκεί το πάει το παιχνίδι από μόνο του" εξηγεί ο προπονητής της Αλ Ραγιάν, που ανέκαθεν είτε προτιμούσε σέντερ να σουτάρουν, είτε τους έβαζε ο ίδιος να αρχίσουν να σουτάρουν, όπως για παράδειγμα τον Μπόγρη στον Ηλυσιακό, ή τον Πέτγουεϊ στο Ρέθυμνο.

"Είχαμε κάνει μια προπονητική εργασία πριν χρόνια και είχαμε δει ότι ένας πόντος παραπάνω δίνει τεράστιο πράγμα" τόνισε και συνέχισε: "Έχει γίνει από μόνο του πολύ σημαντικό. Πλέον, με απόδειξη αυτό, το τρίποντο κατά 90% κρίνει το αποτέλεσμα. Ένα σουτ! Ένα τρίποντο γυρίζει το παιχνίδι, επαναφέρει τις ισορροπίες ή τελειώνει το ματς. Παράδειγμα οι δικοί μας τελικοί. Απλά αυτό δεν υπήρχε στο ΝΒΑ. Τώρα έγινε ξεκάθαρο με τους Γκόλντεν Στέιτ Ουόριορς. Παλιά είχαμε και το τρίποντο. Ότι αν βρεθείς μόνος σου να σουτάρεις, όχι όμως να πιέζει ο προπονητής τον παίκτη να σουτάρει, αλλιώς θα γίνει αλλαγή".

Και συνεχίζει: "Όλοι έχουν αλλάξει πλέον. Ακόμη και προπονητές που δεν τους άρεσε πολύ το τρίποντο, ή δεν ήθελαν οι ψηλοί να σουτάρουν. Ειδικά στους περισσότερους Έλληνες προπονητές δεν άρεσε αυτός ο τρόπος παιχνιδιού. Ήθελαν ο ψηλός να είναι καλός σε άλλους ρόλους. Σιγά-σιγά όμως βλέπουμε τους ψηλούς να βγαίνουν πιο έξω. Και όλες τις ομάδες να υιοθετούν ένα παιχνίδι με τρέξιμο και σουτ. Ακόμη και στον αιφνιδιασμό. Πλέον όλες οι ομάδες σουτάρουν τρίποντο στον αιφνιδιασμό. Γιατί όμως; Διότι έχει αποδειχτεί ότι κατά 73% το άστοχο τρίποντο στο transition οδηγεί σε επιθετικό ριμπάουντ".

Το τρίποντο έχει γίνει πλέον μέρος του παιχνιδιού. Για παράδειγμα η Μπαρτσελόνα του Τσάβι Πασκουάλ είχε για κανόνα μετά από επιθετικό ριμπάουντ να σουτάρει για τρεις πόντους. Επειδή ακριβώς υπήρχε μεγάλη πιθανότητα για νέο επιθετικό ριμπάουντ, αλλά και υψηλό ποσοστό από αυτή την πάσα από μέσα προς τα έξω.

Με την άποψη του Κουφού συμφωνεί και ο Γιώργος Δέδας, που είχε συνεργαστεί μαζί του στο Ρέθυμνο. "Ανέκαθεν το πίστευα -όχι επειδή ήμουν σουτέρ- ότι το τρίποντο και το κάρφωμα είναι ψυχολογικές φάσεις. Σκοτώνουν τον αντίπαλο. Ο κόσμος ξεσηκώνεται με τα σουτ. Συν του ότι το τρίποντο μετράει για τρεις πόντους. Για παράδειγμα με 4 τρίποντα έχεις 12 πόντους, ενώ αντίστοιχα για να φτάσεις τους 12 πόντους πρέπει να σημειώσεις έξι δίποντα. Είναι μια χοντρική προσέγγιση, που δείχνει όμως τη διαφορά". Και προσθέτει: "Οι σουτέρ θα είναι χρήσιμοι σε όλες τις ομάδες. Έστω για να κάθονται στη γωνία και να απασχολούν την άμυνα. Μην ξεχνάμε ότι όλα τα ματς κερδίζονται ή γυρνούν από μεγάλα σουτ". Κατά τη γνώμη του η σημασία του σουτ έχει αυξηθεί επειδή "το μπάσκετ έχει πάει στην αθλητικότητα και υπάρχουν πλέον παίκτες που έχουν φυσικά χαρίσματα. Οπότε η άμυνα πρέπει να προσαρμοστεί πάνω τους. Και όταν έρθει η βοήθεια θα βγουν τα σουτ στους αμαρκάριστους". Ο ίδιος μάλιστα δηλώνει υποστηρικτής του συγκεκριμένου στυλ. "Το μπάσκετ που έπαιξε φέτος η Λοκομοτίβ Κουμπάν ήταν ιδανικό. Είχε δύο δημιουργούς και ψηλούς που άνοιγαν το γήπεδο".

Μήπως όμως έχει παραγίνει; Ο Δημήτρης Ιτούδης είναι κάθετος; "Δηλαδή να πούμε σε κάποιον που έχει αυτή την ικανότητα να μην σουτάρει; Να πούμε στον Μίλος να μην δοκιμάζει τόσα τρίποντα; Ή στον Ναβάρο; Δεν νομίζω".

Η αλλαγή που έφεραν τα 6.75

 

Έχει ενδιαφέρον να εξετάσουμε δύο διαφορετικές περιόδους, μια στην Ευρώπη και μια στην Αμερική, που σχετίζονται με την αλλαγή της γραμμής. Αποτελεί κοινή παραδοχή ότι με την αύξηση της απόστασης το 2010 (από τα 6.25 το τρίποντο πήγε στα 6.75) βελτιώθηκαν οι αποστάσεις και παράλληλα οι επιθέσεις. Παράλληλα παρουσιάστηκε και μια στροφή σε ότι αφορά το recruiting που είχε να κάνει με την επιλογή γρήγορων ψηλών, των mobile centers όπως ονομάζονται. Παίκτες τύπου Κάιλ Χάινς, τύπου Στεφάν Λάσμε, τύπου Μπράιαν Ντάνστον και πάει λέγοντας. Τέτοιους παίκτες είχαν στο "5" οι ομάδες που κατέκτησαν τους τελευταίους τίτλους στην Euroleague: Ολυμπιακός (Χάινς), Μακάμπι (Τάιους), Ρεάλ (Αγιόν), ΤΣΣΚΑ (Χάινς).

Το εξηγεί πολύ σωστά ο Στέργιος Κουφός: "Ακόμη και αυτά τα λίγα εκατοστά, αυτό το μισό μέτρο, έχει αλλάξει το παιχνίδι. Επί της ουσίας υποχρεώνει τους ψηλούς να τρέξουν περισσότερο. Και όσο μεγαλώνουν οι χώροι, τόσο πιο γρήγοροι πρέπει να είναι οι ψηλοί. Με το νέο τρίποντο και τα 24'' δεν ευνοείται ο Σχορτσιανίτης. Σβήνει το μπάσκετ των ψηλών. Το μέλλον είναι ο Χάινς. Ψηλοί που θα έχουν επιθετικό ριμπάουντ, θα τρέχουν και θα αλλάζουν στα pick-n-roll".

Η αλλαγή της γραμμής (από τα 6.25 στα 6.75) έγινε το καλοκαίρι του 2010. Πως αντέδρασαν τότε οι ομάδες; "Όλα είναι θέμα συνήθειας" απαντά ο Δημήτρης Ιτούδης, που θεωρεί ότι οι ομάδες δεν επηρεάστηκαν πολύ στο σουτ αυτό καθαυτό. Αντίθετα στέκεται περισσότερο στους χώρους που δημιουργήθηκαν: "στην Ευρώπη έχουμε τη δυνατότητα βάσει κανονισμών να έχουμε μεγαλύτερη τακτική. Να καλύπτουμε δηλαδή τη ρακέτα, αφού δεν υπάρχουν τα αμυντικά τρία δευτερόλεπτα όπως στο ΝΒΑ". Κατά τη γνώμη του η ριζική αλλαγή δεν ήταν στο τρίποντο, όσο στα 24'': "Η μεγάλη προσαρμογή ήταν από τα 30'' στα 24''. Ή τα 14'' μετά το επιθετικό ριμπάουντ. Αυτά ναι πρέπει να τα διδάξεις. Να έχεις μικρότερα plays, καλύτερο spacing και πάει λέγοντας. Το που πάει το χρονόμετρο, δηλαδή, επηρεάζει το παιχνίδι περισσότερο από τις γραμμές".

Λίγα εκατοστά άλλαξαν το παιχνίδι

Ο Γιώργος Δέδας ήταν ο μοναδικός Έλληνας που ήξερε τι σημαίνουν 6.75 πριν καν χαρακτούν στα ελληνικά γήπεδα. Κι αυτό γιατί την προηγούμενη χρονιά αγωνιζόταν στην A2 Ισπανίας (LEB), όπου η νέα γραμμή είχε συστηθεί από τότε. Πειραματικά. "Τότε όλοι με ρωτούσαν τι και πως" θυμάται. Και εξηγεί: "Το πρόβλημα ήταν στις γωνίες. Οι παίκτες πατούσαν τη γραμμή. Αυτό ήταν το πρόβλημα, όχι ότι ήταν λίγο πιο μακριά το τρίποντο. Ούτως ή άλλως κάνοντας προπόνηση υπήρχε άμεση βελτίωση. Έκανε διαφορά πάντως. Μεγάλωσαν οι χώροι. Και τώρα, έξι χρόνια μετά, όλες οι ομάδες έχουν προσαρμοστεί. Και τώρα αν βρεις σε κάποιο γήπεδο τη σκιά της παλιάς γραμμής, στα 6.25, σου φαίνεται πάρα πολύ κοντά".

Από τη μεριά του ο Στέργιος Κουφός είδε την "τρίποντη" φιλοσοφία του να κυριαρχεί της αρχικής διστακτικότητας."Κάθε αλλαγή σου προκαλεί ένα μικρό φόβο. Το ίδιο ισχύει και με τις αλλαγές στους κανονισμούς διαιτησίας. Το 6.25 πάντως ήταν αστείο. Όλοι μπορούσαν να σουτάρουν από εκεί. Για 2-3 μήνες μπορεί να υπήρχε ένα μάγκωμα, για ένα χρόνο έστω, αλλά όχι παραπάνω. Βέβαια, έπαιζε ρόλο και ο προπονητής. Εγώ για παράδειγμα θεωρώ προσόν του τεχνικού τιμ να ενισχύει τον χαρακτήρα και την αυτοπεποίθηση του παίκτη να σουτάρει. Αυτό το "δεν πειράζει" υπερθεματίζει.

Ο Παναγιώτης Γιαννάκης πρόλαβε δύο μεγάλες αλλαγές. Ως προπονητής το τρίποντο να πηγαίνει μισό μέτρο πίσω και ως παίκτης το τρίποντο να εισάγεται για πρώτη φορά στο παιχνίδι. "Την εποχή εκείνη υπήρχαν παίκτες που σούταραν από τέτοιες αποστάσεις, αλλά ήταν λίγοι. Στην αρχή ξεχώρισε αυτούς τους παίκτες. Αν και οι περισσότερες ομάδες ήταν διστακτικές στο να χρησιμοποιούν το τρίποντο κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού" εξιστορεί τονίζοντας όμως ότι οι αλλαγές φέρνουν και θετικά αποτελέσματα: "το κάτι καινούργιο δημιουργεί μια ευεξία. Όλοι προσπαθούν να το κάνουν. Νομίζω ότι αυτό βοηθάει. Έτσι οι περισσότεροι προπονήθηκαν στις μεγαλύτερες αποστάσεις".

Μεγάλη υπόθεση το μισό μέτρο

 

Μελετώντας τα αριθμητικά στοιχεία προκύπτει το μοτίβο της φυσικής εξέλιξης των πραγμάτων. Το 2010 όταν το τρίποντο μετακινήθηκε πιο μακριά ήταν μοιραίο τις δύο πρώτες χρονιές τα εύστοχα σουτ, αλλά και τα ποσοστά να πέσουν. Το ίδιο και το επίπεδο του σκοραρίσματος. Για να επέλθει, όμως, με τα χρόνια ξανά η ισορροπία. Που ονομάζεται και συνήθεια. Ή προπόνηση. Και πλέον έξι χρόνια μετά βλέπουμε α) ότι οι ομάδες σουτάρουν α) περισσότερο β) το ίδιο καλά με την εποχή των 6.25 και γ) σκοράρουν στα ίδια επίπεδα. Το γ) επιβεβαιώνει ότι το περισσότερα τρίποντα σημαίνει και περισσότεροι πόντοι.

Στον παρακάτω πίνακα υπολογίζεται ο μέσος όρος των ομάδων της Euroleague.

Χρονιά Εύστοχα Προσπάθειες 3Π% Επίθεση

2008-09

7.22

20.67

34,9%

75.3

2009-10

7.29

21.02

34,6%

74.5

2010-11

6.20

19.39

31,9%

70.3

2011-12

6.63

19.60

33,6%

73.9

2015-16

7.93

23.40

33,8%

75.9

 

  • Μετά την αλλαγή του τριπόντου (2010) οι ομάδες ευστοχούσαν σε ένα τρίποντο (από 7.29 σε 6.20) και επιχειρήσουν δύο τρίποντα λιγότερα (από 21.02 σε 19.6). Έχοντας παράλληλο ένα πολύ χαμηλότερο ποσοστό. Ανάλογη ήταν και η πτώση στην επίθεση (4.2 πόντοι). Θα πρέπει βέβαια να σημειωθεί και η διαφορά στο επίπεδο της διοργάνωσης. Τη διετία 2008-2010 κατά γενική ομολογία βλέπαμε στην Euroleague τα πιο γεμάτα και ποιοτικά ρόστερ της σύγχρονης ιστορίας.
  • Τώρα, έξι χρόνια μετά την αλλαγή βλέπουμε να σημειώνονται επιδόσεις ρεκόρ! Πλέον ευστοχούν σε περισσότερα τρίποντα από ότι πριν την αλλαγή της γραμμής (7.93), σουτάροντας παράλληλα περισσότερα (23.40). Σκοράροντας παράλληλα και περισσότερους πόντους (75.9).

Τα παραπάνω δείχνουν ότι αυτή είναι η φυσιολογική ροή των πραγμάτων. Παίκτες, προπονητές και ομάδες συνηθίζουν στα δεδομένα, προσαρμόζονται και βελτιώνονται.

Η ισορροπία του ΝΒΑ

 

Πίσω στην εποχή 1994-1997. Τότε το ΝΒΑ αποφάσισε να μεταφέρει τη γραμμή πιο μπροστά στα 6.75. Το αποτέλεσμα; Να αυξηθούν κατακόρυφα οι προσπάθειες για τρίποντα, αλλά όχι και η επιθετική παραγωγικότητα. Απλά σούταραν όλοι περισσότερο, ακόμη και αυτοί που δεν ήταν τόσο καλοί σουτέρ. Μπορεί τα ποσοστά αυτού του πιο εύκολου σουτ να αυξήθηκαν, αλλά η ποιότητα του παιχνιδιού έπεσε. Εν τέλει από τη σεζόν 1997-1998 η γραμμή επέστρεψε στα 7.25, με τους αρμόδιους να ακολουθούν το σκεπτικό ότι "από αυτή την απόσταση θα σουτάρουν μόνο αυτοί που πρέπει να σουτάρουν".

Πριν την αλλαγή του τριπόντου είχε παρατηρηθεί και πάλι η συσχέτιση της ευστοχίας με την επιτυχία. Το 1992 και το 1993 οι Suns η καλύτερη ομάδα της Δύσης, που έφτασε και στους τελικούς του 1993, ήταν πρώτοι σε ευστοχία (38% το 1992) και σε εύστοχα (398 το 1993). Οι Bulls που κατέκτησαν τον τίτλο το 1993 ολοκληρώνοντας το πρώτο threepeat τους είχαν το 2ο καλύτερο ποσοστό στο πρωτάθλημα με 36%. Όλοι θυμόμαστε ότι κέρδισαν το πρωτάθλημα με τρίποντο - τι άλλο - του Τζον Πάξον.

Το ίδιο και το 1994, την τελευταία χρονιά των 7.25, όταν οι Rockets ήταν η ομάδα με τα περισσότερα εύστοχα τρίποντα στη λίγκα (429). Επίδοση, βέβαια, που διατήρησαν και την επόμενη χρονιά των 6,75 (646 εύστοχα). Ήταν η διετία που κατέκτησαν τους back-to-back τίτλους.

Έχει μεγάλο ενδιαφέρον όμως να δούμε την αύξηση σε προσπάθειες, μελετώντας τους μέσους όρους του ΝΒΑ ανά χρονιά.

Μέσα σε έξι σεζόν λοιπόν (κατά μέσο όρο) μια ομάδα του ΝΒΑ που σκόραρε 105.3 πόντους ευστοχούσε σε 2.5 τρίποντα εκτελώντας 7.5, έφτασε να σκοράρει 8.6 πόντους λιγότερους, σουτάροντας καλύτερα από τη γραμμή. Την ίδια ώρα ευστοχούσε σε 6.0 τρίποντα, εκτελώντας σε κάθε παιχνίδι 16,7! Τεράστια αλλαγή. Κοινώς; Περισσότερα σουτ, λιγότεροι πόντοι. Για αυτό και αποφασίστηκε το τρίποντο να επιστρέψει στη θέση του, τα 7.25.

Σταδιακά, όμως και με την πάροδο των χρόνων, με τις διαδοχικές αλλαγές κανονισμών (αμυντικά τρία δευτερόλεπτα, ευαισθησία στο hand-checking, αυστηρότερα αντιαθλητικά φάουλ), την είσοδο στο πρωτάθλημα ταλαντούχων παικτών (ΛεΜπρόν, Άντονι, Πολ, Ντουράντ και πάει λέγοντας) οι ομάδες άρχισαν και πάλι να σκοράρουν περισσότερο. Και να σουτάρουν καλύτερα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι Σαν Αντόνιο Σπερς, που εναρμονίστηκαν στις νέες τάσεις, παρότι ο Γκρεγκ Πόποβιτς έχει πει πολλές φορές ότι "το τρίποντο χαλάει το άθλημα". Προσθέτοντας ψιθυριστά ότι "οκ, αλλά εγώ δεν είμαι χαζός".

Την ίδια άποψη είχε και ο συνεργάτης του στο Σαν Αντόνιο Έτορε Μεσίνα σε συνέντευξη που είχε δώσει στο NBA Greece: "Βλέπουμε ότι το τρίποντο επηρεάζει πολύ το παιχνίδι και πολλές φορές η ομάδα που σουτάρει καλύτερα πίσω από τη γραμμή κερδίζει. Πιστεύω ότι υπάρχουν άλλοι τομείς του παιχνιδιού που πρέπει να έχουν πιο σημαντικό ρόλο από αυτό το ποσοστό".

Για να φτάσουμε στην εποχή των Ουόριορς, με τον Στεφ Κάρι να ευστοχεί σε 402 τρίποντα μέσα σε μια σεζόν. Μόνος του. Πέτυχε δηλαδή τα διπλάσια τρίποντα από όσα όλες οι ομάδες του ΝΒΑ τη σεζόν 1991-92.

Σεζόν Εύστοχα Προσπάθειες Ποσοστό Επίθεση

1991-92

207

626

33,0%

105.3

1992-93

247

734

33,6%

105.3

1993-94

270

811

33,0%

101.5

1994-95

450

1255

35,9%

101.4

1995-96

483

1316

36,7%

99.5

1996-97

496

1377

36,0%

96.9

 

Περισσότερα τρίποντα περισσότεροι πόντοι

 

Έχει ενδιαφέρον να μελετήσουμε τη σχέση εύστοχου τριπόντου με επιθετική συγκομιδή. Όσο αυξάνονται τα εύστοχα σουτ, αυξάνονται και οι πόντοι. Ακριβώς γιατί μετρούν για τρεις! Ας δούμε τους μέσους όρους του ΝΒΑ ανά χρονιά:

Χρονιά Επίθεση Εύστοχα Προσπάθειες Ποσοστό

2000-01

94.8

397

1124

35,0%

2001-02

95.5

428

1209

35,0%

2002-03

95.1

421

1204

35,0%

2003-04

93.4

425

1224

34,0%

2004-05

97.2

469

1292

35,6%

2005-06

97.0

470

1310

35,8%

2006-07

98.7

498

1389

35,8%

2007-08

99.9

537

1485

36,2%

2008-09

100.0

545

1486

36,7%

2009-10

100.4

527

1487

35,0%

2010-11

99.6

530

1477

36,0%

2011-12

96.3

423

1213

35,0%

2012-13

98.1

587

1636

36,0%

2013-14

101.0

635

1766

36,0%

2014-15

100.0

643

1838

35,0%

2015-16

102.7

698

1975

35,0%

 

Τι βλέπουμε; Αφενός ότι τα ποσοστά παραμένουν σταθερά μεταξύ του 35% και του 36,7%. Από την άλλη αυτό που διαφοροποιείται είναι ο αριθμός των εύστοχων σουτ και του σκοραρίσματος. Με τις εντυπωσιακές διαφορές να παρατηρούνται την τελευταία τριετία. Το 2012 για παράδειγμα οι ομάδες είχαν κατά μέσο όρο 5,1 σε 14,8 προσπάθειες, ενώ το 2016 είχαν 8,5 σε 24,1 προσπάθειες!

Παράλληλα τα τελευταία χρόνια μπορούμε να συνδέσουμε άμεσα το τρίποντο ποσοστό με την επιτυχία. Κάτι που δεν ισχύει για την αρχή της προηγούμενης δεκαετίας. Για παράδειγμα οι πρωταθλητές Λέικερς τη σεζόν 2000-01 ήταν 20οι σε ποσοστό (34%) και 11οι σε εύστοχα (439). Την επόμενη χρονιά οι Καλιφορνέζοι έκαναν το threepeat έχοντας μόλις το 13ο καλύτερο ποσοστό (35%), την ώρα που οι αντίπαλοι τους στους τελικούς, οι Νετς,  ήταν 22οι σε ποσοστό (33.8%) και 17οι σε εύστοχα.

Το ίδιο και τη σεζόν 2002-03. Οι πρωταθλητές Σπερς ήταν 11οι σε ποσοστό (35%) και εύστοχα (449), ενώ αντίστοιχα οι φιναλίστ Νετς ήταν 22οι σε ποσοστό και 23οι σε εύστοχα. Από το μοτίβο δεν ξεφεύγουν ούτε οι Πίστονς του 2004 (16οι σε ποσοστό, 24οι σε εύστοχα), ή αυτοί του 2005 (23οι σε ποσοστό και 22οι σε εύστοχα) που έφτασαν τελικό, αλλά έχασαν τον τίτλο από τους Σπερς (8οι σε ποσοστό, 12οι σε εύστοχα).

Από την άλλη βλέπουμε τη σημασία του τριπόντου να εντείνεται τα τελευταία χρόνια. Όχι μόνο μέσω των Ουόριορς, αλλά και μέσω των Σπερς, που την σεζόν που τα πήραν όλα ήταν πρώτοι σε ποσοστό με 40%.

 

Το παράδειγμα των Βάιπερς

 

Έχει περάσει στην ιστορία ως το πείραμα του Ντάριλ Μόρεϊ. Ο τζένεραλ μάνατζερ των Χιούστον Ρόκετς ήθελε να τεστάρει ένα τρίποντο run-n-gun στυλ παιχνιδιού και χρησιμοποίησε την ομάδα που συνεργάζονται στο NBDL, τους Ρίο Γκράντε Βάλεϊ  Βάιπερς. Το σχέδιο ήταν απλό: η ομάδα να σουτάρει όσο περισσότερο και όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Μια φιλοσοφία που θα μετέφερε στο παρκέ ο 33χρονος τότε (Νεβάντα Σμιθ), που θεωρούσε ότι το τρίποντο από τη γωνία ως το καλύτερο επιθετικό όπλο μετά το κάρφωμα. Μικρή παρένθεση: σύμφωνα με τους κανονισμούς του ΝΒΑ η απόσταση από τη γωνία είναι πολύ μικρότερη (6.7) από την κορυφή του τριπόντου (7.25). Για αυτό και τα τελευταία χρόνια το corner three έχει γίνει στόχος των ομάδων, αλλά και ειδικότητα ορισμένων παικτών.

Οι Βάιπερς, λοιπόν, κατόρθωσαν με αυτό το στυλ παιχνιδιού να μετρούν 109 κατοχές ανά παιχνίδι, τις περισσότερες που έχουν καταγραφεί στην Αμερική την τελευταία 20ετία. Για παράδειγμα το 2014 η πιο "γρήγορη" ομάδα του ΝΒΑ, οι Σίξερς είχαν 102,9 κατοχές. Οι Σανς του Μάικ Ντ' Αντόνι που είχε κάνει δεύτερη φύση της ομάδας την επίθεση κάτω από τα 7 δευτερόλεπτα (Seven Seconds or Less) έκαναν 98 επιθέσεις ανά παιχνίδι. Παράλληλα η ομάδα του Ρίο Γκράντε Βάλεϊ εκτελούσαν περισσότερα από 45 τρίποντα το παιχνίδι, την ώρα που η ομάδα με τα περισσότερα τρίποντα ανά παιχνίδι στο ΝΒΑ (οι Ρόκετς - τυχαίο;) έκαναν 26.

Η ομάδα του Νεβάντα Σμιθ είχε πετύχει το στόχο της. Το 41% των σουτ ήταν κοντά στο καλάθι. Οπότε μόνο το 11.9% των προσπαθειών τους δεν ήταν είτε κοντινή προσπάθεια, είτε τρίποντο. Και κάπως έτσι κατάφεραν να σκοράρουν 123.6 πόντους, καθώς σύμφωνα με τον Μόρεϊ "αν δεν σκοράρουμε 120 δεν κερδίζουμε". Είχαν την καλύτερη επίθεση στο ΝΒΑ τόσο σε απόλυτο αριθμό, αλλά και ως προς τον δείκτη πόντοι / ανά κατοχή (113 πόντοι, ανά 100 κατοχές).

Με άλλα λόγια ήταν οι Ουόριορς, πριν τους Ουόριορς. Έστω κι αν οι "Πολεμιστές" είναι αποτελεσματικοί, όχι μόνο επειδή είναι εύστοχοι, αλλά ακόμη επειδή είναι ομαδικοί, επειδή έχουν βάθος, ρόλους και ξέρουν να εκμεταλλεύονται τα όπλα τους.

Συμπέρασμα

 

Μια μεγάλη διαφορά του μπάσκετ με το ποδόσφαιρο είναι η διαρκής αλλαγή στους κανονισμούς. Ακριβώς επειδή παρατηρείται το φαινόμενο της προσαρμογής. Οι ομάδες μελετούν τα δεδομένα, παίζουν στα όρια των κανονισμών και επιτυγχάνουν το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα, κυρίως χάρις στην προπονητική επιρροή. Είναι αυτή η φυσική πορεία των πραγμάτων. Μάξιμουμ απόδοση - αλλαγή - στάδιο προσαρμογής - μάξιμουμ απόδοσης. Με τις αλλαγές να στοχεύουν πάντα, ειδικά στο ΝΒΑ, στη βελτίωση της επιθετικής λειτουργίας. Περισσότεροι πόντοι, περισσότερο θέαμα.

Αυτή τη βάση είχε και η ιδέα του Φιλ Τζάκσον, έστω κι αν κινδυνεύει τα πρώτα χρόνια να αλλοιώσει το παιχνίδι, που ούτως ή άλλως αλλάζει συνεχώς. Και λογικό είναι να φοβίζει. Για αυτό και ο Δημήτρης Ιτούδης προσπερνά την ιδέα του 4ποντου και καταθέτει τη δική του για την άμεση βελτίωση του θεάματος στο ευρωπαϊκό μπάσκετ, στα πρότυπα μάλιστα του ΝΒΑ: "Θα πρέπει να επικεντρωθούμε στους εφικτούς κανονισμούς, όπως στο να χαλαρώσουμε το θέμα των βημάτων. Να σφυρίζονται, βεβαίως, όχι να βλέπουμε φάσεις όπως αυτές στο Shaqting-a-fool, αλλά να μην δίνονται όλα στο ξεκίνημα. Αυτό θα δώσει ένα μεγάλο πλεονέκτημα στην επίθεση, ειδικά στο transition". Και το συνδέει με την αλλαγή στους κανονισμούς από τη Euroleague που θα τιμωρεί με αντιαθλητικό κάθε φάουλ σκοπιμότητας στον αιφνιδιασμό. Αυτό θα επηρεάσει την προπονητική δουλειά. Κάθε φάουλ τώρα για να σταματήσει το transition θα είναι ανταθλητικό. Θα πρέπει να διδάξουμε στους παίκτες τι πρέπει να κάνουν και παράλληλα να τους τιμωρούμε με σπριντ για παράδειγμα στην προπόνηση".

Όσο για το τρίποντο; Είναι η φυσική εξέλιξη των πραγμάτων. Αυξάνεται η ικανότητα των παικτών και επομένως οι ευκαιρίες για σκορ από μακριά. Είτε ως τρόπος έκφρασης (Ουόριορς), είτε ως τρόπος αντίδρασης (ΤΣΣΚΑ). Για άλλους η σημασία του σουτ αυξήθηκε. Για άλλους πήρε τη σωστή της διάσταση. Γιατί μην ξεχνάμε το πρώτο πράγμα που θα κάνει κάποιος αν μπει σε ένα γήπεδο και πιάσει τη μπάλα θα είναι να τη σουτάρει.

Μοιράσου το

Διαβάστε περισσότερα Top Guns

ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΑΠΟΠΕΙΡΑΣ ΠΝΙΓΜΟΥ ΤΟΥ CARLESIMO

Μήπως ο Λάτρελ Σπριούελ ήταν το θύμα;

Όταν το ΝΒΑ φοβήθηκε πως φεύγοντας, ο Michael Jordan είχε πάρει μαζί του όλη τη διασκέδαση που μπορούσε να προσφέρει η λίγκα, εμφανίστηκε ο Latrell Sprewell να σώσει την κατάσταση. Αυτόν χρησιμοποίησε όταν θέλησε να θέσει τους δικούς του, αυστηρούς κανόνες. Ο "Spree" βέβαια, ήταν αυτός που αποπειράθηκε να πνίξει τον Carlesimo, σαν σήμερα το 1997.

ΤΟ SPORT24.GR ΣΤΑ... ΑΔΥΤΑ ΤΟΥ CURLING

Θέλεις να σε μάθω Curling;

Το ξέρετε ως το άθλημα με τις... σφουγγαρίστρες. Η μοναδική σχέση των περισσοτέρων μαζί του είναι το "αυτοί που σκουπίζουν τον πάγο". Φίλε αναγνώστη, δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα και το Sport24.gr μπορεί να σε διαφωτίσει. Αν θέλετε να μάθετε πώς παίζεται το Curling και τι ακριβώς είναι αυτό το περίφημο χειμερινό σπορ, διαβάστε τα μυστικά του. Πιστέψτε μας, αξίζει μια ευκαιρία.

ΠΩΣ ΔΡΟΥΣΕ Ο ΠΑΙΔΟΦΙΛΟΣ ΜΑΝΑΤΖΕΡ

Ο Μπάρι Μπένελ είναι ο προπονητής-τέρας

Ο Barry Bennell κυκλοφορούσε ως ο καλύτερος προπονητής νέων της Μεγάλης Βρετανίας, τις δεκαετίες του '80 και του '90. Βάλε με το νου σου, πόσα παιδιά του εμπιστεύτηκαν το μέλλον τους. Στα 62 του βρίσκεται πάλι στη φυλακή, μετά την τρίτη καταδίκη για παιδοφιλία, με τις αποκαλύψεις να διαδέχονται η μία την άλλη.

ΓΙΑΤΙ Η ΝΤΟΡΤΜΟΥΝΤ ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΠΟΤΕ ΜΠΑΓΕΡΝ

Ο οικονομικός στραγγαλισμός της Ντόρτμουντ από την Μπάγερν και το δάνειο του 2004

Η Μπάγερν έχασε ορισμένες μάχες, αλλά δεν ήταν δυνατόν να χάσει ποτέ τον πόλεμο από την Ντόρτμουντ. Ακόμα κι όταν της χορήγησε δάνειο για να μην καταστραφεί, ήξερε ότι είχε το πάνω χέρι για εκατομμύρια λόγους.